Ομιλία στην έναρξη του προγράμματος Μετεκπαιδευτικών Μαθημάτων της Α’ Προπαιδευτικής Χειρουργικής Κλινικής του Πανεπιστημίου Αθηνών

Πέμπτη 5 Ὀκτωβρίου

Ἡ ἀποψινή σεμνή τελετή πού πραγματοποεῖται στά πλαίσια ἔναρξης τοῦ προγράμματος Μετεκπαιδευτικῶν μαθημάτων τῆς Α’ Προπαιδευτικῆς Χειρουργικῆς Κλινικῆς τοῦ Ἑθνικοῦ καί Καποδιστριακοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, ἀλλά καί τό γεγονός τῆς δικῆς μου παρουσίας ἀπόψε ἐδώ ἀνάμεσά σας, ἀνάμεσα σέ τόσα νέα παιδιά, ἀποτελεῖ προσωπικά γιά μένα ἰδιαίτερη τιμή καί μέ κάνει νά αἰσθάνομαι βαθύτατη χαρά, ἀλλά συνάμα καί τεράστια εὐθύνη!

Καί εἶναι μεγάλη ἡ χαρά γιατί ἀφενός μέν δίνεται ἀπόψε ἡ εὐκαιρία νά ἀπευθύνω πρός ὁλους ἑσᾶς τίς ὁλόθερμες εὐχές τῆς Ἁγίας μας Ἐκκλησίας γιά μία καλή καί εὐλογημένη νέα ἀκαδημαϊκή χρονιά, γεμάτη ὑγεία, πρόοδο καί ἐπιτυχίες, ἀφετέρου δέ παρέχεται ἡ προσωπική δυνατότητα νά ἐκδηλώσω εἰλικρινῆ αἰσθήματα σεβασμοῦ, ἀναγνώρισης, ἀλλά καί ἀγάπης, μέ τά ὁποῖα περιβάλλω τό θεάρεστο λειτούργημά σας, ἀναγνωρίζοντας βεβαίως τά σπουδαία καί ἀξιοθαύμαστα ἐπιτεύγματα τοῦ κλάδου σας, ἤτοι ὅσα ἔχετε ἤδη προσφέρει καί ὅσα ἀκόμη θά προσφέρετε πρός ὅφελος τοῦ ἀνθρώπου.

Πράγματι, στή σημερινή μοντέρνα «προχωρημένη» ἐποχή μας, πού χαρακτηρίζεται ἀπό τή ραγδαία ἤ καί ἀνεξέλεγκτη ἀνάπτυξη τῆς βιοτεχνολογίας , ἀπό τήν ἐντυπωσιακή πρόοδο τῆς σύγχρονης ἰατρικῆς ἔρευνας, ἀλλά καί ἀπό τήν ἀλματώδη ἐξέλιξη τῶν τεχνολογικῶν βιοϊατρικῶν ἐφαρμογῶν, μέ ἀποτέλεσμα τά ἰατρικά διλλήματα συνεχῶς νά αὐξάνονται καί συχνά νά γίνονται ἀνυπέρβλητα, γίνεται συχνά λόγος στίς ἐπιστήμες γιά τήν «Ἠθική» καί τή «Δεοντολογία», κυρίως δέ στά ἐπαγγέλματα ὑγείας. Ὡστόσο, οἱ ἔννοιες αὐτές, παρόλο πού φέρουν ὡς κοινό παρανομαστή τόν καθορισμό τῆς συμπεριφορᾶς τοῦ ἐπαγγελματία ὑγείας, ἀποτελοῦν ἔννοιες μέ διαφορετική ὑπόσταση καί περιεχόμενο .

Ὁ ἑλληνικός ὄρος «ἠθική» παράγεται ἀπό τή λέξη «ἦθος», πού σύμφωνα μέ τόν Ὅμηρο σήμαινε τήν διαμονή ἤ τήν κατοικία ἀνθρώπων καί ζώων. Ἀποτελεῖ βεβαίως ἐκτενέστερο τύπο τῆς λέξεως «ἕθος» πού σημαίνει συνήθεια . Ἡ πατρότητα τοῦ ὄρου αὐτοῦ ἀνάγεται στόν Ἀριστοτέλη καί ὁρίζεται ὡς ἕνα σύνολο ἀξιῶν, ἀρχῶν καί κανόνων πού ρυθμίζουν τήν ἀνθρώπινη συμπεριφορά καί ἀφοροῦν στό πώς οἱ πράξεις τοῦ ἀνθρώπου μποροῦν νά ἐπηρεάσουν σημαντικά ὄχι μόνο τή δική του ζωή, ἀλλά καί τή ζωή τῶν ἄλλων .

Ἔτσι, ὄταν χρησιμοποιοῦμε τόν ὄρο ἠθική ὁριοθετοῦμε μέσα μας συγκεκριμένα πρότυπα συμπεριφορᾶς πού μπορεῖ ἀσφαλῶς νά διαφέρουν ἀπό κοινωνία σέ κοινωνία καί ἀπό ἐποχή σέ ἐποχή. Ἡ ἰατρική ἠθική στά πλαίσια ἑνός κριτικοῦ προβληματισμοῦ γύρω ἀπό αὐτές τίς ἀρχές καί ἀξίες, ἀσχολεῖται μέ τά καθημερινά προβλήματα πρακτικῆς, ἀναζητώντας ἠθικά ἀποδεκτές ἀπαντήσεις στήν κλινική πράξη, ὑπό τό βάρος διαφορετικῶν ἀντιλήψεων καί προτεραιοτήτων .

Ἀπό τήν ἄλλη, ὁ ὄρος «δεοντολογία», προτάθηκε ἀπό τόν Ἄγγλο φιλόσοφο Jeremy Bentham (1748-1832) καί εἶναι σαφῶς ἁπλούστερη ἔννοια ὅσον ἀφορά στό περιεχόμενό της. Ἀποτελεῖ μέρος τῆς ἠθικῆς θεωρίας καί ὁρίζεται ὡς τό σύστημα ἠθικῆς, γιά τό ὁποῖο ἠθικές πράξεις εἶναι οἱ πράξεις σύμφωνα μέ τό καθῆκον, ἤτοι μέ τούς διάφορους, ἄς τό ποῦμε ἔτσι, κώδικες πού καθορίζουν τή θέση ἤ τήν ἄσκηση ἐπαγγέλματος, ἀνεξάρτητα ἀπό τό ποιές μπορεῖ νά εἶναι οἱ συνέπειες γι’ αὐτόν πού ἐκτελεῖ τό ἠθικό καθήκον ἤ καί συνολικά .

Ἀναμφισβήτητα, ἡ σχέση τῆς ἰατρικῆς μέ τήν ἠθική πάντοτε προκαλοῦσε τό ἔντονο καί ζωηρό ἐνδιαφέρον κυρίως αὐτῶν πού ἀσχολοῦνται μέ τούς κλάδους αὐτούς. Ἡ ἰατρική πράξη ἀπό τά πρῶτα κιόλας βήματα τῆς ἱστορικῆς της θεμελίωσης συνδεόταν μέ τεράστιο βάρος ἠθικῆς εὐθύνης, ἀφού ἡ ἄσκησή της ἀποτελοῦσε καί ἀποτελεῖ λειτούργημα πού ἀποσκοπεῖ στήν βελτίωση, στή θεραπεία ἤ καί στήν ἀποκατάσταση τῆς σωματικῆς, ψυχικῆς καί πνευματικῆς ὑγείας τοῦ ἀτόμου.

Σύμφωνα μέ τόν Ἱπποκράτη, ὁ ὁποίος κί ἔγραψε τήν πρώτη ὁλοκληρωμένη μορφή τῆς ἰατρικής δεοντολογίας (4ος αι πΧ.), οἱ ἄγραφοι κανόνες τῆς ἠθικῆς, νομοθετημένοι ὡς ἐπαγγελματική δεοντολογία ἐμφανίζονται ἀπ΄ τήν ἀρχή τῆς ἱστορίας τοῦ ἀνθρωπίνου γένους μόνο στό ἐπιφανέστερο τῶν ἐπαγγελμάτων, ἤτοι στήν Ἰατρική . Αὐτό τό δίκαιο τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων, καίτοι ἐξέφραζε τό μεγαλεῖο τοῦ ἀπροσμέτρητου πνευματικοῦ τους πλούτου, ἤ ἀκόμη καί τό ὑψηλό ἐπίπεδο πολιτισμού τους, διευθετοῦσε τίς διαφορές μεταξύ τῶν πολιτῶν μέ τρόπο φιλελεύθερο, λαμβάνοντας ὑπόψη τό «κοινό περί δικαίου αἴσθημα» . Ἡ ἰατρική δεοντολογία ἀποτελεῖ ἀναμφίβολα μέρος αὐτοῦ τοῦ δικαίου.

Ὡστόσο, σέ ὅλη τήν ἐξελικτική ἱστορική διαδρομή τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου ἡ ἀσθένεια, ὡς μία ἔκρυθμη κατάσταση τῆς ὑγείας του, ἀποτελεί ἕνα φοβερό γεγονός καί συνάμα ἕνα δυσνόητο φαινόμενο. Σέ κάθε ἐποχή καί σέ κάθε κοινωνία τῆς ἀνθρώπινης ἱστορίας συναντοῦμε ἕναν διαρκή, ἐναγώνιο καί πολύπλευρο ἀγώνα τοῦ ἀνθρώπου, μία ἀδιάκοπη πάλη, προκειμένου νά ἐπιτύχει τήν εὐκταία ἀνακούφιση, τήν ἐπιθυμητή ἀπελευθέρωση ἤ καί λύτρωση τόσο ἀπό τόν φυσικό πόνο, ὅσο καί ἀπό τίς τραγικές συνέπειές του, ἤτοι τό ἀναπόφευκτο γεγονός τοῦ θανάτου, τό ὁποῖο, ὡς ἀπρόσιτο μυστήριο, ἀποτελεῖ σύμφωνα μέ τόν Ἐπίκουρο «τό φρικωδέστατον τῶν κακῶν» . Ἔτσι, στήν μακροχρόνια προσπάθειά του ὁ ἄνθρωπος νά βρεῖ λύσεις ἐνάντια στή φθορά καί στό θάνατο κατέφυγε σέ ἰατρούς, ἐξελίσσοντας τήν ἰατρική ἐπιστήμη, ἡ ὁποία ὡς ἀνθρώπινο ἐπίτευγμα προσέφερε ἀνακούφιση, ἴαση, θεραπεία, παρηγοριά, ἐλπίδα.

Βεβαίως, στό πέρασμα τῶν αἰώνων, ἡ σχέση ἰατροῦ καί ἀσθενή πέρασε ἀπό πολλά στάδια. Ἀπό τήν ἀποθέωση καί τήν ἀπόλυτη ὑποταγή τοῦ δευτέρου στόν πρώτο μέχρι τήν ἀμφισβήτηση, τή φοβία, καί τήν καχυποψία. Πράγματι, πρόκειται γιά ἕναν ἱερό σύνδεσμο, μία σχέση ἀλληλεπίδρασης πολύ πιό σημαντική βεβαίως ἀπό τήν ἁπλή ἀνταλλαγή πληροφοριῶν καί αὐτή ἡ σχέση, ὄντας συναισθηματικά φορτισμένη, ἀπαιτεῖ τήν ἁρμονική συνεργασία τῶν δύο πλευρών .

Ὡστόσο, τά τελευταῖα ἔτη παρατηρεῖται δυστυχῶς μία ἔντονη ρήξη στή μεταξύ τους σχέση. Βασική αἰτία αὐτῆς τῆς ρήξεως ἀποτελεῖ ἀναμφίβολα ἡ προβληματική, ἐλλιπής ἤ καί ἀνύπαρκτη ἀνάμεσά τους οὐσιαστική ἐπικοινωνία, ἡ ὁποία κλονίζει καί τήν μεταξύ τους ἔμπιστοσύνη. Ἄλλωστε, πλήθος ἐρευνῶν δείχνουν ὅτι ὁ βαθμός ἰκανοποίησης τῶν ἀσθενῶν ἐξαρτᾶται πολύ περισσότερο ἀπό τίς ἐπικοινωνιακές δεξιότητες τοῦ λειτουργοῦ ὑγείας, παρά πολλές φορές ἀπό τίς καθ’ ἑαυτό κλινικές πτυχές τῆς θεραπευτικῆς ἀντιμετώπισης , ἐνῶ ἡ ἀποτελεσματική ἐπικοινωνία τῶν δύο πλευρῶν καθορίζει καί τό βαθμό προσαρμογῆς, ἀπό τήν πλευρά τοῦ ἀσθενοῦς, στίς ἰατρικές ὁδηγίες.

Ὑπό το πρίσμα αὐτό, γίνεται εὔλογα ἀντιληπτό ὅτι κάθε ἄνθρωπος πάνω στή γῆ εἶναι ἕνα δημιούργημα μοναδικό καί ἀνεπανάληπτο καί ὡς τέτοιο ἀξίζει νά ἀντιμετωπίζεται. Μία μοναδική καί ἀνεπανάληπτη ὕπαρξη, μία ἐλεύθερη καί ἀνεπανάληπτη μονάδα ἑνός συνόλου ψυχοκινητικῶν παραμέτρων, μία ὑπέρτατη ἀξία πού ἡ ἰατρική ὀφείλει νά σέβεται καί νά ὑπηρετεῖ, ἀνεξαρτήτως χρώματος, φύλου, καταγωγῆς, κοινωνικῆς καί οἰκονομικῆς κατάστασης.

Ὅπως πολύ εὔστοχα ἔχει ἐπισημανθεῖ «ὁ ἄνθρωπος δέν εἶναι μία μηχανή πού λειτουργεῖ ἤ σβῆνει, ἀλλά ἕνας πνευματικός ὁργανισμός μέ χυμούς αἰσθημάτων καί αἷμα ἀρχῶν, ἱδεῶν καί ἀξιῶν. Ἡ ζωή του δέν εἶναι χημική ἐξίσωση μέ σύμβολα καί παραμέτρους, ἀλλά μυστήριο μέ χάρη καί ἀπροσδιοριστία» . Ἄλλωστε, οἱ ἀρχές αὐτές τοῦ σεβασμοῦ τῆς ὕπαρξης καί τῆς αὐτονομίας τοῦ ἀνθρώπου ἀποτελοῦν τήν βάση πάνω στήν ὁποία στηρίζονται συνταγματικά καί νομικά κείμενα, πού στόχο ἔχουν τήν διασφάλιση τῶν δικαιωμάτων τῶν ἀσθενῶν καί τή θεμελίωση τῆς σύγχρονης ἰατρικῆς δεοντολογίας .
Στά ἰπποκρατικά κείμενα ἀναφέρεται, ὅτι δεν εἶναι δυνατόν κάποιος νά γνωρίζει τήν ἰατρική, ἐάν δέν γνωρίζει ἀρχικά «τί ἐστίν ἄνθρωπος», ποιές οἱ αἰτίες τῆς δημιουργίας του, ποιές οἱ συνήθειές του καί ποιά τά ἰδιαίτερα χαρακτηριστικά του . Παράλληλα ἀποδίδεται μεγάλη σπουδαιότητα στήν προσωπικότητα τοῦ ἰατροῦ, στήν ἀνθρώπινη συνείδησή του, στήν εὑρύτερη ἀνθρωπιστική του παιδεία, ἀλλά καί στό ἐπίπεδο τῆς πνευματικῆς του καλλιέργειας: «ἰητρός γάρ φιλόσοφος ἰσόθεος», πού διακρίνεται γιά «ἀφιλαργυρίην, ἐντροπήν, ἐρυθρίασιν, καταστολήν, δόξαν, κρίσιν, ἠσυχιήν, ἀπάντησιν, καθαριότητα… ἀδεισιδαιμονίην, ὑπεροχήν θείην» .

Ὑπό την ἔννοια αὐτή, ἡ ἰατρική καλεῖται νά ἀντιμετωπίζει τούς ἀσθενεῖς προσωπικά, διασφαλίζοντας τόν οὐσιαστικό σεβασμό στήν ἀνθρώπινη ὕπαρξη καί ἀξιοπρέπεια καί θέτοντας ὡς προτεραιότητα τήν σωστή θεώρηση τοῦ προσώπου. Βεβαίως, ἡ θέση αὐτή ἔρχεται σέ συνάφεια μέ τήν θεολογία τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποῖα, ὅποτε χρειασθεῖ, ἀντιμετωπίζει προσωποκεντρικά καί ἐξατομικευμένα τά ποιμαντικά προβλήματα τῶν ἀνθρώπων.

Ἔτσι, σύμφωνα μέ τήν χριστιανική διδασκαλία ἡ ἰατρική τέχνη ἀποτελεῖ δῶρο τοῦ Θεοῦ καί ὁ ἄνθρωπος δέχεται ὡς εὐλογία ἀπό τό Θεό τά ἀγαθά πού παρέχει ἡ ἰατρική ἐπιστήμη, συνδέοντάς τα μέ τή σωτηρία τῆς ψυχῆς του. Ὁ Μέγας Βασίλειος, ὁ μεγάλος αὐτός Πατέρας καί οἰκουμενικός Διδάσκαλος τῆς Ἐκκλησίας ὁρίζει τή σχέση τοῦ ανθρώπου μέ τήν ἰατρική ἐπιστήμη, ἀναφέροντας ὅτι: «ὁ Θεός ἐποίησε τόν ἄνθρωπο εὐθῆ» , ἤτοι ὑγιή καί χωρίς ἀσθένειες. Ἐρωτηθείς δέ ἐάν εἶναι σύμφωνο μέ τή χριστιανική εὐσέβεια νά γίνεται χρήση τῶν φαρμάκων τῆς ἰατρικῆς , ἀναφέρει ὅτι τήν ἰατρική τέχνη τήν ἔδωσε ὁ Θεός μέ σκοπό νά μετριάσει τίς συνέπειες τῆς πτώσεως, ὅπως ἡ ἀσθένεια. Καί δέν εἶναι σωστό, ὅπως ἀναφέρει, ἐπειδή κάποιοι δέν χρησιμοποιοῦν καλῶς τήν ἰατρική νά ἀποφεύγουμε κί ἑμεῖς τήν ὡφέλεια ἀπό αὐτή. Ἑντούτοις δέν διστάζει νά ἐπισημάνει καί τόν κίνδυνο τῆς ἀκρότητος, ἡ ὁποία συμβαίνει εἶτε ὄταν στηρίζουμε τήν ἐλπίδα τῆς ὑγείας μας μόνο στούς ἰατρούς, ἀποκαλώντας τους σωτῆρες, εἶτε ὅταν ἀποφεύγουμε κάθε ἰατρική φροντίδα .

Βεβαίως, ἡ ὑγεία ἀποτελεῖ πολυτιμότατο ἀγαθό, τό ὁποῖο ἡ Ἐκκλησία εὔχεται γιά ὅλο τόν κόσμο. Σέ κάθε θεία Λειτουργία ἡ Ἐκκλησία δέεται «ὑπέρ ἐλέους, ζωῆς, ὑγείας καί σωτηρίας», ὅλων τῶν ἀνθρώπων. Γιά τήν Ἐκκλησία ἡ ἀσθένεια καί ὁ σωματικός πόνος ἀποτελοῦν ἕνα δεινό στή ζωή τοῦ ἀνθρώπου, ἀντίθετο πρός τό δημιουργικό σχέδιο τοῦ Θεοῦ. Συνεπῶς, ἡ στάση τῆς Ἐκκλησίας ἔναντι τῆς ἰατρικῆς καί αὐτο ἔρχεται νά δώσει τέλος σέ ἀλλότριες, παρείσακτες καί λανθασμένες ἐρμηνείες τοῦ παρελθόντος, δέν εἶναι ἀρνητική (!)

Χαρακτηριστικό παράδειγμα ἀποτελεῖ ἡ παραβολή τοῦ καλοῦ Σαμαρείτη , στήν ὁποῖα συνοψίζονται ὅλες οἱ ἀρχές πού πρέπει νά διέπουν τό πλαίσιο παροχῆς ἰατρικῆς φροντίδας καί πρώτων βοηθειῶν, ἀπορρέουν δέ πανανθρώπινες ἠθικές ἀξίες, οἱ ὁποίες παραμένουν διαχρονικές καί εἶναι ἀποδεκτές σχεδόν ἀπό ὅλο τόν κόσμο καί κυρίως ἀπό τόν δυτικό πολιτισμό.

Ὡστόσο, γιά τήν Ἐκκλησία, ὁ Χριστός εἶναι κατά κοινή ὁμολογία ὁ ἰατρός τῶν ψυχῶν καί τῶν σωμάτων. Στήν Καινή Διαθήκη συναντᾶ κανείς πλειάδα χωρίων πού δηλώνουν ξεκάθαρα ὅτι πρόκειται γιά ἰατρό καί ἀναφέρονται ἐκτενώς σέ αὐτή Του τή δράση. Καμία ἄλλη εἰκόνα του Κυρίου δέν κυριάρχησε στή χριστιανική παράδοση, ὅσο αὐτή τοῦ ἰατροῦ. Στάλθηκε ἀπό τόν Θεό γιά νά θεραπεύσει τούς ἀνθρώπους ἀπό τίς συνέπειες τοῦ προπατορικοῦ ἀμαρτήματος καί νά ἀποκαταστήσει τήν κοινωνία τους μέ τόν Θεό. Ὁ Ἴδιος «διῆλθεν εὐεργετῶν καί ἰώμενος» . Χαρακτηριστική εἶναι ἐπίσης ἡ φράση τοῦ εὐαγγελιστοῦ Ματθαίου: «Καί περιῆγεν ὅλην τήν Γαλιλαίαν ὁ Ἰησοῦς διδάσκων…καί κηρύσσων τό εὐαγγέλιον τῆς βασιλείας καί θεραπεύων…» . Ἀκόμη καί ὁ ἴδιος ὁ Κύριος μιλᾶ γιά τόν ἑαυτό του καί ἀναφέρει ὅτι κάνει θεραπείες: «ἰδού ἐκβάλλω δαιμόνια καί ἰάσεις ἐπιτελῶ» .

Ὅμως, ὁ Ἰησοῦς συγκινούνταν βαθύτατα ὅταν ἐρχόταν ἀντιμέτωπος μέ τον ἀνθρώπινο πόνο. Αἰσθανόταν ἀπέραντη στοργή γι’ αὐτούς πού βασανίζονταν, εἴτε αὐτοί ἦσαν δαιμονιζόμενοι, εἴτε «κακῶς ἔχοντες» (ἀσθενεῖς). Γνώριζε ὅτι ἡ ἀσθένεια, ὁ πόνος καί ὁ θάνατος ἀποτελοῦν φανερά σημάδια τῆς ἐξουσίας τοῦ κακού πάνω στόν κόσμο, ἐξαιτίας τῆς ἀνθρώπινης παρακοῆς. Ὅταν ἔρχεται ἡ ὥρα νά ἀποστείλει τούς μαθητές του νά κηρύξουν στόν κόσμο τίς ἠθικές ἄρχές καί τή διδασκαλία Του, τούς ἐκχωρεῖ καί τήν ἐξουσία τῆς θεραπείας. Οἱ ἐντολές, οἱ ὁποίες αὐτοί λαμβάνουν ἀπό Αὐτόν εἶναι ἰδιαίτερα σημαντικές, καθώς ἀποτελοῦν ἕνα εἴδος ἠθικῆς δεοντολογίας γιά τήν ἰατρική . Συγκεκριμένα τούς προτρέπει: «ἀσθενοῦντας θεραπεύετε, λεπρούς καθαρίζετε, νεκρούς ἐγείρετε, δαιμόνια ἐκβάλετε, δωρεάν ἐλάβετε, δωρεάν δότε. Μή κτήσασθε χρυσόν μηδέ ἀργύριον μηδέ χαλκόν είς τάς ζώνας ὑμῶν» .

Συμπερασματικά, παρατηροῦμε ὅτι ἡ ἀλματώδης τεχνολογική πρόοδος, καίτοι προσέφερε στήν ἰατρική νέες ἀποτελεσματικές μεθόδους, ἐφευρίσκοντας λύσεις σέ χρόνιες δυσκολίες τόσο τῶν ἀσθενῶν, ὄσο καί τῶν ἐπιστημόνων ἐρευνητῶν πού ἐπιθυμοῦν τήν βελτίωση θεραπειῶν, ἐντούτοις ἔθεσε καί πρωτόγνωρα ἠθικά διλλήματα καί προβλήματα. Ὁ ἰατρός, ὡς θεραπευτής καί ἐρευνητής, ἀλλά καί ὡς πρόσωπο ἐλεύθερο καλεῖται νά προσεγγίζει ὀρθά καί ὁλοκληρωμένα τίς ἐκάστοτε συγκυρίες, διαμορφώνοντας κριτήρια καί ἀσκώντας τό καθήκον του μέ ἀταλάντευτη ἀποφασιστικότητα πρός ὅφελος τοῦ ἀνθρώπου ὡς προσώπου, ὡς δημιούργηματος κατ’ εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωσιν Θεοῦ. Σέ αὐτό βεβαίως σημαντικό ρόλο παίζει ἡ παιδεία καί ἡ προσωπικότητα τοῦ ἰατροῦ, ἡ ἀνθρώπινη ἤ ἀκόμη καί ἡ χριστιανική συνείδησή του.

Ὁλοκληρώνοντας, ἐπιτρέψτε μου νά κλείσω μέ ἕνα ρητό τοῦ Ἱπποκράτη, ὁ ὁποῖος ἀναφέρει: «Ὁ βίος εἶναι βραχύς, ἡ δε τέχνη μακρᾶ, ἡ εὐκαιρία φευγαλέα, ἡ πείρα ἀπατηλή ὑποκείμενη σέ σφάλματα, ἡ δε ὁρθή κρίση τῶν πραγμάτων δύσκολη» .

Αὐτό πού μαρτυρᾶ ὁ σπουδαίος αὐτός φιλόσοφος καί πατέρας τῆς ἰατρικῆς εἶναι, ὅτι ἡ ἱατρική γνῶση δέν εἶναι ἄριστη καί τέλεια καί οὔτε πρόκειται ποτέ νά τελειοποηθεῖ, διότι ἀπλούστατα οἱ εἰδικές ἰατρικές περιπτώσεις εἶναι μοναδικές καί ἡ πραγματικότητά τους ρευστή καί ὡς ἐκ τούτου ἡ ἀναγωγή τους στό γενικό θά πρέπει νά γίνεται μέ κριτήριο τήν ἠθική ἔννοια τῆς φρόνισης καί ὄχι τῆς ἀπόλυτης σοφίας . Ὡστόσο, ἡ Ἐκκλησία προσφέρει τά χαρακτηριστικά γνωρίσματα τοῦ ἀρίστου ἰατρού καί μάλιστα διά «πράξεως συνοδικῆς» (ἐπί τῷ Πυργίω ἐν ἔτει 1368): «Καί ἰατρός ἐκεῖνος ἄριστος ἄν καλοῖτο παρά πᾶσι δικαίως, ὅς τῇ τῆς τέχνης ἐπιμελείᾳ φιλοπονωτάτως χρώμενος τοῖς μάλιστα κάμνουσι καί κινδυνεύουσι ἤδη κάλλιστα τήν ὑγείαν χαρίζεται, τά πρός σωτηρίαν αὐτοῖς παρεχόμενος φάρμακα» .

Σᾶς εὐχαριστῶ!

Καλή ἀκαδημαϊκή χρονιά!

  Ὁ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ Ν.ἸΩΝΙΑΣ και ΦΙΛΑΔΕΛΦΕΙΑΣ ΓΑΒΡΙΗΛ