Aρχιμ. Αλεξίου Ιστρατόγλου Ανχη (ΣΙ)

Στρατιωτικού Ιερέως Αρχηγείου Στόλου – Ναυστάθμου Σαλαμίνας

Για μία ακόμα φορά καλούμαστε να σταθούμε με πολύ σεβασμό και ευλάβεια, μπροστά στους ήρωες του Έπους του 1940. Καλούμαστε αυτές ιδιαίτερα τις ημέρες, να στρέψουμε το μυαλό, την καρδιά, αλλά και την προσευχή μας, στα πρόσωπα εκείνα που έδωσαν μεγάλους και σπουδαίους αγώνες, που προσέφεραν ότι πολυτιμότερο είχαν, χωρίς να το διαπραγματευτούν, το αίμα τους, στο βωμό της ελευθερίας, της δημοκρατίας και της πίστεως. Καλούμαστε μέσα από αυτή την Εθνική μας εορτή, να διαθέσουμε λίγο από τον πολύτιμο χρόνο μας, που πολλές φορές τον κατασπαταλούμε σε ανούσια πράγματα, προκειμένου να εμπνευστούμε και να σηκωθούμε, ώστε να αντιμετωπίσουμε τις σύγχρονες προκλήσεις και προσκλήσεις, από όπου και αν προέρχονται.

Τα τελευταία χρόνια ακούμε διάφορες σκέψεις και απόψεις, σχετικά με τον εορτασμό των Εθνικών μας εορτών. Κάποιοι υποστηρίζουν ότι οι εορτασμοί αυτοί, έτσι όπως έχουν καταντήσει, δεν έχουν νόημα και δεν προσφέρουν τίποτα. Κάποιοι άλλοι μας λένε, ότι είναι κατάλοιπα παλαιοτέρων αναχρονιστικών και πολύ συντηρητικών εποχών, που σε καμία περίπτωση δεν ταιριάζουν με την τόσο προοδευτική μας εποχή. Έχουν ακόμα κάποιοι προτείνει στη θέση αυτών των εκδηλώσεων και τελετών, που μέχρι σήμερα πραγματοποιούνται, κάποιες άλλες τελετές, με νέο φόρεμα, με νέα μορφή, που ταιριάζει στην εποχή μας και αναδεικνύει την πρόοδο την οποία έχουμε πετύχει, όπως ισχυρίζονται.

Μπορεί αυτές οι σκέψεις που πολύ σύντομα και επιγραμματικά ανέφερα, να ισχύουν και να αντικατοπτρίζουν την αλήθεια. Μπορεί να έχουν δίκιο, αυτοί που λένε πως κατάντησαν έτσι αυτές οι εκδηλώσεις και πως έχασαν το μεγαλείο τους, οι τελετές μνήμης. Δεν ξέρω αν κανείς από εμάς, αναφέρει ποιό είναι το μερίδιο της δικής μας ευθύνης, για την κατάντια αυτή γενικότερα, για τον ξεπεσμό και τον εξευτελισμό που υφιστάμεθα της προσωπικότητάς μας και για την κατρακύλα που έχουμε πάρει, εξαιτίας του ότι έχουμε βάλει στο χρονοντούλαπο της ιστορίας το ένδοξο παρελθόν μας, διότι δεν μπορούμε να το κοιτάζουμε, δεν μπορούμε να το διαβάζουμε, δεν μπορούμε να σταθούμε απέναντί του, αλλά ούτε καν να το φυλλομετρήσουμε, διότι είμαστε πολύ λίγοι και πολλές φορές δεν στεκόμαστε στο ύψος τον περιστάσεων, που απαιτούν ευθύτητα και καθαρότητα λόγου και σκέψεως.

Αυτό το ένδοξο παρελθόν που έχουμε, μας ελέγχει, μας καυτηριάζει, μας θέτει προ των ευθυνών μας, όλους ανεξαιρέτως και αδιακρίτως και εκεί διαπιστώνουμε ότι εμείς φταίμε και όχι κάποιοι άλλοι, που αυτές οι εκδηλώσεις έχασαν την λάμψη και την ακτινοβολία τους, διότι προτιμήσαμε το τεχνητό, το υλικό, το ψεύτικο φως και όχι το φως της θυσίας της αγάπης και της προσφοράς, που μας διδάσκουν οι πρόγονοί μας. Αυτό το ένδοξο παρελθόν μας γυρίζει αιώνες πίσω, σε μια αλληλουχία γεγονότων, προσώπων, που αποτελούν μια αλυσίδα πολύ γερά ενωμένη, που δεν σπάει, που δεν αφήνει περιθώρια να εισχωρήσει κάτι διαφορετικό από αυτό που γνωρίζει και το χαρακτηρίζει, ως παράδοση, ήθη, έθιμα και πίστη και δεν τα θυσιάζει μπροστά σε κανέναν κατακτητή.

Η Ελλάδα στην ιστορική της πορεία και διαδρομή, από την αρχαιότητα μέχρι και σήμερα, πολλές φορές αντιμετώπισε επικίνδυνους κατακτητές, που θέλησαν να την υποδουλώσουν, αλλά και να την εξαφανίσουν. Όμως αυτός ο κίνδυνος που ερχόταν για να σβήσει το φως του πολιτισμού, της δημοκρατίας, της ελευθερίας, αλλά και της πίστεως, έβρισκε πάντα μπροστά του ενωμένο τον ελληνικό λαό, που φανέρωνε έναν απίστευτο δυναμισμό και ταυτόχρονα ηρωισμό, που προκαλούσε τον θαυμασμό και τον έπαινο φίλων και εχθρών. Οι Πέρσες, οι Τούρκοι, οι Ιταλοί, οι Γερμανοί, μας ένωσαν, μας έκαναν γίγαντες, μας προσέθεσαν θάρρος για να τους αντιμετωπίσουμε και να σταθούμε ίσοι προς αυτούς. Συνεχώς ο Έλληνας έλεγε ΟΧΙ και το εννοούσε και προχωρούσε μπροστά με το κεφάλι ψηλά, γνωρίζοντας ότι στο τέλος θα νικήσει όσο και αν κρατήσει ο οποιοσδήποτε πειρασμός και η οποιοιδήποτε δυσκολία. Αυτό όμως πρέπει να κάνουμε και σήμερα.

Αυτοί που αγωνίστηκαν στο έπος του 40, ήταν γνήσιοι απόγονοι του Λεωνίδα, του Θεμιστοκλή, του Κωνσταντίνου του Παλαιολόγου, του Κολοκοτρώνη, του Μιαούλη, του Κανάρη και τόσων άλλων, που αγωνίστηκαν «για του Χριστού την πίστην την αγίαν και για της πατρίδας την ελευθερία». Όλοι τότε ξεσηκώθηκαν. Όλοι έδωσαν από το περίσσευμα ή το υστέρημα των υλικών τους αγαθών για τον αγώνα αυτόν τον ιερό, αλλά περισσότερο προσέφεραν τον πλούτο της καρδιάς των. Οι πάντες στη θέση τους, ο ένας να στηρίζει, να δυναμώνει και να ενισχύει τον άλλο. Κανένας δεν λιγοψύχησε, κανείς δεν δείλιασε, κανείς δεν σκέφτηκε ούτε στιγμή να φύγει για να γλυτώσει, πλην ελαχίστων περιπτώσεων, διότι η κάθε εποχή, έχει τους δικούς της Εφιάλτες, τους δικούς της προδότες, που όμως το όνομά τους ξεχάστηκε ή αν δεν ξεχάστηκε, γράφτηκε με μαύρα γράμματα, για να θυμίζει στους μεταγενεστέρους, την μαύρη τους καρδιά και τις πονηρές τους σκέψεις.

Σε αυτό το σύνολο των ανθρώπων, όλοι έχουν να επιδείξουν κάτι, μικρό ή μεγάλο που όλα μαζί, έφεραν την νίκη. Οι ηγέτες στο ύψος των περιστάσεων. Με λόγια, απλά, μετρημένα και καθαρά, χωρίς ρητορικά σχήματα και διπλωματικά τερτίπια, αποτύπωναν τον εσωτερικό τους κόσμο, αλλά και την πρόθεσή τους, να μην κάνουν κάτι λιγότερο από αυτό που έκαναν οι πρόγονοί τους, σε παρόμοιες περιπτώσεις. Την 30ή Οκτωβρίου 1940, ο πρωθυπουργός Ιωάννης Μεταξάς, καλεί στο Γενικό Στρατηγείο (στο ξενοδοχείο «Μεγάλη Βρεταννία») τους εκδότες και αρχισυντάκτες των εφημερίδων και «κεκλεισμένων των θυρών» τους ενημερώνει για το πώς φτάσαμε σε πολεμική αναμέτρηση με την Ιταλία, και κλείνει με τα εξής: «θέλω φεύγοντες από την αίθουσαν αυτήν να πάρετε μαζί σας όλην την δική μου απόλυτη βεβαιότητα, ότι θα νικήσωμεν. Εν τούτοις πρέπει να σας επαναλάβω ό,τι επισημότερον διεκήρυξα από την πρώτην στιγμήν. Η Ελλάς δεν πολεμά δια την νίκην. Πολεμά δια την Δόξαν. Και δια την τιμήν της. Έχει υποχρέωσιν προς τον εαυτόν της να μείνη αξία της ιστορίας της. […] Αλλά υπάρχουν στιγμές κατά τις οποίες ένας λαός οφείλει, αν θέλη να μείνη μεγάλος, να είναι ικανός να πολεμήση, έστω και χωρίς καμμίαν ελπίδα νίκης. Μόνον διότι πρέπει».

Επίσης στο διάγγελμά του, ο Βασιλέας Γεώργιος ο Β,’ τονίζει τη σημασία της εθνικής ενότητας, της πίστεως, και της προάσπισης των ιδανικών: « Κατά την μεγάλην αυτήν στιγμήν είμαι βέβαιος ότι κάθε Έλλην και κάθε Ελληνίς θα εκτελέσωσι το καθήκον των και θα φανώμεν αντάξιοι της ενδόξου ημών Ιστορίας. Με πίστην εις τον Θεόν και εις τα πεπρωμένα της φυλής, το Έθνος σύσσωμον και πειθαρχούν ως εις άνθρωπος, θα αγωνισθή υπέρ βωμών και εστιών μέχρι της τελικής Νίκης». Ακόμα και οι ηγήτορες του στρατού μας, με το ίδιο θάρρος πορεύτηκαν προς την μάχη και τον αγώνα της νίκης. Το ίδιο σθένος και την ίδια αποφασιστικότητα, φανερώνει και η Ημερησία Διαταγή του Στρατάρχη Αλέξανδρου Παπάγου: «Θα πολεμήσωμεν με πείσμα, με αδάμαστον εγκαρτέρησιν, με αμείωτον μέχρι τελευταίας πνοής ενεργητικότητα. Έχω ακράδαντον την πεποίθησιν ότι ο Ελληνικός Στρατός θα γράψει νέας λαμπράς σελίδας εις την ένδοξον ιστορίαν του Έθνους. Μην αμφιβάλλετε ότι τελικώς θα επικρατήσωμεν, με την βοήθειαν και την ευλογίαν του Θεού και τας ευχάς του Έθνους. Έλληνες αξιωματικοί και οπλίται φανήτε ήρωες».

Αυτά τα λόγια, ενέπνευσαν τους απλούς πολίτες, τον λαό, άνδρες, γυναίκες και παιδιά νέους και γέρους, υγιείς και ασθενείς, που όλοι ήθελαν να αγωνιστούν μέχρι το τέλος. Έτσι οι γυναίκες μετέτρεψαν τον εαυτό τους σε υποζύγια κουβαλώντας τα πολεμοφόδια. Εκεί που κανένα άλλο μέσο δεν μπορούσε να φτάσει και να προσεγγίσει τους αγωνιστές μας, έφταναν οι Ελληνίδες. Μετά βλέπουμε παλικάρια ευθυτενή, περήφανα, ατρόμητα, γενναία με καρδιά λιονταριού, έτοιμα να ριχτούν στην μάχη και να νικήσουν. Μεροκαματιάρηδες, αγρότες, κτηνοτρόφοι, εργάτες, τεχνίτες καλλιτέχνες, ποιητές, δάσκαλοι, ήταν οι αγωνιστές του 40, μεγαλωμένοι γνωρίζοντας τους ήρωες, γνωρίζοντας την πίστη μας, γνωρίζοντας να κάνουν το σταυρό τους και να μην το θεωρούν περιττό, σηκώνοντας και το βλέμμα τους στον ουρανό, αντλώντας δύναμη από εκεί.

Μπορεί να ήταν φτωχοί στην τσέπη, αλλά ήταν πλούσιοι στην καρδιά. Ήταν ντροπαλοί στο βλέμμα, αλλά αγέρωχοι στον εχθρό. Τα χέρια τους ήταν σταθερά, κρατώντας το τουφέκι και στρέφοντας το στον εχθρό. Είχαν υπομονή και σεβασμό. Είχαν καλλιεργήσει μέσα τους την έννοια της διακονίας και της προσφοράς και δεν τα μετρούσαν όλα με τα χρήματα και με άλλες υλικές ανταμοιβές. Σε κοιτούσαν στα μάτια και ζητούσαν την καρδιά σου. Σήμερα σε κοιτάζουν στην τσέπη και θέλουν να σου πάρουν και τις ελάχιστες οικονομίες που έχεις για ώρα ανάγκης και στη συνέχεια σε πετάνε στο δρόμο. Αυτοί νίκησαν, άντεξαν και ξεπέρασαν την πείνα, τις ασθένειες, την ψείρα, γιατί ο εσωτερικός τους κόσμος ήταν γεμάτος από ψυχικά αποθέματα, που τους χόρταιναν στις δύσκολες ώρες του πολέμου και τους κρατούσε συντροφιά στην απομόνωση της βίας και της εξαθλίωσης που βίωναν.

Θα ήταν παράλειψη να μην θυμηθούμε την διακήρυξη των εξεχόντων μορφών του πνευματικού βίου της εποχής εκείνης, όπως του Κωστή Παλαμά, του Σπύρου Μελά, του Άγγελου Σικελιανού, του Γεώργιου Δροσίνη, του Στρατή Μυριβήλη, του Κώστα Ουράνη, του Γρηγόριου Ξενόπουλου, κ.α., όπως δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Νέα Ελλάς» στις 10 Νοεμβρίου 1940: «Είναι δύο εβδομάδες τώρα, που ένα τελεσίγραφο μοναδικό στα διπλωματικά χρονικά των Αθηνών για το περιεχόμενον, την ώρα και τον τρόπο που το παρουσίασεν, η Ιταλία κάλεσε την Ελλάδα να της παραδώση τα εδάφη της, να αρνηθή την ελευθερία της και να κατασπιλώση την τιμή της. Οι Έλληνες δώσαμε στην ιταμή αυτή αξίωσι της φασιστικής βίας, την απάντησι που επέβαλαν τριών χιλιάδων ετών παραδόσεις, χαραγμένες βαθειά στην ψυχή μας, αλλά και γραμμένες στην τελευταία γωνιά της ιερής γης με το αίμα των μεγαλυτέρων ηρώων της ανθρωπίνης ιστορίας. Και αυτή τη στιγμή κοντά στο ρεύμα του Θυάμιδος και στις χιονισμένες πλαγιές της Πίνδου και των Μακεδονικών βουνών πολεμούμε, τις περισσότερες φορές με τη λόγχη, αποφασισμένοι να νικήσουμε ή να αποθάνουμε μέχρις ενός. Σ’ αυτό τον άνισο σκληρότατο αλλά πεισματώδη αγώνα, που κάνει τον λυσσασμένο επιδρομέα να ξεσπάζη κατά των γυναικών, των γερόντων και των παιδιών, να καίη, να σκοτώνη, να ακρωτηριάζη, να διαμελίζη τους πληθυσμούς στις ανοχύρωτες και άμαχες πόλεις μας και στα ειρηνικά χωριά μας, έχουμε το αίσθημα ότι δεν υπερασπιζόμαστε δική μας μόνον υπόθεσι: Ότι αγωνιζόμεθα για την σωτηρία όλων εκείνων των Υψηλών αξιών που αποτελούν τον πνευματικό και ηθικό πολιτισμό, την πολύτιμη παρακαταθήκη που κληροδότησαν στην ανθρωπότητα οι δοξασμένοι πρόγονοι και που σήμερα βλέπουμε να απειλούνται από το κύμα της βαρβαρότητος και της βίας. Ακριβώς αυτό το αίσθημα εμπνέει το θάρρος σε μας τους Έλληνες διανοουμένους, τους ανθρώπους του πνεύματος και της τέχνης, ν’ απευθυνθούμε στους αδελφούς μας όλου του Κόσμου για να ζητήσουμε όχι την υλική αλλά την ηθική βοήθειά τους. Ζητούμε την εισφορά των ψυχών, την επανάστασι των συνειδήσεων, το κήρυγμα, την άμεση επίδρασι, παντού όπου είναι δυνατόν, την άγρυπνη παρακολούθησι και την ενέργεια για ένα καινούργιο πνευματικό Μαραθώνα που θα απαλλάξη τα δυναστευόμενα Έθνη από τη φοβέρα της πιο μαύρης σκλαβιάς που γνώρισε ως τώρα ο κόσμος».

Τέλος να αναφέρουμε και την συνεισφορά της Εκκλησίας, στον αγώνα και στο Έπος του 40. Η Εκκλησία υπήρξε συνεπής στο καθήκον, στο έργο και στην διακονία της, στέκοντας κοντά στα παιδιά της, είτε στην πρώτη γραμμή του πολέμου είτε στα μετόπισθεν, επιτελώντας ένα πολύ σπουδαίο έργο. Σε αυτό το σημείο θα αφήσω ένα κείμενο της εποχής να μιλήσει για μια εξέχουσα εκκλησιαστική προσωπικότητα, τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Χρύσανθο, ο οποίος κατά τον ενθρονιστήριο λόγο του, ως Μητροπολίτης Τραπεζούντος, είχε χαρακτηριστικά πει: «προτιμώ ιπτάμενος ως αετός να πέσω, ή έρπων να ζήσω». Ο Χρύσανθος όχι μόνο αρνήθηκε να ορκίσει την πρώτη κατοχική κυβέρνηση (Τσολάκογλου), αλλά συμπεριφέρθηκε με παγερή υπερηφάνεια και αγέρωχο ύφος στον Γερμανό στρατηγό Στούμμε, που τον επισκέφτηκε, προκειμένου να τον μεταπείσει. Αυτόν τον ηρωισμό και την πίστη επέδειξε και με το μήνυμά του προς τον ελληνικό λαό, με το ξέσπασμα του πολέμου. Γράφει : «»Ούτοι εν άρμασι και ούτοι εν ίπποις…» Τέκνα εν Κυρίω αγαπητά. Η Α.Μ. ο Βασιλεύς και ο Πρόεδρος της Εθνικής ημών Κυβερνήσεως καλούν ημάς πάντας ίνα αποδυθώμεν εις Άγιον υπέρ Πίστεως και Πατρίδος αμυντικόν αγώνα. Η Εκκλησία ευλογεί τα όπλα τα ιερά και πέποιθεν ότι τα τέκνα της Πατρίδος ευπειθή εις το κέλευσμα Αυτής και του Θεού, θα σπεύσουν εν μία ψυχή και καρδία να αγωνισθούν υπέρ βωμών και εστιών και της Ελευθερίας και τιμής, και θα συνεχίσουν ούτω την απ’ αιώνων πολλών αδιάκοπον σειράν των τιμίων και ενδόξων αγώνων και θα προτιμήσουν τον ωραίον θάνατον από την άσχημον ζωήν της δουλείας. Και μη φοβούμεθα από των αποκτεινόντων το σώμα, την δε ψυχήν μη δυναμένων αποκτείναι, ας φοβούμεθα δε μάλλον τον δυνάμενον και ψυχήν και σώμα απολέσαι. Επιρρίψωμεν επί Κύριον την μέριμναν ημών και Αυτός θα είναι βοηθός και αντιλήπτωρ εν τη αμύνη κατά της αδίκου επιθέσεως των εχθρών. Ούτοι εν άρμασι και ούτοι εν ίπποις, ημείς δε εν ονόματι Κυρίου του Θεού και εν τη γενναιότητι και ανδρεία ημών μεγαλυνθησόμεθα. Η Χάρις του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και η αγάπη του Θεού και πατρός είη μετά πάντων ημών».

Μετά τα παραπάνω όλοι κατάλαβαν, ότι οι Έλληνες δεν μπορούσαν να νικηθούν τόσο εύκολα και οι μάχες που θα δίνονταν, δεν θα ήταν και τόσο απλές. Οι Έλληνες δεν θα ήταν εύκολος αντίπαλος και εύκολος στόχος. Είμαστε υπερήφανοι για αυτό που έγινε τότε. Πρέπει όμως να κάνουμε και τους προγόνους μας υπερήφανους για την δική μας στάση και συμπεριφορά στο σήμερα. Σήμερα ο πόλεμος που διεξάγεται δεν είναι όπως τότε. Δεν έχουμε μετωπική επίθεση, αλλά με αργή, σιωπηλή, ύπουλη και χρονοβόρα διαβρωτική διείσδυση στο είναι μας, στην καρδιά μας, θέλουν να πετύχουν την καταστροφή και την εξαφάνισή μας. Αυτό που δεν πέτυχαν τότε με τα όπλα, θέλουν να το πετύχουν σήμερα με τον ύπουλο και υπόγειο τρόπο τον οποίο χρησιμοποιούν. Χρειαζόμαστε επαγρύπνηση, εγρήγορση, έναντι όλων των καταστάσεων εσωτερικών και εξωτερικών, προκειμένου να μην χάσουμε την κοινωνική μας συνοχή και να μην επιτρέψουμε την άλωσή μας.

Πρέπει να προσέξουμε τη λήθη, που είναι ο μεγαλύτερος εχθρός της μνήμης. Αν ξεχάσουμε ή διαγράψουμε από την μνήμη και την καρδιά μας, την ιστορία, τον πολιτισμό και την πίστη μας, θα μοιάζουμε με ασθενείς, που πάσχουν από αμνησία. Δεν θα γνωρίζουμε από πού ερχόμαστε, από ποιούς προερχόμαστε, με αποτέλεσμα να μην ξέρουμε που βρισκόμαστε και προς τα πού πορευόμαστε. Αν σβήσουμε το παρελθόν, πρόσφατο και παλαιό, θα ζήσουμε σ’ ένα ακατοίκητο μέλλον, είχε πει ο μεγάλος μας ποιητής, ο Γιώργος Σεφέρης. Δεν θέλουμε κάτι τέτοιο. Δεν μας αξίζει μια τέτοια κατάσταση. Δεν πρέπει να κάνουμε κάτι λιγότερο από αυτό που έκαναν οι σημερινοί ήρωές μας, προς τους οποίους κλίνουμε ευλαβικά το γόνυ της ψυχής και του σώματος. Υποκλινόμαστε μπροστά στη θυσία και προσφορά τους. Υποκλινόμαστε μπροστά στις μορφές τους, που μένουν ανεξίτηλες στο χρόνο, διδάσκοντας και νουθετώντας μας, να φτάσουμε στην κορυφή της επιτυχίας και της προόδου, όχι έρποντας, αλλά πετώντας. Όχι μιμούμενοι το σαλιγκάρι, αλλά τον περήφανο αετό.

Τελειώνοντας θα ήθελα να αναφέρω μια Κρητική παροιμία, με την οποία περιγράφει ο απλός μας λαός, την πορεία που πρέπει να ακολουθήσουμε, ώστε με βεβαιότητα και σιγουριά, να προχωρήσουμε και να κατακτήσουμε με ασφάλεια το μέλλον. Λέει λοιπόν: «Των μπροστινών πατήματα των πισινών γιοφύργια». Οι δρόμοι της δόξας των παλαιμάχων, είναι γεφύρια των σημερινών πολεμάρχων. Στη δόξα, στο αίμα και στα τίμια λείψανα, των ηρώων μας, ας χτίσουμε ότι ανώτερο και αγιότερο μπορούμε, έχοντας βάλει γερά θεμέλια, ποτίζοντάς τα με πολύ πίστη, ώστε να μπορούμε να αντιμετωπίσουμε τους έξω, αλλά και τους έσω εχθρούς μας, διώχνοντάς τους, από την χώρα των ΑΓΙΩΝ, ΤΩΝ ΗΡΩΩΝ, ΤΩΝ ΑΘΑΝΑΤΩΝ. Να τους διώξουμε από την χώρα εκείνη που γέννησε την δημοκρατία και γαλουχήθηκε με τα νάματα της Ορθοδοξίας. Να τους απωθήσουμε από τη χώρα εκείνη που από το ένα άκρο της μέχρι το άλλο, Ελληνισμός και Ορθοδοξία συμπορεύονται και προσφέρουν την αθανασία και την ευημερία, την ελπίδα και την πρόοδο, στους ελεύθερους στην ψυχή και στο σώμα Έλληνες πολίτες.

Συνεχίζεται {77}

Γίνετε συνοδοιπόροι μας στην γνώση και την ενημέρωση. Στείλτε στο info@poimin.gr άρθρα, φωτογραφίες, βίντεο ή κάτι που πιστεύετε ότι αξίζει να μοιραστείτε τόσο με εμάς όσο και με τους αναγνώστες μας.