«Πώς μας θωρείς ακίνητος…
πού τρέχει ο λογισμός σου,
τα φτερωτά σου τα όνειρα…
Γιατί στο μέτωπό σου
να μη φυτρώνουν, γέροντα,
τόσες χρυσές αχτίδες
όσες μας διδ΄η όψη σου
παρηγοριές κι΄ελπίδες;»
 

Μακαριστέ πατέρα και ποιμενάρχη μας!

Έφυγες ξαφνικά !!!….
Έφυγες, και γέμισες ανθρωπίνως την ψυχή
και την καρδιά μας, το πνεύμα και τη διάνοιά μας, με πόνο και θλίψη !!!… Έφυγες, ένα καλοκαιριάτικο πρωϊνό. Και το άκουσμα της κοιμήσεώς σου πάγωσε τις καρδιές μας !!!
Έφυγες και μας άφησες ορφανούς στην κυριολεξία, μετά από σαράντα τρία χρόνια Αρχιερατείας, στην Αποστολοδιάβατη και Αποστολοΐδρυτη Εκκλησία των Φιλίππων, πρώτη της Μακεδονίας και της Ευρώπης, την αγαπημένη Εκκλησία του ιδρυτού της, Αποστόλου των Εθνών Παύλου !
Έφυγες, μετά από σαράντα τρία χρόνια αδιάλλειπτης προσφοράς στη Μητρόπολη που σου έλαχε, όταν ήσουν νεώτατος, μόλις τριάντα πέντε ετών !
Έφυγες, για τους ουρανούς, στο επουράνιο θυσιαστήριο, κοντά στον Αρχιποίμενα Χριστό, τον οποίον τόσο, μα τόσο αγάπησες, προσφέροντας τη ζωή σου σε Εκείνον και στον άνθρωπο, τον κάθε άνθρωπο, γιατί, ο κάθε άνθρωπος έλεγες, είναι Εικόνα του Θεού !
Έφυγες, δίνοντας στην υπηρεσία του Κυρίου και του ποιμνίου σου και την τελευταία ικμάδα της ψυχής σου και των δυνάμεών σου!
Έφυγες, τόσο, μα τόσο κουρασμένος, αλλά ταυτόχρονα τόσο ικανοποιημένος, διότι «εποίησες τα διαταχθέντα» και, «όταν ποιήσητε πάντα τα διαταχθέντα ὑμῖν» λέγεται ότι δούλοι έσμέν, ὅτι ὅ όφείλομεν ποιήσαι πεποιήκαμεν (Λουκ. 17, 9-10).
Έφυγες, και ο θρήνος της απωλείας βουβός καθημερινά πνίγει τις καρδιές μας!
Έφυγες, και χάθηκε το φως της ψυχής μας! Πάγωσε το χαμόγελο στα χείλη μας! Πάγωσαν οι αισθήσεις και τα συναισθήματά μας ! Κεραυνός εν αιθρία το άκουσμα της κοιμήσεώς σου!!!
Έφυγες, και χάσαμε το φάρο μας ! Τον ποδηγέτη μας! Τον συμπαραστάτη μας ! Τον αρωγό και μέντορά μας! Τον προστάτη μας ! Τον πατέρα μας ! Τον αδελφό, τον φίλο !
Έφυγες, και μας λείπουν όλα εκείνα τα ποικίλα και μοναδικά χαρίσματα του χαρακτήρος σου. Μυρίπνοα άνθη της αγάπης, της καλοσύνης, της υπομονής, της επιμονής, της αδιαλλείπτου προσφοράς, της ταπείνωσης, του μοναδικού πνευματικού σου λόγου, της απλότητας, της αρχοντιάς, του καλού και αγαθού ποιμένος, του αυστηρού, όταν το επέβαλαν οι περιστάσεις, του άκακου, του ασκητού!
Έφυγες, Εσύ, που μας έμαθες να αγαπούμε, να συγχωρούμε, να έχουμε ελπίδα προς τον Κύριο, ότι, όλα Εκείνος τα βλέπει και θα αποδώσει το δίκαιο! Έφυγες, εσύ, που ήσουν μια ανοιχτή αγκαλιά για το ποίμνιο σου, κληρικούς και λαϊκούς !
Έφυγες, Εσύ, που μας έμαθες να εργαζόμαστε προς δόξαν Θεού και του πιστού λαού !Εσύ που μας έμαθες να υπομένουμε με καρτερικότητα τις όποιες αντιξοότητες της ζωής με υπομονή και πίστη στο Θεό!
Έφυγες, Εσύ το απάνεμο λιμάνι της παρηγοριάς και ο κυματοθραύστης μας.!
Έφυγες. Εσύ, που γέμιζες πλούσια το νου, την ψυχή και τη σκέψη μας, από την άριστη και πλούσια θεολογική σου κατάρτιση και την εμπειρία των σαράντα και πλεόν ετών της Αρχιερωσύνης σου!
Έφυγες, Εσύ ο αυθεντικός, ο ακέραιος, ο δημιουργικός, ο αποφασιστικός, ο αποτελεσματικός ηγέτης και ποιμένας.
Έφυγες, Εσύ, ο ιεροπρεπής, ο υπέροχος λειτουργός ενώπιον του θυσιαστηρίου του Υψίστου!
Ο Λάτρης του τυπικού και της παράδοσης!
Έφυγες, Εσύ, που καθημερινά κατανάλωνες τη ζωή σου και την προσωπική σου ησυχία-ηρεμία, δεχόμενος και αφουγκραζόμενος από το πρωΐ μέχρι αργά το απόγευμα στο γραφείο σου όλους εκείνους που ήθελαν να σε συνατήσουν! Τους κοπιόντας και πεφορτισμένους, να σε δουν, να εκφράσουν τον πόνο τους και τα προβλήματά τους, ακούγοντάς τους με προσοχή και δίνοντάς τους λύσεις, στο μέτρο του δυνατού και εφικτού και έφευγαν όλοι ανακουφισμένοι από κοντά σου!
Βάλσαμο ο λόγος σου! Γιατί ήταν αληθινός, πηγαίος. «Γέγονες τοις πάσι τα πάντα ἴνα πάντας τινάς σώσεις».
Έφυγες, Εσύ, που ήσουν «»Ο Λύχνος ἐπί τόν μόδιον».
Έφυγες, Εσύ, που δεν έκαμες ποτέ συμβιβασμούς και εκπτώσεις στη ζωή σου, γι΄αυτό και όλοι στην Ιεραρχία άκουγαν με προσοχή τον λόγο σου!
Έφυγες, Εσύ, που η ζωή και η πολιτεία σου, ήταν φανερή σε όλους όχι μόνον στα λόγια, αλλά κυρίως εις τα έργα σου και τις πράξεις σου,καρποί της πίστεως και της αγάπης σου!
Έφυγες, Εσύ, που εργάστηκες σιωπηρά και αθόρυβα επί τέσσερες δεκαετίες και τρία έτη, νύχτα και ημέρα, χωρίς να δώσεις «ὕπνον τῖς κροτάφοις σου καί τοῖς βλεφάροις σου νυσταγμόν».
Έφυγες, Εσύ, που δεν είχες ανάγκη του επαίνου του κόσμου, διότι είχες «λογιστήν τον Θεόν»ο οποίος εγνώριζε τα μύχια της καρδίας σου και τα κίνητρα των πράξεών σου!
Έφυγες, Εσύ, που κοσμούσες με το πρόσωπο σου την Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος!
Η γνώμη σου, οι θέσεις σου, οι απόψεις σου, μέτραγαν και γίνονταν αποδεκτές!«…..Η γνώμη του Αγίου Φιλίππων ήταν απαραίτητη, βαρύνουσα, σεβαστή»
Η Εκκλησία της Ελλάδος σου οφείλει πολλά, γιατί πάντα στις δύσκολες στιγμές της πορείας της, εσύ σήκωνες στους ώμους σου όλα εκείνα τα βάρη της εκπροσωπήσεως στα Συνοδικά όργανα με αυταπάρνηση, γενναιότητα και ανιδιοτέλεια!
Έφυγες, Εσύ, που η εμπειρία τόσον δεκαετιών και ο πνευματικός πλούτος τόσον ετών, συνδυασμένα με τη βαθειά πίστη στο Θεό και την αρετή της αγάπης δεν έκαμαν ποτέ λάθος!
Έφυγες, Εσύ, ο γνώστης ο βαθύς της επικαιρότητος και της πραγματικότητος! Ο υπέροχος, ο μοναδικός συζητητής! Ο εξαίρετος, ο άριστος χειριστής του προφορικού και του γραπτού λόγου! Το κήρυγμά σου πάντα μεστό περιεχομένου, απαύγασμα της αρίστης θεολογικής καταρτίσεως σου, ευαγγελιζόταν στο σύγχρονο ταλαιπωρημένο άνθρωπο, τον ευαγγελικό λόγο του Κυρίου.
Ηρεμούσε, σαγήνευε, γαλήνευε, προβλημάτιζε την ταραγμένη ψυχή του!
Έφυγες, Εσύ, που η ζωή σου ήταν μεστή έργων αγαθών, οι καρποί των έργων σου ασύγκριτοι, μοναδικοί, ευλογημένοι, προς δόξαν Θεού και του ευλογημένου λαού! Πλούσιο το κοινωνικό σου έργο, σημάδι της ανιδιοτελούς αγάπης σου, θα μένει ανά τους αιώνες, θυμίζοντας στους επερχόμενους το φωτεινό πρόσωπό σου! Η αγάπη σου για τη νεότητα, με τις κατασκηνώσεις, το ενδιαφέρον σου για την εργαζόμενη μητέρα με τον υποδειγματικό βρεφονηπιακό σταθμό. η φροντίδα και η μέριμνά σου για τα δύο μοναδικά γηροκομεία, τα τραπέζια της αγάπης, που είχες δημιουργήσει πριν τριάντα και πλέον χρόνια για τους ανήμπορους και μοναχικούς ανθρώπους!…
Τα μηνιαία και έκτακτα βοηθήματα.
Το κεντρικό ταμείο Ευποιΐας.
Το ταμείο των υποτροφιών για τους αδυνάτους να σπουδάσουν φοιτητές και τόσα, τόσα άλλα, φανερά και κρυφά, «ὥν οὐκ ἔστιν άριθμός».
Πιστός τηρητῆς του λόγου του Απ. Παύλου «τῆς δέ κοινωνίας και εὐποιΐας τα ἔργα μή ἐπιλανθάνεσθε τοιαύταις γάρ θυσίες εὐαρεστεῖται ὁ Θεός…»
Έφυγες, Εσύ, ο πρωτοπόρος, ο διδάξας την εξωτερική ιεραποστολή στη Μαύρη Ήπειρο, στην Ουγκάντα! Κτίζοντας Εκκλησίες, Σχολεία, κέντρα υγείας, παιδικούς σταθμούς, προς ανακούφιση των μαύρων αδελφών μας! Έφτασες μέχρι και την Μαδαγασκάρη!…
Έφυγες, Εσύ, ο Άρχοντας και συνάμα απλός ασκητής. Ο γράφων γνωρίζει…
Όταν αποσφράγισαν τον προσωπικό χώρο σου, κάτω των τριάντα τετραγωνικών, (αυτός ήταν ο χώρος στον οποίο ζούσε ο Μητροπολίτης), δεν πίστευαν στα μάτια τους οι αρμόδιοι δημόσιοι φορείς. «Εδώ ζούσε ο Μητροπολίτης;», αναρωτήθηκαν! Ναι εδώ ζούσε ο Επίσκοπος, σ΄ένα κελλί κατωτέρου και του πλέον αυστηρού ασκητού του Αγίου Όρους! Χωρίς υπηρέτες και επιδαψιλεύσεις στο πρόσωπό του!!!
Έφυγες, Εσύ, που οραματίστηκες και τελικά πραγματοποίησες την ανέγερση ενός συγχρόνου Συνεδριακού κέντρου, μοναδικού στην περιοχή Μακεδονίας-Θράκης, προς τιμήν του ονόματος του ιδριτού της Εκκλησίας των Φιλίππων, του ουρανοβάμωνος Αγίου Αποστόλου Παύλου. Με σκοπό, όπως ο ίδιος είχες γράψει : «την προβολή στην Ευρωπαϊκή και παγκόσμια κοινότητα της πνευματικής ακτινοβολίας και του σημαντικού ρόλου των Φιλίππων και της Νεαπόλεως».
Άοκνο και ανύστακτο το ενδιαφέρον σου για τους Φιλίππους, ξεχωριστό κομμάτι της αγάπης και του ενδιαφέροντός σου το ιερό προσκύνημα της Αγίας Λυδίας Φιλιππησίας, για το οποίο, ιδιαίτερα εκοπίασες, επόνεσες, εδούλεψες, έγραψες και το κατέστησες παγκόσμιο, οικουμενικό προσκύνημα, όπως ακριβώς το επιθμούσες, το εσχεδίαζες, το ονειρευόσουν και το έπραξες, πλουτίζοντάς το με μοναδικά έργα τέχνης αγιογραφίας, ψηφιδωτών, βιτρώ, ορθομαρμαρώσεως κ.α.
Ήσουν Εσύ, ο εμπνευστής της κατασκευής του υπαιθρίου Βαπτιστηρίου, παρά τον Ζυγάκτην ποταμόν, εις τον τόπον της βαπτίσεως της Αγίας Λυδίας υπό του Αποστόλου Παύλου, όπου εκατοντάδες ετεροδόξων κατηχούνται στην ορθόδοξη πίστη και βαπτίζονται εις τον Σταυρό του ποταμού, φέρνοντας στις μνήμες μας, πρωτοχριστιανικούς χρόνους και τα βαπτιστήρια των περίφημων βασιλικών των Φιλίππων!
Έφυγες, Εσύ ο ανυποχώρητος, γενναία και παληκαρίσια από τη θέση των οικονομικών της Εκκλησίας της Ελλάδος που σου ανετέθη, γιατί δεν ανέχθηκες σκιές και πλάγιες οδούς, αντίθετα προς την συνείδησή σου και προς το καλό νοούμενο συμφέρον της Εκκλησίας!
Έφυγες, Εσύ, ο ακέραιος και ειλικρινής, ο αληθής, ο ευθύς, ο άψογος, ο δίκαιος!
Βάδιζες πολλές φορές τον μοναχικό βίο-δρόμο σου, έχοντας όμως προστάτη και βοηθό, τον δικαιοκρίτη Χριστό!
Πόσα και πόσα ακόμη θα μπορούσαμε να διηγηθούμε και να γράψουμε για το σεπτό πρόσωπό σου Δεσπότη μας!…
Μέρες, μήνες, χρόνια, δεν θα έφταναν διηγούμενοι τα μεγαλεία της καρδιάς, της προσφοράς, της παρουσίας σου, της ζωής και της μεγαλειώδους και μοναδικής καρδιάς σου, της ειλικρινούς και ανιδιοτελούς αγάπης σου στο ποίμνιο σου, τη Μητρόπολή σου και γενικά την Εκκλησία.
Έφυγες, και μας άφησες μόνους και ορφανούς! Αλλά η παρακαταθήκη σου θα είναι παράδειγμα στη ζωή μας! Το ιερό πρόσωπό σου θα φωτίζει πάντα το νου και την καρδιά μας, Γέροντα σεβαστέ, και αγαπημένε! Γέμισες με πλούτο πνευματικό την ύπαρξή μας. Ήσουν Σχολείο, μαθητεία, ήσουν πανεπιστήμιο!!!
Επηρέασες τη ζωή, την καθημερινότητά μας, τη σκέψη, τις ενέργειές μας, τη συμπεριφορά μας…
Αναλογίζομαι πολλές φορές…
πόσο στ΄αλήθεια τυχεροί βρεθήκαμε στην ιερατική μας πορεία!
Πόσο ευτυχείς που Σας είχαμε Επίσκοπο στο πηδάλιο της Αποστολοΐδρυτης Εκκλησίας μας!
Πόσο ευτυχείς, γιατί διδαχθήκαμε από την απλότητα της ζωής και της ταπείνωσής Σας!
Πόσο ευτυχείς που συμμετείχαμε των πνευματικών ανησυχιών Σας και του Δημιουργικού σας έργου!
Σε ευχαριστούμε γιατί μας έκαμες την τιμή να γνωρίσουμε στο βάθος όλες εκείνες τις αρετές και ικανότητές Σου, όλες εκείνες τις χάρες της ψυχής Σου. Το φιλόστοργο του χαρακτήρος σου, την ευγένεια της ψυχής Σου, την ευρύτητα του πνεύματός Σου, το φιλεύσπλαχνο της καρδιάς Σου!
Έφυγες, και είπε κάποιος μετά την κοίμησή σου Δέσποτα. «…δεν ήξερε να ζει ο Καβάλας…»
Ναι, δεν ήξερε να ζει ο Μητροπολίτης Καβάλας για τον ευατό του! Ζούσε νυχθημερόν για το ποίμνιό του, το οποίο γνωρίζοντας τον Επίσκοπό του, τον αγάπησε και τον λάτρεψε κυριολεκτικά και τον έκλεψε αληθινά!
Έφυγες, Γέροντα, σοφέ! Η ποιμαντορία σου στην πρώτη Εκκλησία της Ευρώπης, την Εκκλησία των Φιλίππων θα είναι χαραγμένη με χρυσές σελίδες!!!
Για πρώτη φορά, μετά τον εσπερινό της εορτής της Αγίας, στο Αρχονταρίκι συγκινησιακά φορτισμένος είπες : «…ξέρετε τι σημαίνει να είσαι Μητροπολίτης Φιλίππων. Βαρύς ο τίτλος, μοναδικό το αξίωμα, βαραίνει τους ώμους μου…
Είπες και κάτι ακόμη που κράτησα στην καρδιά…«εγώ θα φύγω, πρέπει να ξέρετε ότι αγάπησα την πόλη, την περιφέρειά μου, τη Μητρόπολή μου, περισσότερο από εσάς τους Καβαλιώτες, συγχωρέστε με γι΄αυτό, αλλά είναι αλήθεια…»
Πριν φύγεις, στον αποχαιρετισμό, όπως πάντα ευγενικά ευχαρίστησες από καρδιάς με τον ιδιαίτερο τρόπο και λόγο σου!
Μεταξύ των άλλων μου είπες : «Και του χρόνου Ελευθέριε παιδί μου. Άραγε θα προλάβω να κάνω τα εγκαίνια του ιερού Προσκυνήματος;» «…Μα τι λέτε Σεβασμιώτατε; Όλα θα γίνουν. Αλοίμονο! Τι σκέψεις είναι αυτές…»
Δυστυχώς! Γνώριζες τί έλεγες!
Έφυγες, κουρασμένε Δεσπότη μας, όπως ακριβώς ποθούσες και ευχόσουν για το τέλεος σου! Ο Κύριος άκουσε την επιθυμία σου. Έλεγες τελευταία : «…Είμαι έτοιμος, δεν φοβάμαι τον θάνατο. Δε λέω, αγαπώ τη ζωή. Αν όμως ο Κύριος θελήσει να με πάρει, είμαι έτοιμος. Δεν θέλω να πέσω στο κρεβάτι του πόνου. Δεν θα ήθελα να ταλαιπωρηθώ και να ταλαιπωρήσω γύρω μου ανθρώπους…»
Κατά την επιθυμία σου, και το θέλημα σου, ο Κύριος σε πήρε κοντά του, όρθιο, ακμαίο και μάλιστα μέσα στο υδάτινο στοιχείο της απεραντοσύνης της θάλασσας, που τόσο πραγματικά αγαπούσες!
Έφυγες, και άφησες τη Διαθήκη σου, πνευματική παρακαταθήκη, την οποία διαβάσαμε πλείστες όσες φορές με μάτια βουρκωμένα και ψυχή γεμάτη από την θέρμη της αγάπης σου, των ευχών, της συγχωρητικότητάς σου, του μεγαλείου της ψυχής και των τελευταίων επιθυμιών σου, τονίζοντας μεταξύ άλλων :
«… Ἔχων πρό ὀφθαλμῶν τούς πνευματικούς Ἀδελφούς μου καί τά ἒν Κυρίῳ τέκνα μου τῆς λαχούσης μοι ἐκκλησιαστικῆς παροικίας, ούς ἐν αὐτῇ συνεργάτας καί συνδρομητάς,…. ταπεινῶς ζητῶ τήν συγγνώμην των ἐάν τούς παρεπίκρανα ἤ τούς ἠδίκησα, τήν συγχώρησιν δέ ἀπό ἐκείνους, τούς ὁποίους ἔβλαψα. Διαβεβαιῶ ἐν ἀληθείᾳ ὅτι, ἄν παρόμοιόν τι συνέβη, δέν ἦτο συνέπεια ἰδιοτελοῦς σκοπιμότητος, ἐνσυνειδήτου ἐχθρικῆς ἤ κακοβούλου διαθέσεως. Πολύ ἐνωρίς ἐβίωσα, ὅτι συμπεριφοραί ἀντιβαίνουσαι τόν ἠθικόν νόμον πολλαπλασιάζουν τόν ἐξ ἄλλων ἀφορμῶν πόνον καί δοκιμασίαν.
Κατ’ ἀκολουθίαν τούτου ἐκ βάθους ψυχῆς συγχωροῦσα πάντοτε καί τώρα συγχωρῶ ὅσους, λόγῳ ἤ ἔργῳ, μέ ἠδίκησαν. Περισσότερον ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι, ἀφ’ ἑαυτῶν ἤ ὑποκινούμενοι, ἐπεδίωξαν οἱανδήποτε μείωσιν ἤ βλάβην, ἀπαλλάσσων αὐτούς ἀπό τόν σωρευμένον πόνον καί τήν ὀδύνην μου.
Μέ τήν συγγνώμην καί τήν ἀγάπην ὑπερβαίνονται αἱ ποικίλαι ἀρνητικαί περιστάσεις τοῦ βίου. Ἡ φιλαδελφία καί ἡ διάθεσις ἀνιδιοτελοῦς συμπαραστάσεως προσδίδει τό ἀληθινόν νόημα εἰς τήν ζωήν καί ἐλαφρύνεται ὁ βαρύς ζυγός τῶν περισπασμῶν. Μόνον νά ἀγαπᾶμε. Νά μή μνησικακοῦμε. Πάντοτε νά συγχωροῦμε. ……
Τελευτῶν ἀπευθύνομαι καί πάλιν πρός τούς πνευματικούς ἀδελφούς καί τά ἀγαπητά μου τέκνα. Ἐν μετανοίᾳ ἐκζητῶ τάς προσευχάς των και τήν συγχώρησιν, εὐχόμενος δι’ αὐτά πᾶν δώρημα παρά Θεοῦ. Τούς ἀδίκως καί ἀναιτίως πταίσαντας εἰς ἐμέ συγχωρῶ, παραδίδοντας αὐτούς εἰς τό ἔλεος καί τήν δικαιοσύνην τοῦ Θεοῦ.
Τήν ζῶσαν ἀγάπην πρός τόν Θεόν καί τούς ἀνθρώπους νά ἐργάζεσθε καί ἐν ἀγάπῃ νά συμπεριφέρεσθε πάντοτε. Καλήν ἀντάμωσιν εἰς την μέλλουσαν Πόλιν.
Ἐν Νεαπόλει (Καβάλᾳ) τῇ 2ᾳ Ἰουνίου 2014
†ὁ Φιλίππων, Νεαπόλεως και Θάσου Προκόπιος»
Έφυγες, Σεβαστέ, Σοφέ και ανεπανάληπτε Γέροντα! Αλλά, το ιερό σου σκήνωμα, στον τόπο της ταφής σου, κατά τη δική σου υπόδειξη και επιθυμία, θα δεσπόζει για πάντα στο λόφο του Αγίου Σίλα και τη Μακεδονική Γή. Έχοντας προς την Ανατολή την αγαπημένη σου πόλη, τη Νεάπολη-Καβάλα, την Χερσόνησο της Χρυσουπόλεως και στο νότο, το αγαπημένο σου νησί της Θάσου και δυτικώς, τους ξεχωριστά αγαπημένους της καρδιάς σου Φιλίππους και το ιερό προσκύνημα της Αγίας Λυδίας Φιλιππησίας!
Δανειζόμενοι και πάλι τα λόγια του ποιητού προς τον Εθνομάρτυρα Πατριαρχή Γρηγόριο, σου γράφουμε με συγκίνηση και θέρμη ψυχής…
«…..Σαράντα μέρες επέρασαν κι΄ακόμ΄ η ανατριχίλα
βαθειά μας βόσκει την καρδιά…
Με τα χλωρά τα φύλλα ανθοβολεί
κι ο τάφος σου και στο μνημόσυνό σου
υψώνεται στον ουρανό το νεκρολίβανό σου.
…. Τι θέλεις, γέροντ’, από μας;… Δε νοιώθεις μια ματιά σου
Πόσες θα εφλόγιζε καρδιαίς κι’ από τα σωθικά σου

Πόση θα εβλάσταινε ζωή;… Πώς δεν ξυπνάς, πατέρα;…»

Σεβασμιώτατε Άγιε Δέσποτα!

«Μνησθείη Κύριος ο θεός της ανιδιοτελούς προσφοράς σου της αγάπης σου των μόχθων και των δακρύων σου!!!

«Μνήσθητι Κύριε, Προκοπίου Αρχιερέως, πατρός και ποιμενάρχου ημών γενομένου, και τάξον αυτόν εν χώρα ζώντων και σκηναίς δικαίων»

Η Μνήμη σου σεβαστέ μας Δέσποτα έστω αιώνια!! Αμήν.

Ταπεινώς με πολύν σεβασμόν και άπειρην ευγνωμοσύνη και αγάπην..
Ο Αρχιερατικός Επίτροπος Φιλίππων
Ιερεύς Ελευθέριος Κωνσταντινίδης