Όλα να δεις πως γίνονται για δύο παπάδες και τόσες και τόσες αναλύσεις των ειδικών εκκλησιαστικών συνομοσιολόγων, πάνε στον αέρα.

Είναι το καλογερικό πείσμα, εκείνο το οποίο μας έχει βάλει τις τελευταίες μέρες να διαβάζουμε ατέρμονες επισκοπικές επιστολές. Πίσω όμως από αυτό το πείσμα, υπάρχει μία αφορμή και η αφορμή δεν μπορεί να είναι άλλη από δύο παπάδες. Δύο παπάδες που δεν έπαθαν αυτό που ήθελε ο Επίσκοπος τους.

Τους ήθελε τιμωρημένους ίσως και ξυρισμένους. Όμως ο ευλογημένος εκτός από πνευματικά τέκνα που τον ακολουθούν δίκην γκουρού, δεν έμαθε τίποτα άλλο να κάνει, εκτός τα λειψανογυρίσματα.

Δεν το έπαθαν οι άμοιροι παπάδες το κακό, γιατί κάποιος Συνοδικός δικαστής επίσκοπος κατέδειξε την δικονομική αδυναμία του φακέλου, ώστε να καταδικαστούν οι εν λόγω. Και γύρισαν στις θέσεις τους άνευ πολλών, άντε με μια ορεινή μετάθεση.

Ως απάντηση εκδικήσεως λοιπόν, ήρθε η πρώτη επιστολή. Γραμμένη στα ψηλά βουνά, κάτω από την βαριά σκιά των καρυδιών, εκεί που επέλεξε να στήσει το ενδιαίτημα του ο επίσκοπος, κατέγραψε και βαριά λόγια. Έγραψε χωρίς όμως να υπολογίζει ότι δεν απευθύνονταν σε κάποιον τυχαίο αλλά σε κάποιον με δεινότητα και δυνατότητες. Δεν θα μπορούσε λοιπόν η πολυσέλιδη απάντησή του παραλήπτη της να μην είναι άμεση αλλά και τέτοια που θα καταδείκνυε τις αδυναμίες του συγγραφέα της πρώτης.

Κατάλαβες, διάβασε λοιπόν την μία διάβασε την άλλη και αν δεν κατάλαβες θα καταλάβεις.

Βέβαια δεν μπορεί να αφήσουμε απαρατήρητο το γεγονός ότι άνθρωποι άπειροι και ακατάλληλοι για διοίκηση, αναλαμβάνουν να διοικήσουν Μητροπόλεις. Είτε προερχόμενοι εκ των μονών, είτε προερχόμενοι εξ ιεροκηρύκων, είτε προερχόμενοι από θέσεις οι οποίες δεν έχουν επαφή άμεση με το ποίμνιο, δεν έχουν διατελέσει δηλαδή ενεργοί εφημέριοι, ώστε να μπορούν να ξέρουν διοίκηση αλλά και ποιμαντική, μοστράρουν ξαφνικά με μίτρα και υπογραφή και δεν μπορούν να επιλέξουν ούτε πρωτοσύγγελο.

Από την άλλη όμως, αυτοί μπορεί να έχουν στρατιές ακολούθων, τα λεγόμενα πνευματικά τέκνα τους, τα οποία εύκολα γίνονται ομάδες κρούσης, εναντίον των εχθρών του γέροντα. Έχουν καθοδηγηθεί με οδηγό όχι τον Θεό αλλά τον Γέροντα και μάλιστα στα όρια και στα δεδομένα του μοναχισμού. Της τυφλής δηλαδή υπακοής και της απολύτου υποταγής στα κελεύσματά του, που πέρα από τις ψυχοπαθολογικές προεκτάσεις του θέματος, σίγουρα δεν μπορεί να θεωρηθεί και εκκλησιολογικά σωστό.

Εκεί λοιπόν χάνεται και το παιχνίδι όταν με τη χρήση του ονόματος και της ζωής των Αγίων από τους επισκόπους, αντιδρούν ή υποστηρίζουν τα δικά τους.

Συνοψίζοντας δεν θα μπορούσαμε να  δούμε πίσω από την αρχική επιστολή τον πρώτο, όπως τον υπέδειξαν ως υπεύθυνο και για τη συνέντευξη που δόθηκε μεγάλη Τρίτη. Ο ίδιος  αυτή την περίοδο, την ησυχία του και τις διακοπές του βλέπει και όχι το να ξεθωριάσει με επιστολές και συνεντεύξεις τη δυναμική ή τα θέλω κάποιων επισκόπων.

Καλό καλοκαίρι.

Συνοπτικός