Όταν κάποιος είναι πραγματικά ερωτευμένος με ένα άλλο πρόσωπο, θέλει συνεχώς να εκφράζει την αγάπη του προς τον άλλο λέγοντάς του το «σ’ αγαπώ». Έτσι, ο χριστιανός θέλει να εκφράζει την αγάπη του προς το Χριστό. Πολλοί απορούν γιατί αυτές τις μέρες συνηθίζουμε να χαιρετάμε κάποιον λέγοντας «Χριστός ανέστη!». Δεν αρκεί ένα «χρόνια πολλά»; Σε αντίθεση με την άχρωμη ευχή «χρόνια πολλά», το «Χριστός ανέστη» δείχνει την απροσμέτρητη χαρά του χριστιανού για αυτό που βίωσε την Κυριακή του Πάσχα και για αυτό που βιώνει καθημερινά. Ο Χριστός αναστήθηκε, σχίζοντας το χειρόγραφο των αμαρτιών μας, παύοντας τις συνέπειες του προπατορικού αμαρτήματος, την έξωση του ανθρώπου από τον Παράδεισο, και δίνοντας στον άνθρωπο την προοπτική της αιωνιότητας. Πώς να μην ποθεί κανείς να το εκφράζει συνεχώς;

Δεν θα μπορούσε, εντούτοις, να υπάρξει ανάσταση δίχως σταύρωση και κάθοδο στον Άδη, όπως μας υπενθυμίζει η εβδομάδα των Παθών πριν την Αναστάσιμη ημέρα. Έτσι, και η πορεία του χριστιανού είναι σταυροαναστάσιμη. Ο καθένας, λέμε συχνά, έχει το σταυρό του. Ο πιστός έχει να σηκώσει πρώτα τον προσωπικό του σταυρό, τη δοκιμασία του, τη δυσκολία του, το πρόβλημά του. Έχει, όμως, ακόμα να σταυρώσει τα αγκάθια που εμφωλεύουν μέσα του μετατρέποντάς τα στα αντίστοιχα λουλούδια. Μέσα στον άνθρωπο εδρεύουν και τα δύο, χρειάζεται προσοχή σε ποια θα δώσει εξουσία να αναπτυχθούν. Κάθε άνθρωπος, ας μην λησμονούμε, έχει μέσα του τα ευαγγελικά τάλαντα, δυνάμεις, δηλαδή, που επιδιώκουν να εξωτερικευτούν. Αυτές τις δυνάμεις πρέπει να αφήσει ο άνθρωπος να αναφανούν, με τη ζωή του κοντά στην Εκκλησία, απαλά και χωρίς πίεση.

Οι άνθρωποι, όμως, περιπατούντες ἐν τῇ σκοτία, απορροφημένοι από τους ρυθμούς της καθημερινότητας, από έγνοιες, από άγχη δεν προσέχουμε, όσα θα έπρεπε, την εσωτερική μας ζωή και έτσι το αναστάσιμο γεγονός δεν έχει να μας πει κάτι. Λέει εύστοχα Βάρναλης:

Θεριά οι ανθρώποι δεν μπορούν
το φως να το σηκώσουν
δεν είναι η αλήθεια πιο χρυσή
απ’ την αλήθεια της σιωπής
χίλιες φορές να γεννηθείς
τόσες, τόσες θα σε σταυρώσουν.

Με την ανάσταση του Θεανθρώπου η ζωή του χριστιανού αποκτά άλλη διάσταση. Προσπαθεί να ζήσει με αγώνα αλλά και χαρά αυτή τη ζωή αλλά ελπίζει και στο επέκεινα, ελπίζει σε μία ζωή χωρίς τέλος. Ο τάφος δεν σηματοδοτεί το τέλος αλλά την αρχή, τη μετάθεση σε μία άλλη πραγματικότητα, την ενατένιση του προσώπου του αγαπημένου του Ιησού, τη συνανάσταση με τα αγαπημένα του πρόσωπα. Αυτή είναι η ετερότητα της ορθόδοξης λογικής και πραγματικότητας, που καλούμαστε να ζήσουμε και να ζούμε. Μαζί με το ανέσπερο φως ας έχουμε ανέσπερη την λαμπάδα της ψυχής, για να αξιωθούμε με τη χάρη του Θεού να βιώσουμε αυτή την άλλη λογική και πραγματικότητα ήδη από αυτή τη ζωή.

του Γαβριήλ Μπομπέτση