Τοῦ π. Βαρνάβα Γιάγκου

῾Ο Ρωμαῖος ἑκατόνταρχος ζήτησε ἀπό τό Χριστό νά θεραπεύσει τόν δοῦλο του, ὁ ὁποῖος ἦταν κατάκοιτος (Ματθ. η´ 5-13). Καί ὁ Κύριος τοῦ εἶπε ὅτι πρόκειται νά ἔρθει στήν οἰκία του γιά νά τόν θεραπεύσει. Ἀλλά ὁ ἑκατόνταρχος ἀπό ταπείνωση, θεωρώντας ὅτι εἶναι ἀνάξιος νά εἰσέλθει ὁ Χριστός στό σπίτι του, τοῦ ζήτησε νά εὐχηθεῖ ἀπό μακριά γιά νά θεραπευθεῖ ὁ δοῦλος του.

Αὐτό πού μᾶς κάνει ἐντύπωση εἶναι ὅτι στό τέλος ὁ Κύριος, τονίζοντας τήν πίστη τοῦ ἑκατόνταρχου –σέ ἀντιδιαστολή μέ τούς θρησκευτικούς ἀνθρώπους τῆς ἐποχῆς ἐκείνης– λέει: «Τελικά ὁ Θεός θά συνάξει ἀπό ἀνατολῶν καί δυσμῶν τούς ἀνθρώπους πού ἔχουν καλό λογισμό, πού ἔχουν καλή διάθεση, πού ἔχουν πίστη καί ὄχι αὐτούς πού θεωροῦνται “υἱοί τῆς Βασιλείας”». Αὐτό σημαίνει ὅτι ἀνεξάρτητα ἀπ’ ὅ,τι λέμε ἐμεῖς καί τί ἰσχυριζόμαστε καί πῶς θεμελιώνουμε τή σωτηρία τοῦ κάθε ἀνθρώπου, τελικά ἄλλο εἶναι τό κριτήριο τοῦ Θεοῦ.

Δέν σωζόμαστε γιατί ἁπλά εἴμαστε ᾿Ορθόδοξοι χριστιανοί καί διανοητικά τό παραδεχόμαστε καί τό ὑποστηρίζουμε. ῾Ο Θεός λέει κάτι ἄλλο. Εἶναι ξεκάθαρος ὁ Κύριος. Κάνει μιά φοβερή ἀνατροπή καί λέει: «Κοιτάξτε, ἐσεῖς οἱ πιστοί, πού πιστεύετε πώς εἴστε ἤδη σεσωσμένοι, “υἱοί τῆς Βασιλείας”, εἶστε ἤδη ἐκτός, γιατί ηὗρα ἀλλοῦ πίστη βαθύτερη καί οὐσιαστική καί θά συνάξω ἀνθρώπους ἀπό ἀνατολῶν καί δυσμῶν», αὐτούς πού δέν φανταζόμαστε καί δέν περιμένουμε.

Γιατί δέν σώζεται αὐτός πού ἔχει τή σιγουριά, τήν ἐλπίδα στόν ἑαυτό του καί στή δύναμή του, ἀλλά αὐτός πού ἔχει βαθειά πίστη. Τά στοιχεῖα τῆς βαθειᾶς πίστης δέν εἶναι ἡ ἀντιπαλότητα, πού ἐνίοτε φθάνει τά ὅριά τοῦ φανατισμοῦ, τοῦ νά ὑποστηρίξω τά δίκαια τῆς ᾿Ορθοδόξου πίστεως, ἀλλά κάτι ἄλλο.

Ποῦ φαίνεται αὐτό; Στό ἦθος τοῦ ἑκατόνταρχου, τοῦ Ρωμαίου πολίτη, τοῦ ἄρχοντα στήν πίστη. Αὐτός πού ἐκφράζεται μέ τήν προσευχή, πού ζητᾶ ἀπό τόν Κύριο νά κάνει καλά τόν δοῦλο του, ὡσάν νά εἶναι παιδί του, πού ἔχει προσευχητική ἀναφορά στή ζωή του. Δηλαδή ἐπενδύει καί στηρίζεται πάνω στό Θεό, στηρίζει τά πάντα στή χάρη τοῦ Θεοῦ. Ἡ προσευχή δέν εἶναι μιά μηχανιστική διαδικασία -«ἀφοῦ τό κάνω, ὁ Θεός θά μοῦ τό δώσει ὁπωσδήποτε»-, ἀλλά εἶναι μιά πάλη μέ τό Θεό. Εἶναι μιά πάλη μέ τό Θεό, ἡ ὁποία δικαιώνεται μέσα στήν ταπείνωση.

Ποιά εἶναι ἡ ταπείνωση τοῦ ἑκατόνταρχου; «Δέν εἶμαι ἄξιος νά εἰσέλθεις ὑπό τή στέγη τοῦ οἴκου μου». Καί πῶς φαίνεται αὐτό τό ἦθος στήν πράξη; Ἄν πιστεύουμε πώς εἴμαστε χαμένοι, πώς εἴμαστε ἀνάξιοι γιά τή χάρη τοῦ Θεοῦ, αὐτό δέν βγαίνει μόνο στά λόγια· βγαίνει στό ἦθος μας, ὅταν νοιώθουμε πώς εἴμαστε οἱ τελευταῖοι τοῦ κόσμου καί θεωροῦμε τόν κάθε ἄνθρωπο πιό σημαντικό ἀπό ἐμᾶς. Ἀκόμη καί τούς ἀπίστους.

Καί τότε χαμηλώνεις τόν ἑαυτό σου. Καί τότε, ὅπως λέει ὁ ἀββᾶς ᾿Ισαάκ ὁ Σύρος: «῞Οσο πιό ἀσήμαντοι νοιώθουμε, τόσο πιό κοντά στόν Θεό βρισκόμαστε». Αἴσθημα πού γεννᾶ τήν ἀληθινή ἀγάπη. Ποιά εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ ἑκατόνταρχου; Νοιάζεται γιά τό δοῦλο του. Ψάχνει ἐναγωνίως τόν Κύριο καί παρακολουθεῖ καί παρακαλεῖ τόν Κύριο νά θεραπεύσει ποιόν; ῎Οχι τόν ἑαυτό του ἀλλά τόν δοῦλο του. Δέστε εὐσπλαγχνία! Δέστε ἀγάπη! ῞Ολα μαζί πᾶνε· ἡ πίστη, ἡ ταπείνωση, ἡ προσευχή καί ἡ ἀγάπη. ῞Ενα μεῖγμα εἶναι, μιά κατάσταση εἶναι· ἕνα ἦθος καί στάση ζωῆς.

῾Η πίστη, λοιπόν, εἶναι ἡ ἐμπιστοσύνη στό Θεό, στό θέλημα καί στό εἶναι Του, πού ξεπερνᾶ τή διανοητική παραδοχή μιᾶς ἀλήθειας καί φέρνει μιά ἀλλαγή ἐλευθερίας στήν καρδιά μας.

Καί πότε νοιώθουμε πώς εἴμαστε τοῦ Θεοῦ; ῞Οταν εἴμαστε ἀναπαυμένοι καί ἥσυχοι καί λέμε στό Θεό: «Κάνε ὅ,τι θέλεις ᾿Εσύ» καί εἴμαστε ἀφημένοι στά χέρια Του καί ζητοῦμε τό ἔλεός Του, ὄχι μόνο γιά ἐμᾶς ἀλλά γιά κάθε δοῦλο, γιά κάθε ἁμαρτωλό, γιά κάθε ἄπιστο. Γιατί καταλαβαίνουμε, ἐμεῖς πρῶτοι, ὅτι ἔχουμε ἀνάγκη τήν εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ.

Κανείς δέν εἶναι σίγουρος καί δεδικαιωμένος. Ὅποιος πιστεύει πώς εἶναι δεδικαιωμένος, εἶναι χαμένος. ῞Οποιος νοιώθει σιγουριά γιά τήν πίστη του, γιά τήν ἀλήθεια του, τότε εἶναι μακριά ἀπό τό Θεό. Καί καταλαβαίνουμε ὅτι ἡ πίστη εἶναι ἡ ζωντανή σχέση μέ τό Θεό· ἡ οἰκοδόμηση τῆς προσωπικῆς σχέσης μέ τό Θεό.

Τί σημασία ἔχει ἄν ξέρω γιά τό Θεό, ἀλλά δέν ζῶ τό Θεό; Τί σημασία ἔχει ἄν ξέρω τήν πλήρη ἀκρίβεια τῶν δογμάτων, ἄν ἡ καρδιά μου δέν ζεῖ τήν παρουσία Του; Ἡ πίστη εἶναι αὐτό: Νά ζῶ τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ. Ὅταν ζῶ τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ, ἐλευθερώνομαι ἀπό τά σχήματα καί τίς καταστάσεις, εἶμαι ἑνωμένος μέ ὅλη τήν οἰκουμένη, θέλω ὅλοι νά σωθοῦν, ἀκούγοντας τό λόγο τοῦ Κυρίου καί τήν κραυγή τῆς Ἐκκλησίας: «Πάντας ἀνθρώπους θέλω σωθῆναι καί εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν», γιά κάθε δοῦλο, γιά κάθε ἁμαρτωλό.

Γιά νά ἔχουμε αὐτήν τήν οἰκουμενικότητα προϋποθέτει ὅτι πρῶτοι ἐμεῖς ζήσαμε τήν πτώση μας, τήν ἁμαρτία μας, τήν ἔξωση ἀπό τόν παράδεισο. Ἄν δέν κατεβοῦμε στόν Ἅδη καί δέν αἰσθανθοῦμε τίς φλόγες τῆς κολάσεως, δέν μποροῦμε νά γίνουμε ἀληθινά πιστοί καί ὀρθόδοξοι· δέν μποροῦμε ν’ ἀγαπήσουμε κάθε ἐλάχιστο ἀδελφό μας· δέν μποροῦμε νά αἰσθανθοῦμε τόν πόνο κάθε κολασμένου καί ἄρα ζοῦμε ἐφησυχασμένοι σέ μιά φαντασιακή “αἴσθηση πνευματικότητος”.

Γιατί εἶναι τῆς φαντασίας; Δέν μπορεῖς νά ἔχεις πνευματικότητα καί νά μήν πονᾶς γιά τόν ἔσχατο ἀδελφό, τόν κολασμένο, τόν ἄπιστο, τόν αἱρετικό. Ἄν δέν ζοῦμε τόν προσωπικό μας πόνο τῆς ἀπουσίας τοῦ Θεοῦ, τῆς ἔξωσής μας ἀπό τή χαρά τοῦ παραδείσου –πού εἶναι τό βασίλειο τοῦ Θεοῦ–, τότε δέν μποροῦμε νά νοιώσουμε κανέναν ἄνθρωπο καί τότε ζοῦμε στήν κόλαση τῆς πνευματικῆς μας “δικαίωσης”.

Ὅπως λέει ὁ ἀββᾶς Μακάριος, «γιά νά σωθοῦμε, ὀφείλουμε νά ἀποκτήσουμε καρδιά». Κι ἀποκτοῦμε καρδιά, ὅταν τήν ἐνεργοποιήσουμε ζητώντας τό Φῶς, τό ὁποῖο εἶναι ὁ Κύριος. «Ἐν τῷ φωτί τοῦ Κυρίου ὀψόμεθα φῶς». Δέν μποροῦμε νά ζητοῦμε τόν Κύριο, ἄν δέν ζητοῦμε τό ἴδιο γιά τόν κάθε ἀδελφό μας, πού εἶναι ὁ Χριστός «ἐν ἑτέρᾳ μορφῇ».

Ἀπό τό βιβλίο «Ἀμαρτωλῶν Ἐκκλησία» τοῦ π. Βερνάβα Γιάγκου πού κυκλοφορεῖται ἀπό τίς ἐκδόσεις «ΑΡΧΟΝΤΑΡΙΚΙ»