Προς τους Δικαστικούς Λειτουργούς όλων των Βαθμίδων ομίλησε σήμερα ο Σεβασμιώτατος κ. Δωρόθεος Β΄ στην αίθουσα Γερουσίας της Παλαιάς Βουλής, επί τη 31η Επετείω του Πανελλήνιου Εορτασμού του Αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτου, Πολιούχου Αθηνών και Προστάτου του Δικαστικού Σώματος, κατόπιν σχετικής αποφάσεως και εντολής της Ιεράς Συνόδου, με την παρουσία Εκπροσώπου του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και Πάσης Ελλάδος κ. Ιερωνύμου Β΄, τουΓενικού Γραμματέα του Υπουργείου Δικαιοσύνης, των Προέδρων της Ενώσεως Δικαστών και Εισαγγελέων, κ. Χριστόφορου Σεβαστίδη, της Ενώσεως Δικαστικών Λειτουργών Συμβουλίου της Επικρατείας,κ. Ευθύμιου Αντωνόπουλου, της Ενώσεως Διοικητικών Δικαστών,κας Αγγελικής Λαϊνιώτη, της Ενώσεως Εισαγγελέων Ελλάδος, κ. Δημητρίου Ασπρογέρακα, της Ενώσεως Δικαστικῶν Λειτουργών Ελεγκτικού Συνεδρίου,κας Ασημίνας Σαντοριναίου, της Ενώσεως Δικαστικών Λειτουργών Στρατιωτικής Δικαιοσύνης, κ. Αργυρίου Οικονόμου, της Ενώσεως Μελών Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, κ. Χρήστου Μητκίδη,της Ενώσεως Συνταξιούχων Δικαστικών Λειτουργών και Λειτουργών του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, κ. Σταματίου Γιακουμέλου, του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών,κ. Βασιλείου Αλεξανδρή, της Ομοσπονδίας Δικαστικών Υπαλλήλων Ελλάδος κ. Μίλτου Βεντούρη, και εκπροσώπου του Δημάρχου Αθηναίων.

Σύντομους χαιρετισμούς απηύθυναν ο Γ, Γραμματέας του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Πρόεδρος της Ενώσεως Εισαγγελέων Ελλάδος κ. Δημ. Ασπρογέρακας, ο Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών και η εκπρόσωπος του Δημάρχου Αθηναίων.

Η Εκδήλωση επελέγη με την Χορωδία του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, η οποία έψαλε και το «Τη Υπερμάχω», και έκλεισε από τον Πρόεδρο της Ενώσεως Δικαστικών Λειτουργών Συμβουλίου της Επικρατείας.

Ακολουθεί αυτούσια η ομιλία του Σεβασμιωτάτου κ. Δωροθέου Β΄ με θέμα «ΧΡΗΣΤΟΤΗΤΑ ΕΚΔΙΔΑΧΘΕΙΣ».

«ΧΡΗΣΤΟΤΗΤΑ ΕΚΔΙΔΑΧΘΕΙΣ»
ΟΜΙΛΙΑ ΕΚΦΩΝΗΘΕΙΣΑ ΥΠΟ ΤΟΥ ΣΕΒΑΣΜΙΩΤΑΤΟΥ
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΣΥΡΟΥ ΔΩΡΟΘΕΟΥ Β΄
ΚΑΤΑ ΤΗΝ 31η ΕΠΕΤΕΙΟ ΤΟΥ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΥ ΕΟΡΤΑΣΜΟΥ
ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΤΟΥ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗ,
ΠΡΟΣΤΑΤΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΙΚΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ
(Παλαιά Βουλή, 3 Οκτωβρίου 2017)

Πανοσιολογιώτατε Εκπρόσωπε του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και Πάσης Ελλάδος κ. Ιερωνύμου Β΄

Αξιότιμε κ. Γενικέ Γραμματέα του Υπουργείου Δικαιοσύνης,

Εντιμολογιώτατε κ. Πρόεδρε της Ενώσεως Δικαστών και Εισαγγελέων,

Εντιμολογιώτατε κ. Πρόεδρε της Ενώσεως Δικαστικών Λειτουργών Συμβουλίου της Επικρατείας,

Εντιμολογιώτατε κ. Πρόεδρε της Ενώσεως Διοικητικών Δικαστών,

Εντιμολογιώτατε κ. Πρόεδρε της Ενώσεως Εισαγγελέων Ελλάδος,

Εντιμολογιωτάτη κυρία Πρόεδρε της Ενώσεως Δικαστικῶν Λειτουργών Ελεγκτικού Συνεδρίου,

Εντιμολογιώτατε κ. Πρόεδρε της Ενώσεως Δικαστικών Λειτουργών

Στρατιωτικής Δικαιοσύνης,

Εντιμολογιώτατε κ. Πρόεδρε της Ενώσεως Μελών Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,

Εντιμολογιώτατε κ. Πρόεδρε της Ενώσεως Συνταξιούχων Δικαστικών Λειτουργών και Λειτουργών του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,

Εντιμώτατε κ. Πρόεδρε του Δικαστικού Συλλόγου Αθηνών,

Εντιμώτατε κ. Πρόεδρε της Ομοσπονδίας Δικαστικών Υπαλλήλων Ελλάδος

Αξιότιμη κυρία Εκπρόσωπε του Δημάρχου Αθηναίων

Εκλεκτή και σεβαστή Ομήγυρη των Δικαστικών και Εισαγγελέων, Πρωτοδικών, Εφετών και Αρεοπαγιτῶν, βρισκόμαστε απόψε στο κέντρο της σύγχρονης Αθήνας και πολύ κοντά μας ο ιερός βράχος της Ακρόπολης του Χρυσού αιώνα του Περικλή με ό,τι απέμεινε απ’ το πέρασμα του χρόνου, τις λεηλασίες, καταστροφές και αρπαγές τόσων λαών που πέρασαν από εδώ, εδώ και δυόμισυ χιλιάδες χρόνια.

Δεν προβάλλει πια στο ψηλότερο σημείο της Ακρόπολης στο γαλάζιο φόντο του καθαρού Αττικού ουρανού, το κολοσσιαίο Χάλκινο άγαλμα της «γλαυκώπιδος Άθήνης»1 , της θεάς του Λόγου και της Σοφίας, φιλοτεχνημένο απ’ τα χέρια του Φειδία, ούτε βέβαια υπάρχει εκεί και πουθενά αλλού το Χρυσελεφάντινο άγαλμα της ίδιας θεάς, έργο και αυτό του ίδιου καλλιτέχνη.

Πιο κάτω ολόγυρα απ’ τον ιερό βράχο ερείπια ναών, τα ιερά των ηρώων, τα αγάλματα, οι παλαίστρες και οι βωμοί, όλα πλασμένα σε μορφές μέτρου και αρμονίας από ευγενικό υλικό Πεντελικού μαρμάρου. Εκεί ήταν η ομορφιά που μαρμάρωσε, και που επέπρωτο να αναστηθεί υπό νέα μορφή, με νέο Πολιούχο.

Δεν είναι πια η Παλλάδα Αθηνά, αλλά ένας γόνος της εκλεκτός, ο Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης, μία εμβληματική για το νέο Ελληνισμό μορφή, ο οποίος έζησε στο σημείο συνάντησης του παλιού με το νέο κόσμο, βίωσε, διηκόνησε και ενσάρκωσε τη Δικαιοσύνη και τέλος θυσιάστηκε για τις πεποιθήσεις του, «χρηστότητα εκδιδαχθείς και νήφων εν πάσι»!

Στο πρόσωπό του συναντάται και συνδυάζεται ο Ελληνισμός, ωςφιλοσοφία, και ο Χριστιανισμός, ως τρόπος ζωής!

Πρώτα-πρώτα είναι το όνομά του: Διονύσιος, το οποίο προέρχεται από το όνομα του θεού Διονύσου, και σημαίνει «αφιερωμένος στο Διόνυσο», όπως και τα Αρτέμιος, Δημήτριος, κλπ.

Το θεό του κρασιού, τον οποίο ο Ευριπίδης στο έργο του Βάκχαι προβάλλει ως μεγάλο ευεργέτη των ανθρώπων, γιατί, όπως γράφει, ο Διόνυσος πρόσφερε στους ανθρώπους ως δώρο το μέθυ , το κρασί δηλαδή, με το οποίο μεθούσαν και ξεχνούσαν προσωρινά τα βάσανα, τις πίκρες και τις απογοητεύσεις μιάς ζωής χωρίς μεταφυσικές προεκτάσεις με αναπάντητα τα υπαρξιακά ερωτήματα, στα οποία προσπαθούσε να απαντήσει η φιλοσοφία, αλλά τις απαντήσεις της ακύρωνε η φυσιοκρατική και ανθρωπομορφική θρησκεία…

Έπειτα η καταγωγή του: Αθηναίος εξ Αθηναίων. Δεν ήταν ούτε  μέτοικος, ούτε ξένος, αλλά γνήσιος Αθηναίος πολίτης, αχθοφόρος της μεγάλης και περιπετειώδους ιστορίας μιας πόλης, η οποία γέννησε τις Τέχνες, τον Πολιτισμό, τη Φιλοσοφία και τη Δημοκρατία, αλλά στην εποχή του βίωνε την παρακμή σύνολου του Ελληνορωμαϊκού κόσμου και ζούσε με την αναμονή ενός νέου.

Και τέλος το επάγγελμά του: Αρεοπαγίτης, μέλος του Ανωτάτου Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, ενός Δικαστηρίου, το όνομα του οποίου και μόνο αποτελεί τη γέφυρα του αρχαίου με τον νέο Ελληνισμό.

Ο Άρειος Πάγος, ο «Βράχος του Άρη», επί του οποίου, ως γνωστόν, διεξήχθη η πρώτη «φονική δίκη», κατά την οποία οι δώδεκα Θεοί του Ολύμπου δίκασαν τον Άρη, έδωσε το όνομά του στο πρώτο δικαστήριο «ανδροφονιών» (εγκλημάτων φόνου), που ιδρύθηκε μεταξύ 1500 και 1300 πΧ, κατά τους χρόνους της βασιλείας του Κέκροπα και του Θησέα, με έδρα τον βραχώδη λόφο του Θεού Άρεως που βρίσκεται βορειοδυτικά της Ακρόπολης της Αθήνας.

Στον ίδιο λόφο δικάστηκε και ο Ορέστης για μητροκτονία, αλλά «ίσας αυτώ ψήφους διηρίθμησε Παλλὰς ὠλένῃ· νικών δ᾽ απήρε φόνια πειρατήρια»2 , στη διαλογή των ψήφων το χέρι της Παλλάδος μέτρησε ισοψηφία, κι’ έτσι έφυγε, αφού τη φονική κέρδισε δίκη.

Πρόκειται για την πρώτη στο γραπτό λόγο μαρτυρημένη «ισόψηφο δίκη», όπου η ψήφος του Προέδρου, της Αθηνάς, εν προκειμένω, αποκτά βαρύνουσα σημασία, μια δικονομική πρακτική, η οποία ισχύει μέχρι σήμερα.

Το Ανώτατο αυτό Δικαστήριο της αρχαιότητας συνεκροτείτο από ισόβια μέλη, τους Αρεοπαγίτες, είχε όλες τις εξουσίες και ονομαζόταν «η εξ Αρείου Πάγου Βουλή».

To 462 πΧ μέγα μέρος των διοικητικών και δικαστικών εξουσιών του περιήλθε στην «Ηλιαία», που την αποτελούσαν 6.000 αιρετοί δικαστές, τη Βουλή και την Εκκλησία του Δήμου.

Το κύρος του παρέμεινε αμείωτο μέχρι τους πρώτους χριστιανικούς χρόνους, στη συνέχεια περιέπεσε στην αφάνεια και επανήλθε ταυτόχρονα με την αναγέννηση του Ελληνισμού, το 1834, όταν ιδρύθηκε το Ανώτατο Δικαστήριο του ελεύθερου Ελληνικού Κράτους, που ονομάστηκε επισήμως Άρειος Πάγος, από το ομώνυμο αρχαίο δικαστήριο, με πρώτο Πρόεδρο, το Χριστόδουλο Κλωνάρη και πρώτο Εισαγγελέα τον Ανδρόνικο Πάϊκο, το οποίο εξέδωσε την πρώτη απόφασή του το 1835.

Από τότε, μέχρι και σήμερα 42 Ανώτατοι Δικαστικοί Λειτουργοί περιεκόσμησαν τον Προεδρικό του θώκο, με τελευταίο τον πρόσφατα επαξίως αναδειχθέντα 43ο Πρόεδρο, Εντιμολογιώτατο κ. Βασίλειο Πέππα, τέκνο εκλεκτό των Κυκλάδων νήσων, τον οποίο και εγκαρδίως συγχαίρουμε.

Η επιλογή του σύγχρονου ελληνικού κράτους να διατηρήσει το όνομα του Ανωτάτου δικαστηρίου όμοιο με αυτό της αρχαιότητας, δεν μπορεί παρά να αναδεικνύει τη συμβολική σχέση που ήθελε να προσδώσει το νέο ελληνικό κράτος στην εικόνα της δικαιοσύνης, με αυτή της κλασσικής αρχαιότητας.

Το όνομα του δικαστηρίου είναι αρχαιοελληνικό, αλλά ο προστάτης των νομικών και πολιούχος της Αθήνας είναι ένας εθνικός που έγινε χριστιανός, ένας Αρεοπαγίτης που άκουσε στην Πνύκα από τον Ουρανοβάμονα Απόστολο των Εθνών, και όχι των εθνικισμών, Παύλο, το υπέρλογο κήρυγμα για την ισότητα των ανθρώπων και για τον εκ νεκρών αναστάντα της οικουμένης απάσης Κριτή.

Ο Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης ήταν από τους ελάχιστους Αθηναίους, που εγκολπώθηκαν το καινοφανές αυτό μήνυμα, δεδομένου ότι «ου πάντων η πίστις», όπως αναγνωρίζει και ο Απόστολος Παύλος προς τους Θεσσαλονικείς (Β′ Θεσ. γ′ 2), και σαν «έτοιμος από καιρό», «χρηστότητα εκδιδαχθείς» έγινε σύμβολο της ιστορικής μεταβολής, που συντελέσθηκε στα χρόνια εκείνα, και που αιώνες πριν είχε προετοιμαστεί.

Η λέξη «χρηστότης», που προέρχεται από το αρχαίο απρόσωπο ρήμα «χρη», σημαίνει ακεραιότητα, αρετή, την ιδιότητα του ανθρώπου να ζει και να συμπεριφέρεται σύμφωνα με την ηθική και το δίκαιο!

Και ο Διονύσιος είχε εκδιδαχθεί τη χρηστότητα, πριν ακόμα γνωρίσει το Χριστό!

Παρακολουθώντας τη διδασκαλία της Αισχυλικής Τραγωδίας «Προμηθεύς Δεσμώτης» είχε ακούσει τον Ερμή να προειδοποιεί και να προλέγει στον Προμηθέα «Τοιούδε μόχθου τέρμα μη τι προσδόκα, πριν αν θεών τις διάδοχος των σων πόνων φανή, θελήση τ΄ εις αναύγητον
μολείν Άδην κνεφαιά τ΄ αμφί Ταρτάρου βάθη» 4, ένας θεός – λυτρωτής, τέκνο της παρθένου Ιούς και του Θεού, που θα καταλύσει το κράτος των παλαιών θεών και θα εξαφανίσει αυτούς και τη δύναμή τους.

Είχε διαβάσει στην Πλατωνική Απολογία του Σωκράτη την προειδοποίηση του μεγάλου φιλοσόφου «Τον λοιπόν βίον καθεύδοντες διατελοίτε αν, ει μη τίνα άλλον ο Θεός υμίν επιπέμψειε κηδόμενος υμών»5.

Είχε υποσημειώσει στην «Πολιτεία» του Πλάτωνα, την περιγραφή του Πάσχοντα δικαίου, που εμφανίζει καταπληκτικές ομοιότητες με τη παραστατική προφητεία του 40ου κεφαλαίου του Ησαΐα περί του πάθους του Μεσσία, το οποίο ο άγιος Κλήμης ο Αλεξανδρέας θεωρεί σαφώς ως μεσσιανικό : «Γυμνητέος δη πάντων πλην δικαιοσύνης …….μηδέν γαρ αδικών, δόξαν εχέτω την μεγίστην αδικίας, ίνα η βεβασανισμένος εις δικαιοσύνην………..αλλ΄ ίτω αμετάστατος άχρι θανάτου, δοκών μεν είναι άδικος διά βίου, ων δε δικαίος…….Ούτω διακείμενος ο δίκαιος μαστιγώσεται, στρεβλώσεται, δεθήσεται, εκκαυθήσεται τω φθαλμώ, τελευτών πάντα κακών παθών ανασχινδυλευθήσεται»6 (Πολιτεία Β΄, 361 C, 362 A).

Και όταν άκουσε τον Απόστολο Παύλο στην Πνύκα να αποκαλύπτει τον πάντα ζητούμενο και μέχρι τότε άγνωστο Θεό, σίγουρα θυμήθηκε πόσο Τον είχε πλησιάσει ο Σωκράτης…. «Περιερχόμενος στην πόλη», απολογείται ο φιλόσοφος στους συμπολίτες του, «και τίποτε άλλο δεν κάνω παρά προσπαθώ να πείθω εσάς τόσο τους νέους όσο και τους ηλικιωμένους, μήτε για το σώμα σας μήτε για χρήματα να φροντίζετε, παρά να φροντίσετε πάρα πολύ για την ψυχή σας, πώς θα είναι άριστη όσο το δυνατόν, λέγων, πως δεν αποκτάται με τα χρήματα η αρετή, αλλά με την αρετή τα χρήματα και τα άλλα αγαθά, τόσο τα ιδιωτικά, όσο και τα δημόσια»7

Πόσο όμως διαφέρει αυτό απ’ την ευαγγελική φράση: «Τι γαρ ωφελήσει άνθρωπον εάν κερδίση τον κόσμον όλον και ζημιωθή την ψυχήν αυτού; Ή τι δώσει άνθρωπος αντάλλαγμα της ψυχής αυτού;»8

«Και στους θεούς πιστεύω, άνδρες Αθηναίοι, όσο κανένας κατήγορός μου, και αναθέτω σ’ εσάς και στον θεό να κρίνετε για μένα όπως πρόκειται να είναι το καλύτερο και για μένα και για σας»9

«Δεν υπάρχει για τον ενάρετο άνδρα κακό ούτε όταν ζει ούτε όταν πεθάνει· ούτε οι θεοί αμελούν τις υποθέσεις του. Γι’ αυτό και δεν αγανακτώ με τους κατηγόρους μου και τους άλλους που με καταδίκασαν»10.

Είναι η ίδια φωνή που ακούστηκε τέσσερις αιώνες μετά, από το λόφο του Γολγοθά: «Πάτερ, άφες αυτοίς ου γαρ οίδασι τι ποιούσι»11.

Αλλά, ο Αρεοπαγίτης και μετέπειτα Χριστιανός Επίσκοπος και Μάρτυρας, είχε επιπλέον εκδιδαχθεί και την περί δικαίου και απονομής δικαιοσύνης χρηστότητα, έτσι όπως την κατέγραψαν οι ρήτορες πρόγονοί του.

Όπως ο Δημοσθένης στον Κατά Αριστογείτονος λόγο του αναφέρει: «Όλα τα σεβαστά και τα καλά και εκείνα με τα οποία η Πολιτεία ρυθμίζεται, σώζεται και προοδεύει, δηλαδή η σωφροσύνη, ο σεβασμός των νέων προς τους γονείς και τους μεγαλυτέρους τους και η πειθαρχία, μόνο με την ισχύ και την τήρηση των νόμων υπερισχύουν και υπερτερούν από τα αισχρά, την αδιαντροπιά, την θρασύτητα και την αναίδεια.

Γιατί, η κακία και η φαυλότητα είναι γεμάτες θρασύτητα, τόλμη και πλεονεξία, ενώ, αντίθετα, η καλωσύνη είναι γεμάτη ηπιότητα, διστακτικότητα και πραότητα· γι’ αυτό και είναι φοβερό αλλά και εύκολο να βρεθεί σε μειονεκτική θέση.

Όλοι, λοιπόν, όσοι δικάζουν πρέπει να τηρούν τους νόμους και να τους προσδίδουν ισχύ, δύναμη και εγκυρότητα. Γιατί, μόνο με τη βοήθεια των νόμων οι ενάρετοι πολίτες μπορούν να αντιμετωπίσουν τους κακούς.

Σε αντίθετη περίπτωση, όλα έχουν καταλυθεί, όλα έχουνβκαταρρεύσει, όλα έχουν ανατραπεί, και η Πολιτεία πέφτει στα χέρια των πιο κακών και αναίσχυντων.» 12

Και ο Λυσίας στον Κατά Αλκιβιάδου λόγο του συμπεραίνει: «Πρέπει να έχουμε υπ’ όψη ότι, αν καταστεί δυνατόν να κάνει ο καθένας ό,τι θέλει, δεν έχει κανένα όφελος να υπάρχουν νόμοι, να συνεδριάζουν τα δικαστήρια, να εκλέγονται Κυβερνήσεις.

Και, βέβαια, οι δικαστές δικάζουν όχι μόνο για να τιμωρήσουν αυτούς, που παρανομούν, αλλά και για να παραδειγματίσουν και τους άλλους, που σκέφτονται να παρανομήσουν. Αν, λοιπόν, τιμωρούν μόνο τους φτωχούς και τους άσημους, κανείς δεν θα γίνει καλύτερος, αφού κανείς δεν θα μάθει ποιός καταδικάστηκε.. Αν, όμως, τιμωρούν και τους γνωστούς και επιφανείς, που παρανομούν, όλοι θα το πληροφορηθούν και έτσι, έχοντας τους για παράδειγμα, οι πολίτες θα γίνονται καλύτεροι.»

Γι` αυτό και οι αρχαίοι Έλληνες έτρεφαν μεγάλη εκτίμηση στη θεά της Δικαιοσύνης. Από αυτήν εξηρτάτο η ισορροπία του κόσμου και η τάξη των πραγμάτων. Της είχαν δώσει το όνομα Θέμις, που σήμαινε αυτό που ισχύει, καθώς ο λόγος της ήταν σεβαστός από θεούς και ανθρώπους. Η Θέμις αντιπροσώπευε το δίκαιο και τιμωρούσε όποιον διέπραττε αδικίες και παρέβαινε τους κανόνες δικαίου.

Σύμφωνα με τη μυθολογία, η Θέμις άνηκε στο γένος των Τιτάνων. Πατέρας της ήταν ο Ουρανός και μητέρα της η Γαία. Η Θέμις ήταν παρούσα στη γέννηση του Δία και ήταν εκείνη που τον έδωσε στην Αμάλθεια να τον αναθρέψει. Όταν ο Δίας μεγάλωσε τον παντρεύτηκε και έζησε μαζί του στον Όλυμπο. Μαζί απέκτησαν πολλές κόρες, που συνέβαλαν στην τήρηση της τάξης. Τις Ώρες, οι οποίες επόπτευαν τα έργα των ανθρώπων, τις Μοίρες που έγνεθαν το νήμα της ζωής τους, την Αστραία που καθοδηγούσε τον κεραυνό, την Αιδώ και τη Δίκη.

Η Αιδώς και η Δίκη, που σύμφωνα με το μύθο του Πρωταγόρα δόθηκαν από το Δία στους ανθρώπους, για να μπορέσουν να ζήσουν μεταξύ τους αρμονικά, είναι δύο αρετές παραπλήσιες ή και ταυτόσημες με τη δικαιοσύνη, και τη σωφροσύνη, χάρη στις οποίες η συμπεριφορά του ανθρώπου συγκρατείται στα όρια του κοινωνικά επιτρεπτού.

Η Αιδώς και η Δίκη κατοχυρώνουν την αξιοπρέπεια του ανθρώπου, γιατί περιστέλλουν μέσα του τις εγωιστικές εκείνες τάσεις και παρορμήσεις – απληστία, φθόνο, μισαλλοδοξία, επιθετικότητα – που τον εξωθούν σε αντικοινωνική συμπεριφορά.

Ταυτόχρονα, είναι «δεσμοί φιλίας συναγωγοί»14, δηλαδή κατά λέξη, οδηγούν τους ανθρώπους στο ίδιο σημείο και τους δένουν μεταξύ τους με φιλία. Και αυτό, γιατί ενισχύουν στον ψυχικό τους κόσμο ο, τιδήποτε ευνοεί την προσέγγιση μεταξύ των ανθρώπων (ανοχή, αυτοσυγκράτηση, φιλαλληλία, κατανόηση, τάση για συνεργασία) και συμβάλλει στην εμπέδωση της κοινωνικής αρμονίας Αλλά, ο Αρεοπαγίτης Δικαστής Διονύσιος εκτός από την
θύραθεν εκδιδάχθηκε και την κατά Χριστόν χρηστότητα της Δικαιοσύνης, την ηθική ολοκλήρωση της οποίας έφερε ο χριστιανισμός, που θεωρεί και μακαρίζει τους πιστούς ως «διψώντας την δικαιοσύνη» και το Σωτήρα ως «βασιλέα της δικαιοσύνης».

Και δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι η λέξη «Δικαιοσύνη» ευρίσκεται στην Καινή Διαθήκη ογδόντα οκτώ φορές, ενὼ η λέξη «δίκαιος» ογδόντα μία φορές, με την έννοια της συμπύκνωσης όλων των αρετών, όλων των καθηκόντων του ανθρώπου προς τον άνθρωπο και τον Θεό.

Με την έννοια αυτή την χρησιμοποιεί και ο Κύριος, όταν λέγει «Πρέπον εστίν ημίν πληρώσαι πάσαν δικαιοσύνην»15.

Νομικά, βέβαια, παραμένει κλασσικός ο ορισμός τον οποίο έδωσε ο περίφημος νομοδιδάσκαλος Ουλπιανός και που χρησίμευσε στον Ιουστινιανό σαν βάση της νομοθεσίας του: «Δικαιοσύνη είναι η σταθερά και διηνεκής θέλησις του αποδίδειν εκάστω το προσήκον», να έχει ο καθένας αυτό που του ταιριάζει και του αξίζει.

Όπως, όμως, και αν προσεγγισθεί η έννοια και το περιεχόμενο του όρου Δικαιοσύνη, είναι γεγονός ότι είναι η τελευταία φλόγα παρηγοριάς και ελπίδας για τον άνθρωπο, τον άνθρωπο κάθε εποχής και κάθε κοινωνίας, που αισθάνεται αδύναμος να αντιμετωπίσει τις επιβουλές των εκάστοτε ισχυρών και τις δυσκολίες των καιρών.

Γι` αυτό και η αναζήτηση και η επικράτηση της Δικαιοσύνης δεν είναι μια απλή ευχή, αλλά ένας αγώνας διαρκής, μια συνεχής εγρήγορση και επιφυλακή κατά της αδικίας και στη δημόσια και την προσωπική ζωή, αφού, κατά τον Μάρκο Αυρήλιο «αδικεί πολλάκις μη ποιών τι, ου μόνον ο ποιών τι!»16

Αλλά αληθινή και γνήσια Δικαιοσύνη χωρίς Θεό, δεν είναι εφικτή, είναι κατ` όνομα Δικαιοσύνη….

Εντιμώτατοι κυρίες και κύριοι Δικαστές, απευθυνόμενος σήμερα προς την εκλεκτή, πνευματική και επιστημονική σας ομήγυρη, αισθάνομαι όπως ο Μαντίθεος, όταν αγόρευε στη Βουλή των πεντακοσίων, υπερασπιζόμενος τον εαυτότου:

« Ίσως μερικοί από σας να δυσανασχετούν μαζί μου», έλεγε,

«επειδή αν και νεώτερος επιχείρησα να ομιλήσω ενώπιον σας…»

Αλλά, όπως και εκείνος, «ηναγκάσθην δημηγορήσαι» κατά την Πανηγυρική αυτή Σύναξη, νεώτερος όχι ως προς την ηλικία, αλλ’ ως προς την νομική επιστήμη, την οποία εσπούδασα, αλλ’ ουδέποτε επί δικαστηρίοις ήσκησα, υπακούων στη Σεπτή Εντολή της Ιεράς Συνόδου και του Μακαριωτάτου Προέδρου Αυτής, Αρχιεπισκόπου Αθηνών και Πάσης Ελλάδος κ. Ιερωνύμου Β΄, υπό την αιγίδα του οποίου τελεί και η παρούσα 31η Εόρτιος Πανηγυρική Εκδήλωση.

Βεβαίως, «και ἐμαυτῷ δοκῶ φιλοτιμότερον διατεθῆναι τοῦ δέοντος» 17, αναγνωρίζω και ο ίδιος ότι πιθανόν να δείχνω περισσότερη φιλοδοξία, απ’ όση πρέπει…!

Πρώτον διότι ευρίσκομαι μεταξύ Υμών στο εμβληματικό αυτό του ιοστεφούς άστεως νεοκλασσικό κτήριο, το οποίο θεμελιώθηκε το 1858 από τη Βασίλισσα Αμαλία, οικοδομήθηκε σε σχέδια του Γάλλου Αρχιτέκτονα Μπουλανζέ, τροποποιημένα από τον Έλληνα συνάδελφό του Παναγιώτη Κάλκο, προκειμένου να στεγάσει τη Βουλή και τη Γερουσία του νεοσύστατου Ελληνικού Κράτους, και για εξήντα ολόκληρα χρόνια, από τις 11 Αυγούστου 1875, όταν πραγματοποιήθηκε η επίσημη έναρξη των Συνεδριάσεων της Βουλής με Πρωθυπουργό τον Χαρίλαο Τρικούπη, μέχρι το 1932, στέγασε την πολυτάραχη πολιτική ζωή της χώρας, και από το 1935 μέχρι και σήμερα στεγάζει το Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, στο οποίο διαφυλάσσεται ζωντανή η νεώτερη ιστορική μνήμη του Έθνους μας.

Δεύτερον, διότι κρίνω ιδιαίτερο προνόμιο και τιμή ιδιάζουσα και ξεχωριστή, να ομιλώ την ώρα αυτή προς τους Έλληνες Δικαστές απόντο ίδιο βήμα από το οποίο ο Χαρίλαος Τρικούπης είπε το γνωστό «δυστυχώς επτωχεύσαμεν» το 1893, ο Ελευθέριος Βενιζέλος ανεκοίνωσε πανηγυρικά την υπογραφή της Συνθήκης των Σεβρών το 1920, και ανακηρύχθηκε η Α’ Ελληνική Δημοκρατία το 1924.

Κυρίες και Κύριοι Δικαστές,

Διανύουμε την πιο οδυνηρή κρίση του κορυφαίου κοινωνικού, πολιτικού και ιδεολογικού οικοδομήματος της μεταπολίτευσης. Η κρίση είναι οικονομική, πολιτική και κοινωνική. Κυρίως όμως είναι θεσμική και ιδεολογική. Η αμφισβήτηση είναι γενική και διάχυτη και πλήττει ακόμα και θεσμούς- στυλοβάτες της Δημοκρατίας και της εθνικής και κοινωνικής συνοχής, όπως η Δικαιοσύνη και οι λειτουργοί της.

Η Δικαιοσύνη εξ ορισμού συμβάλλει στην κοινωνική ειρήνη, επιλύει ιδιωτικές διαφορές, αντιμετωπίζει προβλήματα του πολίτη με τη Δημόσια Διοίκηση, επιβάλλει κυρώσεις με ανάλογο περιεχόμενο, προστατεύει δραστικά τα δικαιώματα του πολίτη και του ανθρώπου, και κυρίως διαπαιδαγωγεί.

Αλλά σε περιόδους κρίσης, όπως αυτή που διανύουμε, η αποστολή της Δικαιοσύνης αποκτά επιπρόσθετα και ξεχωριστά χαρακτηριστικά.

Η Δικαιοσύνη υπερασπίζεται τη νομιμότητα στο ουσιαστικό της περιεχόμενο. Στηρίζει και υποστηρίζει το Νόμο. Συγκρούεται με τα φαινόμενα της ανομίας. Αφουγκράζεται τα κοινωνικά μηνύματα.

Υπερασπίζεται το Δημόσιο συμφέρον, χωρίς να λησμονεί τον πολίτη, τον Άνθρωπο, διότι η ανθρώπινη αξία είναι θεμελιώδης Συνταγματική επιλογή.

Υπερασπίζεται, με ξεχωριστό αίσθημα ευθύνης, τις μεγάλες αξίες της σύγχρονης Δημοκρατικής νομιμότητας, τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Οι Έλληνες δικαστές, κάτω από δύσκολες συνθήκες, έχετε απαντήσει καταφατικά στη μεγάλη αυτή πρόκληση και περιπέτεια, με τεράστιο και δυσβάστακτο, ομολογουμένως κόστος, συλλογικό και προσωπικό, και ασκείτε το λειτούργημά σας, βιώνοντας το Χρυσοστομικό «Πολλοῦ πόνου δεῖται καί νηφούσης ψυχῆς ἡ Δικαιοσύνη, διότι πολλά τά συσκιάζοντα τό δίκαιον. Πλέον γάρ τῆς ζωῆς ἡ Δικαιοσύνη, ἐπειδή καί ρίζα ἐστί τῆς ζωῆς»!18

Γνωρίζετε ότι «τούτο μάλιστα κρίσις, τούτο μάλιστα κριτής, ου το ψηφίσασθαι απλώς, αλλά το δικαίως ψηφίσασθαι, μη τοις ανθρώποις προσέχειν, αλλά τα πράγματα εξετάζειν» 19, έχοντες υπ’ όψιν ότι κατά τον 102 ο Κανόνα της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου, το πνεύμα του οποίου πρέπει να χαρακτηρίζει όχι μόνο τους πνευματικούς, αλλά και τους κοσμικούς κριτές, ακόμα και εμάς, τους Αρχιερείς, οι οποίοι ως Πρόεδροι των Εκκλησιαστικών Δικαστηρίων δικάζομεν υποθέσεις Κανονικού Δικαίου, που συχνά άπτονται και του Ποινικού: «Δεῖ δὲ τοὺς ἐξουσίαν λύειν καὶ δεσμεῖν παρὰ Θεοῦ λαβόντας, σκοπεῖν τὴν τῆς ἁμαρτίας ποιότητα, καὶ τήν τοῦ ἡμαρτηκότος πρὸς ἐπιστροφὴν ἑτοιμότητα, καὶ οὕτω κατάλληλον τὴν θεραπείαν προσάγειν τῷ ἀρρωστήματι, ἵνα μή, τῇ ἀμετρίᾳ καθ’ ἑκάτερον χρώμενος, ἀποσφαλείη πρὸς τὴν σωτηρίαν τοῦ κάμνοντος. Οὐ γὰρ ἁπλῇ τῆς ἁμαρτίας ἡ νόσος, ἀλλὰ ποικίλη καὶ πολυειδής, καὶ πολλὰς τῆς βλάβης τάς παραφυάδας βλαστάνουσα, ἐξ ὧν τὸ κακὸν ἐπὶ πολὺ διαχεῖται, καὶ πρόσω βαίνει, μέχρις ἂν σταίη τῇ δυνάμει τοῦ θεραπεύοντος»

Έτσι και υπ’ αυτές τις προϋποθέσεις «η δικαιοσύνη», κατἀ τον Χρυσορρήμονα ωσαύτως, «πάντας φίλους, πάντας ευνοϊκώς διατίθησι προς ημάς…Εν ασφαλεία πολλή εντεύθεν τα καθ΄ ημάς, ουδείς κίνδυνος, ουδεμία υποψία, αλλά και ο ύπνος αδεώς έπεισι μετά ασφαλείας….»20

Όλα αυτά συνεδύασε στο πρόσωπό του ο Άγιος Διονύσιος ο Άρεοπαγίτης, ο οποίος με το μαρτυρικό του τέλος, επί αυτοκράτορος Δομιτιανού (81-96 μ.Χ.), επεσφράγισε τίς περί δικαιοσύνης, αγάπης και χρηστότητος διαχρονικές αντιλήψεις του, και διά τούτο δικαίως ανεκηρύχθη προστάτης των Δικαστών.

Τιμώντες, οθεν, σήμερον την μνήμην του, του δευτέρου, μετά τον επίσης Αρεοπαγίτην Άγιον Ιερόθεον, εν Αθήναις επισκοπεύσαντος και εν εαυτώ τον Νόμον μετα της Χάριτος αρμονικώς συζεύξαντος και Προστάτου των Δικαστικών αναδειχθέντος, και ου κατά τό πρέπον, αλλά κατά το δυνατόν, διά λόγου αυτόν τε και Υμάς κατά δύναμιν καί ου κατ’ ἀξίαν τιμήσαντες, και την Υμετέραν δια τούτο επιείκειαν επικαλούμενοι, ευχόμεθα εις Υμάς τους της Δικαιοσύνης εκφραστάς, του Δημοκρατικού ημών Πολιτεύματος εγγυητάς και των αδικουμένων υπερασπιστάς, τους του Δικαίου θεράποντας οτρηρούς και της Δικαιοσύνης αδεκάστους λειτουργούς, όπως ο Κύριος καταξιοί και ενδυναμώνη υμάς εν παντί, χαρίζηται δ’ εις υμάς και τούς υφ’ υμάς υγείαν μακροχρόνιον και ακλινή, εν αγαθών εφετών ευθηνία και προσωπικών στόχων επιτυχία.

Σας ευχαριστώ!

1 Οδύσσεια, α, 314
2 Ευριπίδου, Ιφιγένεια εν Ταύροις, 965-967
3 Β΄ Θεσαλ. Γ, 2
4 Αισχύλου, Προμηθεύς Δεσμώτης, 1026-1029
5 Πλάτωνος, Απολογία Σωκράτους 31a 6
6 Πλάτωνος Πολιτεία, Β΄, 361 C, 362 A
7 Πλάτωνος, Απολογία Σωκράτους, 30 a-b
8 Ματθαίου. 17, 26
9 Πλάτωνος, Απολογία Σωκράτους, 31 C
10 Πλάτωνος, Απολογία Σωκράτους, 41 D
11 Λουκά, 23,34
12 Δημοσθένους, Κατά Αριστογείτονος, Α΄, 24-25
13 Λυσίου, Κατά Αλκιβιάδου, Α΄11,13
14 Πλάτωνος, Πρωταγόρας, 322 a
15 Ματθ. 3,15
16 Μάρκου Αυρηλίου, Τα εις εμαυτόν θ,5
17 Λυσίου, Υπέρ Μαντιθέου, 20
18 PG 60,476
19 PG 59, 278
20 PG 62, 285

Ἐκ τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως