Πρωτ. Βασίλειος Ι. Καλλιακμάνης, Καθηγητής Τμήματος Θεολογίας Α.Π.Θ.

Ορισμένοι σύγχρονοι θεολόγοι υποστηρίζουν, ότι η Εκκλησία σώζει τον κόσμο «με αυτό που είναι» (ως χώρος ϕανερώσεως της χάριτος και αγιασμού των ανθρώπων) κι όχι  «με αυτό που κάνει» (την κοινωνική της προσϕορά). Η θέση αυτή είναι  καταρχήν ορθή, αρκεί  να μην αυτονομείται. Διότι  έχει  μεγάλη σημασία και «αυτό που κάνει». Από το άλλο  μέρος δημοσιογράϕοι  και σχολιαστές της  σύγχρονης κοινωνικής  πραγματικότητας βλέπουν την Εκκλησία ως κοσμική κοινωνική οργάνωση αναζητώντας  και αναγνωρίζοντας σε αυτή μόνο το κοινωνικό έργο,  παραβλέποντας προϕανώς  ότι  το  πνευματικό  και μυστηριακό της έργο  έχει  κοινωνικές διαστάσεις. Αναρωτιέμαι, όταν περάσει η οικονομική κρίση, η Εκκλησία δεν θα έχει κάτι να προσϕέρει στην κοινωνία;

Στον ελάχιστο χρόνο που έχω στη διάθεσή μου,  θα αναϕέρω ορισμένα παραδείγματα προσϕοράς της Εκκλησίας σε περιόδους κρίσεων.

1.Η Εκκλησία καταρχήν προσϕέρει τον πνευματικό και υλικό της πλούτο, όχι απλώς για την ατομική ηθική βελτίωση των ανθρώπων αλλά για την οντολογική τους ανακαίνιση που σημαίνει μπόλιασμα με το πνεύμα του αυτοθυσιαστικού ήθους. Προσϕέρει το Ευαγγέλιο της χαράς, το ευαγγέλιο της ειρήνης, το ευαγγέλιο της δικαιοσύνης, της ελπίδας και της αγάπης. Δηλαδή το Ευαγγέλιο  του Χριστού, ο οποίος είπε: «Δεύτε προς με πάντες οι κοπιώντες και πεϕορτισμένοι καγώ αναπαύσω υμάς». Η Εκκλησία ϕορτώνεται και ξεπλένει τις αμαρτίες του κόσμου. Και δεν πρέπει τα στελέχη της να διαμαρτύρονται γι΄ αυτό.  Οι πρώτοι που θυσιάζονται για το καλό της κοινωνίας και του λαού είναι τα ϕιλότιμα μέλη της, είτε κληρικοί είτε λαϊκοί.

Είναι συγκλονιστική η μαρτυρία του καθηγητή Γεωργίου Μυλωνά που συνελήϕθη και ϕυλακίστηκε με μια ομάδα ϕοιτητών από το Διεθνές Κολλέγιο της Σμύρνης το 1922. Οι Τούρκοι θα τους εκτελούσαν, αλλά τους έσωσε ένας Τουρκοκρητικός και τους έδωσε τις παρακάτω πληροϕορίες, που ο Μυλωνάς μετέϕερε στο βήμα της Ακαδημίας Αθηνών το 1982  σε έκτακτη συνεδρία για τη συμπλήρωση 60 χρόνων από την καταστροϕή της Σμύρνης. Ιδού η ομολογία του Τουρκοκρητικού και ο σύντομος διάλογος με το Γ. Μυλωνά:

«Παρακολούθησα το χάλασμα του Δεσπότη σας (εννοεί τον Ιερομάρτυρα  Χρυσόστομο Σμύρνης).  Ήμουν μ΄ εκείνους που τον τύϕλωσαν, που του ‘βγαζαν τα μάτια και αιμόϕυρτο τον έσυραν από τα γένεια και τα μαλλιά στα σοκάκια του Τουρκομαχαλά, μ΄εκείνους που τον ξυλοκοπούσαν, τον έβριζαν και τον πετσόκοβαν. Βαθειά εντύπωση μου έκανε και αξέχαστος  η στάση του. Στα μαρτύρια που τον υπέβαλαν δεν απήντα με ϕωνές, με παρακλήσεις, με κατάρες. Το πρόσωπό του το κατάχλωμο, το σκεπασμένο με το αίμα των ματιών του, το είχε εστραμμένο προς τον ουρανό και διαρκώς κάτι ψιθύριζε, που δεν ηκούετο πέρα από την περιοχή του. Ξέρεις εσύ, δάσκαλε, τι έλεγε;» – «Ναι ξέρω» του απήντησα. «Έλεγε: Πάτερ Άγιε, άϕες αυτοίς, ου γαρ οίδασι τι ποιούσι». «Δεν σε καταλαβαίνω, δάσκαλε, μα δεν πειράζει. Από καιρού σε καιρό, όταν μπορούσε, ύψωνε κάπως το δεξί του χέρι και ευλογούσε τους διώκτες του. Κάποιος πατριώτης μου αναγνωρίζει την χειρονομία της ευλογίας, μανιάζει, και με το τρομερό μαχαίρι του κόβει και τα δύο χέρια του Δεσπότη. Εκείνος σωριάστηκε στη ματωμένη γη με στεναγμό, που ϕαινόταν μάλλον στεναγμός ανακουϕίσεως παρά πόνου. Τόσο τον λυπήθηκα τότε, που με δυό σϕαίρες στο κεϕάλι τον αποτελείωσα. Αυτή είναι η ιστορία μου. Τώρα που σας την είπα, ελπίζω πως θα ησυχάσω. Γι αυτό σας χάρισα τη ζωή». – «Και που τον έθαψαν;» ρώτησα με αγωνία.- «Κανείς δεν ξέρει πού έριξαν το κομματιασμένο του κορμί».

2. Το δεύτερο που προσϕέρει η Εκκλησία σε περιόδους κρίσεων είναι τα χρυσά και τα αργυρά της, που  ο λαός τα πρόσϕερε από ευλάβεια και ευγνωμοσύνη κι εκείνη τα επιστρέϕει για το λαό. Αυτοί που πλούτισαν σε βάρος του λαού τα τελευταία 40 χρόνια, δεν πρέπει με κάποιο τρόπο να επιστρέψουν στην ελληνική κοινωνία αυτόν τον πλούτο; Όχι με ϕιλανθρωπίες, αλλά με επενδύσεις, δουλειές και παίρνοντας κάποιο ρίσκο.

Το 1822 ο επίσκοπος Ανδρούσης Ιωσήϕ πρότεινε να συγκεντρωθούν όλα τα χρυσά σκεύη της Εκκλησίας εκτός από τα άγια δισκοπότηρα και τις λαβίδες. « Και συνεισέϕεραν προθύμως Εκκλησίαι και Μοναί: λυχνίας αργυράς, και κηροπήγια και εί τι των εντός της Θείας τραπέζης καθιερωμένων χρυσών και αργυρών, επαρκούσαι προς διατροϕήν των αγωνιζομένων πενήτων, και κουϕίζεσθαι το δυνατόν τα ϕοβεράς ανάγκας του πολέμου. Συνήχθησαν δε περίπου λίτραι δισχίλιαι τετρακόσιαι (ή οκάδες 800) αργύρου και χρυσού και νόμισμα από τούτων ήθελον κόπτειν», όπως αναϕέρει ο  Κωνσταντίνος Οικονόμου.

Επίσης από το 1917 μέχρι το 1930 απαλλοτριώθηκαν εκκλησιαστικές εκτάσεις αξίας άνω του 1.000.000.000 προπολεμικών δραχμών για την αποκατάσταση  των προσϕύγων της Μικρασιατικής καταστροϕής. Το κράτος κατέβαλε στο τότε Γενικό Εκκλησιαστικό Ταμείο, που είχε  ιδρυθεί από το ίδιο για  τη  συντήρηση  του  κλήρου  μόνο  40  εκατομμύρια. Τα υπόλοιπα 960. 000.000  οϕείλονται  ακόμη.

Κάτι ανάλογο έγινε το 1952 και το 1987. Το πρόβλημα είναι ότι  η περιουσία αυτή δεν δόθηκε τελικά στο πτωχό λαό, αλλά την εκμεταλλεύτηκαν και μεγάλο μέρος πούλησαν οι επιτήδειοι με ίδιον όϕελος.  Γι’ αυτό και είμαστε δύσπιστοι και καχύποπτοι. Δεν πιστεύουμε εύκολα τα μεγάλα λόγια. Ας ελπίσουμε, ότι αυτά που λέγονται εδώ σήμερα από τους εκπροσώπους της Ν.Δ. θα αναγνωρίζονται κι όταν οι συνομιλητές μας θα βρίσκονται στην εξουσία.

3. Πέρα όμως από τα παραπάνω υπάρχει και ένα  άλλο γεγονός, που δεν έχει  προσεχθεί. Οι  κληρικοί είναι οι μόνοι στο δημόσιο χώρο που με πρωτοβουλία τους κτίζουν, διακοσμούν, συντηρούν, ανακαινίζουν και γενικά ϕροντίζουν το χώρο στον οποίο εργάζονται. Σε κάθε Μητρόπολη υπάρχουν ανοιχτά  πολλά εργοτάξια για δεκαετίες, όπου απασχολούνται οικοδόμοι όλων των ειδικοτήτων, τεχνίτες, αλλά και μαραγκοί, ξυλογλύπτες, αγιογράϕοι, αργυροχόοι και άλλοι. Αναπτύσσεται αθόρυβα ένας θαυμάσιος πολιτιστικός πλούτος. Τα χρήματα για όλα αυτά τα έργα δεν προέρχονται από επιχορηγήσεις  του κράτους, αλλά κατά κανόνα από το λαό του Θεού και μικρούς δωρητές, που βλέπουν το έργο της Εκκλησίας να προάγεται. Οι επίσκοποι και εϕημέριοι που αναλαμβάνουν το έργο αυτό γίνονται συχνά «ζητιάνοι», για να το  ϕέρουν σε  πέρας. Να σημειωθεί στο σημείο αυτό, ότι τα τελευταία χρόνια πολλοί  ναοί λόγω της οικονομικής κρίσης έχουν αναστείλει τις οικοδομικές εργασίες τους και δίδουν προτεραιότητα στο κοινωνικό έργο.

Ακόμη σε  κάθε ναό απασχολούνται με έμμισθη σχέση και ασϕάλιση ψάλτες, νεωκόροι, καθαριστές κ.λπ. Δεν είναι εύκολο να υπολογίσει κάποιος πόσες χιλιάδες οικογένειες ζουν σήμερα από τα «εργοτάξια της Εκκλησίας», χωρίς την  παραμικρή  επιβάρυνση για  το  κράτος.

Ανάλογο έργο γίνεται στα μοναστήρια από τους μοναχούς, οι οποίοι όχι μόνο ανακαινίζουν και συντηρούν τις κτιριακές εγκαταστάσεις και διαϕυλάσσουν το  ϕυσικό περιβάλλον, αλλά  γίνονται  ταυτόχρονα και άμισθοι ϕύλακες των μνημείων αλλά και των κειμηλίων μεγάλης αξίας που θησαυρίζονται  εκεί.

4. Παράλληλα στις μέρες μας η  Εκκλησία έχει να επιδείξει σημαντικό κοινωνικό έργο, παρότι  δεν  είναι αυτή η κύρια αποστολή της.

Οι υποδομές για το κοινωνικό έργο της Εκκλησίας αναπτύχθηκαν κυρίως με τα μεγάλα μεταναστευτικά ρεύματα από τις γειτονικές κυρίως χώρες των Βαλκανίων. Στη συνέχεια όμως χρειάσθηκαν και για τον εντόπιο πληθυσμό. Στα οργανωμένα Ιδρύματα της Εκκλησίας  έχουν αναπτυχθεί ποικίλες δράσεις παροχής προνοιακών και ϕιλανθρωπικών υπηρεσιών. Συσσίτια, γηροκομεία, γενικά ϕιλόπτωχα  ταμεία,  παιδικοί σταθμοί, κοινωνικά ιατρεία, Ιδρύματα χρονίως πασχόντων, κέντρα ρουχισμού, τράπεζες αίματος και άλλες ενοριακές δραστηριότητες που δεν μας αρκεί ο χρόνος να αναϕέρουμε.

Θα αναϕέρω όμως το εξής: Για τη συντήρηση και τη λειτουργία των Ευαγών  Ιδρυμάτων της  Εκκλησίας της  Ελλάδος δαπανώνται ετησίως περί τα 100.000.000 Ευρώ, χωρίς να μπορεί να υπολογισθεί το κόστος της εθελοντικής  προσϕοράς όσων διακονούν  αμισθί τις δραστηριότητές της. Να σημειωθεί ότι και οι εθελοντές ωϕελούνται πολύ περισσότερο, διότι βγαίνουν από την απομόνωση, δημιουργούν  πνεύμα συλλογικής συνείδησης και  αισθάνονται  χρήσιμοι στην κοινωνία. Δεν θα αναϕερθώ στις δραστηριότητες της Μητροπόλεώς μας, οι οποίες είναι γνωστές στους πολίτες και ήδη αναϕέρθηκαν ορισμένες από αυτές.

5. Πέρα όμως από όλα αυτά η Εκκλησία δεν κολακεύει το λαό σε αντίθεση με άλλους κοινωνικούς και κομματικούς σχηματισμούς. Κρατά τη μνήμη ζωντανή. Λέει στο λαό την αλήθεια και τον καλεί σε μετάνοια. Του θυμίζει την προσωπική και κοινωνική ευθύνη. Προτείνει το μέτρο με την αριστοτελική έννοια του όρου. Εμπνέει την κοινωνική αλληλεγγύη και έτσι συμβάλλει στην κοινωνική αρμονία και την υπέρβαση των αδιεξόδων που δημιουργεί η σύγχρονη πολύπλευρη κρίση.

*Η Ομιλία πραγματοποιήθηκε στις 14-9-2017 στην Ημερίδα για το Κοινωνικό και Φιλανθρωπικό Έργο της Εκκλησίας στο θεατράκι τοῦ Δήμου Νεάπολης.