Aρχιμ. Αλεξίου Ιστρατόγλου Ανχη (ΣΙ)
Στρατιωτικού Ιερέως Αρχηγείου Στόλου – Ναυστάθμου Σαλαμίνας

Συνεχίζοντας την παρουσίαση των Στρατιωτικών Ιερέων της περιόδου 1849-1853, βρισκόμαστε στις 20 Ιουνίου του 1849, όπου ο Ιερέας της Φρουράς Παλαμιδίου, Ιερομόναχος Μάξιμος, καταθέτει μια αναφορά, με την οποία ζητά αύξηση του μισθού του, καθ’ όσον από τότε που προσελήφθη στο Στρατό, με την ιδιότητα του στρατιωτικού, δεν έλαβε καμία αύξηση, σε αντίθεση με νεώτερους Ιερείς από αυτόν, που έχουν μεγαλύτερο μισθό. Βεβαίως σε αυτή του την αναφορά αιτιολογεί το αίτημά του και έτσι δεν αφήνει κανένα περιθώριο για παρερμηνείες και παρεξηγήσεις, τονίζοντας όπως ο ίδιος γράφει, ότι ο μισθός που λαμβάνει, δεν αρκεί: «για να θρέψει εμαυτόν και τα ορφανά του υπέρ πατρίδος πεσόντος αδελφού μου».

a_anafora_grigoriouΚαταλαβαίνουμε από τα παραπάνω, ότι το αίτημά του έχει να κάνει, όχι μόνο με την δική του επιβίωση και εξασφάλιση των αναγκαίων και απαραιτήτων για τη ζωή, αλλά σχετίζεται και με άλλα πρόσωπα, τα οποία έχει υπό την δική του ευθύνη και είναι τα παιδιά του αδελφού του, ο οποίος έχασε τη ζωή του κατά την διάρκεια των απελευθερωτικών αγώνων του έθνους μας. Άρα η αύξηση του μισθού του εν λόγω Ιερέως, αποτελεί και μια ηθική υποχρέωση του κράτους προς αυτά τα παιδιά, που είναι παιδιά ενός ήρωα, που προσέφερε το ύψιστο αγαθό που είναι η ζωή, για να τη δει ελεύθερη αυτός και οι απόγονοί του, χωρίς να στενάζει κάτω από τον ζυγό του κατακτητή. Έδωσε τη ζωή του, προκειμένου τα παιδιά του να ζουν με αξιοπρέπεια, να μεγαλώνουν χωρίς το φόβο του παρελθόντος, να εμπνέονται και να φωτίζονται από τα στοιχεία εκείνα του πολιτισμού, της πίστεως και της παραδόσεως μας, που τα διατήρησε με θρησκευτική ευλάβεια ο λαός μας, παρ’ όλη τη δύσκολη κατάσταση που βίωσε κατά τα τετρακόσια χρόνια σκλαβιάς.

Καθώς ξεφυλλίζαμε το αρχείο που εξετάζουμε, βρεθήκαμε μπροστά σε ένα φύλλο πορείας για έναν Στρατιωτικό Ιερέα. Διαβάζουμε σε αυτό το έγγραφο που εξεδόθη στις 23 Ιουλίου 1849, από το Φρουραρχείο του Νεοκάστρου και απευθύνεται στον Ιερέα Παναγιώτη Αγαπάκη, με το οποίο τον καλεί να μεταβεί στη Διοίκηση του 5ου Τάγματος της Οροφυλακής. Στο φύλλο αυτό, υπάρχει η σφραγίδα της υπηρεσίας και το υπογράφει προφανώς ο Φρούραρχος, του οποίου η υπογραφή είναι δυσανάγνωστη. Με αυτό το έγγραφο καλείται ο ανωτέρω Ιερέας να μεταβεί στην νέα του Διοίκηση, προκειμένου να αναλάβει την διακονία του, όπως θα λέγαμε στην εκκλησιαστική ορολογία ή την νέα του υπηρεσία στην στρατιωτική ορολογία και να ενταχθεί πλέον ως οργανικό μέλος του Τάγματος που τοποθετείται.

Ο Ιερέας Αγαπάκης, σε προηγούμενη αναφορά μας, είχαμε καταγράψει μέσα από τα στοιχεία που έχουν διασωθεί, ότι αντιμετώπιζε διάφορα προβλήματα υγείας, τα οποία δεν του επέτρεπαν να μετακινείται. Ο ίδιος είχε ζητήσει με αναφορά του, στις 14 Ιουλίου 1849, να περιμένουν να αναρρώσει και μετά να παρουσιαστεί στη νέα του θέση. Με το φύλλο πορείας που παρουσιάσαμε προηγουμένως, καλείτο ο εν λόγω Ιερέας να μεταβεί στη νέα του θέση. Δεν γνωρίζουμε εάν η υγεία του, του το επέτρεψε και εάν πήγε. Πάντως το 5ο Τάγμα της Οροφυλακής, στις 19 Οκτωβρίου 1849, σε αναφορά του προς το Υπουργείο των Στρατιωτικών αναφέρει, ότι δεν υπάρχει Ιερέας στο Τάγμα αυτό.

Το 5ο Τάγμα στο έγγραφο στο οποίο αποστέλλει στο Υπουργείο αναφέρει, ότι μέχρι σήμερα δεν έχει παρουσιασθεί να αναλάβει υπηρεσία ο Ιερέας Παπαγερασίμου. Βλέπουμε σε αυτό το έγγραφο, ένα άλλο όνομα από αυτό που γνωρίζαμε από το φύλλο πορείας που παρουσιάσαμε. Προφανώς τα προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε ο Ιερέας Αγαπάκης, δεν του επέτρεψαν να μετακινηθεί και να αναλάβει διακονία στην νέα του θέση και γι’ αυτό η υπηρεσία έστειλε κάποιον άλλον, ο οποίος όμως δεν παρουσιάσθηκε. Μάλιστα αναφέρει το Τάγμα στην αναφορά του, ότι για τις ανάγκες που αναφύονται, προσκαλούν με μέριμνά τους κάποιον άλλον Ιερέα, χωρίς να αναφέρουν το όνομά του, ο οποίος ανταποκρίνεται με πολύ μεγάλη προθυμία, όπως το καταγράφουν αυτολεξεί.

Μέτα την αδικαιολόγητη άρνηση, αν μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε αυτή την λέξη, του Ιερέως Γερασίμου, να παρουσιασθεί στη νέα του θέση, το Υπουργείο των Στρατιωτικών απευθυνόμενο στο Υπουργείο των Εκκλησιαστικών, στις 11 Νοεμβρίου 1849, ζητά την παρέμβαση της Ιεράς Συνόδου, προκειμένου να αποφανθεί περί του Ιερέως Γερασίμου εκ Ακαρνανίας.

Με άλλο έγγραφο του, το Υπουργείο των Στρατιωτικών, εν αναμονή και της απαντήσεως της Ιεράς Συνόδου, στις 27 Δεκεμβρίου 1849, απευθυνόμενο προς την Μοιραρχία Ακαρνανίας Αιτωλίας, καλεί να διατάξει τον Ιερέα Γεράσιμο, να παρουσιασθεί στη Διοίκηση του 5ου Τάγματος της Οροφυλακής, προκειμένου να αναλάβει την θρησκευτική υπηρεσία που του ανατέθηκε. Πάντως δεν πρέπει να έγινε τίποτα, διότι το 5ο Τάγμα, καταθέτει και νέα αναφορά την οποία αποστέλλει στο Υπουργείο, στην οποία αναφέρει ότι ο εν λόγω Ιερέας δεν παρουσιάσθηκε ακόμα. Προκειμένου να μην υπάρχει κενό, ζητά να εγκρίνει το Υπουργείο να εξυπηρετεί προσωρινά ο Ιερέας του 1ου Ελαφρού Τάγματος.

Στο νέο αίτημα του 5ου Τάγματος το Υπουργείο στις 13 Φεβρουαρίου 1850, αναφέρει, ότι μέχρι να παρουσιασθεί ο Ιερομόναχος Γεράσιμος, να προσκολληθεί και να εξυπηρετεί τις ανάγκες, ο Ιερέας του 3ου Ελαφρού Τάγματος, Παπαθανασίου Νικόλαος. Όταν παρουσιασθεί και αναλάβει υπηρεσία ο κανονικός Ιερέας, τότε ο Ιερέας που τον αναπλήρωσε, να επιστρέψει στη θέση του.

Μέσα σε όλη αυτή την αλληλογραφία που παρουσιάσαμε μέχρι στιγμής, για την κάλυψη της θέσεως του Ιερέως στο 5ο Τάγμα της Οροφυλακής, έρχεται να προστεθεί και ένα νέο έγγραφο του Φρουραρχείου του Νεοκάστρου, που το αποστέλλει στο Υπουργείο των Στρατιωτικών, στις 2 Ιανουαρίου 1850 και με το οποίο ζητά να μετατεθεί ο Ιερέας Αγαπίου. Το αίτημα αυτό, το Υπουργείο των Στρατιωτικών το αποστέλλει στις 28 Ιανουαρίου 1850, στο Υπουργείο των Εκκλησιαστικών, ζητώντας όχι την μετάθεση του εν λόγω Ιερέως, γιατί δεν έχει αρμοδιότητα σε αυτά τα θέματα, αλλά να μεταφέρει το θέμα αυτό στην Ιερά Σύνοδο, προκειμένου να τους πληροφορήσουν περί της διαγωγής και της συμπεριφοράς του κληρικού αυτού.

b_anafora_grigoriouΜετά τα παραπάνω, που δεν είναι και τόσο ευχάριστα, αλλά γεννιούνται πολλά ερωτηματικά που δεν είναι του παρόντος και μπορεί να μας οδηγήσουν σε λανθασμένα συμπεράσματα, προχωρούμε στο να εστιάσουμε την προσοχή μας στο ενδιαφέρον κληρικών, που επιθυμούσαν να ενταχθούν στο Σώμα των Στρατιωτικών Ιερέων και να διακονήσουν σε αυτή τη θέση. Το ενδιαφέρον και η επιθυμία δεν σταμάτησε να υπάρχει, απεναντίας συναντούμε όλα και περισσότερα πρόσωπα, που με πολύ αγάπη και ζήλο, θέλουν να διακονήσουν της Εκκλησία και από αυτή τη θέση, θέτοντας τον εαυτό τους στην πρώτη γραμμή της προσφοράς, όπως το έκαναν και πολλοί εξ’ αυτών και κατά τη διάρκεια του αγώνα, προσφέροντας τα πάντα και αψηφώντας κινδύνους, ακόμα και τον ίδιο τον θάνατο .

Έτσι συναντούμε μια αίτηση από κάποιον κληρικό από το Αντίρριο, με την οποία ζητούσε να διοριστεί στο Στρατό. Η αίτηση αυτή στάλθηκε στο Υπουργείο των Στρατιωτικών, προκειμένου να την αξιολογήσει και εάν έκρινε να την προχωρήσει, προκειμένου ο ενδιαφερόμενος κληρικός, να καταλάβει κάποια κενή θέση που θα υπήρχε εκείνη την χρονική περίοδο. Στο πλάι όμως αυτής της αιτήσεως, υπάρχει μια υποσημείωση που αναγράφει, ότι η παρούσα να τεθεί στο αρχείο, χωρίς καν να εξετασθεί. Από αυτή την υποσημείωση δεν γνωρίζουμε εάν έφτασε ποτέ στο Υπουργείο ή αν η υποσημείωση αυτή γράφτηκε από τα αρμόδια όργανα του Υπουργείου, που για να γράψουν κάτι τέτοιο, θα είχαν στη διάθεση τους, είτε κάποια στοιχεία για τον Ιερέα ή δεν θα υπήρχαν θέσεις. Επομένως σε αυτό το αίτημα, εάν ίσχυε κάτι από τα δύο ή κάτι άλλο που εμείς δεν γνωρίζουμε, δεν είχε εκείνη την περίοδο νόημα να εξετασθεί και να κινηθούν οι ενέργειες που απαιτούνταν για την πρόσληψη και τον διορισμό ενός νέου κληρικού.

Ακολουθεί μια νέα αίτηση-αναφορά ενός Ιερομονάχου Γρηγορίου από τη Λέσβο, στις 25 Απριλίου 1850, με την οποία ζητά να διοριστεί Στρατιωτικός Ιερέας. Αναφέρει ότι από το 1813, βρίσκεται στην Ελλάδα και εχρημάτισε αρχιδιάκονος του Μητροπολίτου Αιγίνης και Ύδρας Γερασίμου. Όταν ξεκίνησε η επανάσταση το 1821 και αυτός αγωνίστηκε και στη θάλασσά και στην στεριά και ο ίδιος ύψωσε τη σημαία της ελευθερίας στο Μοναστήρι της Ύδρας. Για ότι έκανε, ούτε ζήτησε, ούτε έλαβε χρήματα. Μέσα από την αναφορά του, ζητούσε να καταλάβει την κενή θέση, στο 2ο Τάγμα Πεζικού της Γραμμής, έχοντας τα ανάλογα προσόντα όπως ό ίδιος αναφέρει και στην οποία υπηρετούσε ο Νικηφόρος Ρωμανίδης, ο οποίος διορίστηκε Γενικός Επισκοπικός Επίτροπος της χηρεύουσας Επισκοπής Βοιωτίας.

Συνεχίζεται {40}