Με μεγαλοπρέπεια έγινε ο πολυχρονισμός του Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαιου, ανήμερα της μνήμης του Αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτου στο ναό του πολιούχου Αθηνών.

Και δώστου πολλά τα έτη και από κοντά το εν πρώτοις και όλα τα πρέποντα εν μέσαις Αθήναις.

Η διαρκής Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος στην τελευταία συνεδρία της 160 περιόδου, έλαβε μία απόφαση η οποία πραγματικά είναι ακόμα στην επικαιρότητα από τα όσα προκάλεσε σε συζητησεις και αναζήτηση της σκοπιμότητας της.

Τα όσα θα μπορούσαν να εκληφθούν έκ της εγκυκλίου αυτής, πάρα πολλά, καταγράφουμε μερικά ανώδυνα.

Πρώτον, η όχι και τόσο αγαθή διάθεση που υπάρχει από την Εκκλησία της Ελλάδος προς την μητέρα της, Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως και τον Αρχιεπίσκοπο της και Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίου. Θέλοντας και μη κοντά στα ξερά κάηκαν και τα χλωρά των υπολοίπων εκκλησιαστικών δικαιοδοσιών.

Δεύτερον, ότι κάποιοι Συνοδικοί δεν νιώθουν υποχρέωση σε αγιορείτες για την εκλογή τους ή για άλλες παροχές.

Τρίτον, η διαρκής παρουσία ηγουμένων, γερόντων και όχι μόνο, σε εορτές και ομιλίες εντός της Ελληνικής επικράτειας είναι τόσο συχνή πού κάποιοι ακόμα και από τους αγιορείτες αναρωτιούνται εάν μερικοί από αυτούς, διανυκτρεύουν ποτέ στο Άγιο Όρος.

Τέταρτον, ο εισηγητής του θέματος επικαλούμενος την αρχή της αμοιβαιότητας υποβαθμίζει το αρχιερατικό αξίωμα εξισώνοντας το με αυτό των ιερομονάχων έστω και ηγουμένων.

Πέμπτον, ο Οικουμενικός Πατριάρχης είναι ο τοπικός επίσκοπος του Αγίου Όρους, δεν είναι η εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως, από την οποία ζητάτε η άδεια ιεροπραξίας στο Άγιον Όρος από τους επισκόπους.

Η αρχή της αμοιβαιότητας λοιπόν ίσχυε αφού ούτε ο ίδιος ο Πατριάρχης εισέρχεται σε επαρχία ουδενός, ακόμα και των υπό Αυτόν Μητροπόλεων, χωρίς να έχει την άδεια ή πρόσκληση του επιχωρίου επισκόπου.

Έκτον, ουδέποτε ζητήθηκε από ιερομόναχους πρεσβύτερους και διακόνους, οι οποίοι εισέρχονταν στο Άγιον Όρος, να λάβουν άδεια από τον Οικουμενικό Πατριάρχη για να ιεροπράξουν. Λαμβάνουν αυτήν από τον ηγούμενο ή του γέροντα του εκασταχού κελιού.

Εβδομον, οι συνοδικοί Ιεράρχες ξέχασαν ότι τα Αγιορείτικα μοναστήρια έχουν στα μεγάλα αστικά κέντρα μετόχια, είτε από ιδρύσεως, είτε από κληρονομιές, κανονικά ή ιδιωτικά. Αυτά λειτουργούν από μόνα τους ως πόλοι έλξης των πιστών.

Τι έμεινε λοιπόν, μόνο η κατανάλωση μελάνης και χάρτου αλλά και η χρονική καθυστέρηση, γιατί η αλληλογραφία των αγιορειτών θα πρέπει να γίνεται μέσω του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Θα χρειαστεί βεβαια και ενίσχυση των διακονητών του γραφείου της Μονής από μοναχούς οι οποίοι θα έχουν γνώση των ηλεκτρονικών μέσων ώστε να μπορούν να χρησιμοποιούν το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο για την ταχύτερη μετάδοση των πραγμάτων.

Η αλήθεια είναι πως ο ρόλος του Αγιορείτη είναι η προσευχή, η άσκηση, η νηστεία, η συμμετοχή στα διακονήματα εντός του Αγίου Όρους, αλλά κ εκτός στα μετόχια ή για ζητεία.

Σε αντικατάσταση λοιπόν του παλαιού διακονήματος της ζητείας, έχουμε τα σύγχρονα διακονήματα που είναι η αντιγραφή των εικόνων, ή συνοδεία των προσκυνημάτων, η περιφορά των σωμάτων των ηγουμένων από ομιλίας εις κήρυγμα, μη έχοντας ουσιαστικά και πολλά πράγματα να μας πουν από όσα έχουμε τουλάχιστον μέχρι σήμερα παρακολουθήσει.

Πάντως η χθεσινή λειτουργία στο ναό του πολιούχου Αθηνών, αποδεικνύει περίτρανα ότι κάποιες εγκύκλιοι γίνονται για να ικανοποιήσουν συμπλέγματα ορισμένων ανθρώπων και φυσικά εκπίπτουν στην αχρησία.

Συνοπτικός