Kάθε Σάββατο 

«Ἄκου ἕνα βιβλίο»

μέ τόν ἀρχιμανδρίτη Ἰάκωβο Κανάκη

Ἕνας ἀπό τούς τρόπους νά πλησιάσει ὁ ἄνθρωπος τόν Θεό εἶναι ἡ μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Ἔτσι, ἡ Βίβλος ἀποτελεῖ γιά κάποιους-δυστυχῶς ὄχι γιά πολλούς-καθημερινός τους ἐντρύφημα. Γιά τήν μελέτη αὐτή βοηθάει συχνά ἡ γνώση θεμάτων, πού ἐξετάζεται ἀπό τήν λεγομένη στήν ἐπιστήμης τῆς θεολογίας «Εἰσαγωγή στήν Παλαιά Διαθήκη». Ὁ τόπος, ὁ χρόνος καί ὁ λόγος συγγραφῆς τῶν κειμένων μᾶς βοηθοῦν στήν κατανόησή τους. Στήν συνοπτική παρουσίαση κάθε βιβλίου ἔχουμε φθάσει στό βιβλίο «Α´ΕΣΔΡΑΣ (ΙΕΡΕΥΣ)».

Ἄν καί τό βιβλίο ὀνομάστηκε «Ἔσδρας» θά μποροῦσε νά εἶχε ὀνομαστεῖ «Ζοροβάβελ» ἀφοῦ γι᾽αὐτόν τόν βασιλιά γίνεται ἐκτενῆς λόγος στό βιβλίο. Τό βιβλίο συντάχθηκε περίπου στό 150 π.Χ. μέ βάση παλαιότερες ἑβραϊκές καί ἀραμαϊκές πηγές. Ὁ σκοπός τῆς συγγραφῆς ἦταν ἐγκωμιαστικός τῶν δύο ἐπιφανῶν περσῶν βασιλέων Κύρου καί Δαρείου Α´, οἱ ὁποῖοι σχετίζονται μέ τήν ἐπιστροφή τῶν ἰουδαίων, πού βρίσκονταν αἰχμάλωτοι ἀλλά καί στήν ἀνοικοδόμηση τοῦ ναοῦ τους.

Στά ἐννέα κεφάλαια τοῦ βιβλίου ἀπαντοῦν δύο βασικές ἰδέες: Α) Τό ἔργο τοῦ Ἔσδρα, πού ἦταν ἱερέας καί γραμματέας, ὡς πρός τήν ὀργάνωση τῆς κοινότητας τῶν ἰουδαίων, πού ἐπαναπατρίστηκαν καί β) ἡ προσφορά τοῦ Ζοροβάβελ στήν ἀνοικοδόμηση τοῦ ναοῦ τοῦ Σολομῶντα, ὁ ὁποῖος ἀπετέλεσε τό κέντρο τοῦ ἔθνους καί τῆς λατρείας τῶν ἰουδαίων.

Πιό εἰδικά ἐνδιαφέρον παρουσιάζει ἡ διήγηση τῶν τριῶν σωματοφυλάκων τοῦ πέρση βασιλιά Δαρείου. Σύμφωνα μέ τήν διήγηση, τρεῖς σωματοφύλακες τοῦ Δαρείου μετά τό δεῖπνο πού εἶχε παραθέσει διαγωνίζονται σέ μιά ἰδέα. Ποιά; «ὡς πρός τό τί ὑπερισχύει παντός ἄλλου στόν κόσμο». Ὁ πρῶτος σωματοφύλακας ὑποστηρίζει ὅτι ὁ «οἶνος» εἶναι τό πιό ἰσχυρό πρᾶγμα, ὁ δεύτερος ἐπιχειρηματολόγησε περί τοῦ «βασιλιά» καί ὁ τρίτος ὑπέρ «τῶν γυναικῶν». Τήν τελευταία αὐτή πρόταση ἐπέκτεινε ἀκόμα ὁ ὑποστηρικτής τοῦ Ζοροβάβελ, μιλώντας γιά τήν «ἀλήθεια», πού εἶναι δημιούργημα τοῦ Θεοῦ. Ἡ «ἀλήθεια» αὐτή δέν συγκρίνεται ἀφοῦ εἶναι ἡ πιό ἰσχυρή ἀπό ὅλους καί ὅλα καί μάλιστα εἶναι αἰώνια. Τό πιό σημαντικό ὅμως ἀκόμα, πού ὑπονοεῖται, εἶναι ὅτι ἡ «ἀλήθεια» αὐτή «σαρκώνεται». Ἡ παρουσίαση τοῦ θέματος ἀπό τόν Ζοροβάβελ ἀποσπᾶ τόν ἔπαινο τοῦ Βασιλιά καί φυσικά τῶν παρισταμένων. Ἡ τελική του νίκη αὐτή ἔχει μεγάλη ἀξία ἀφοῦ τό ἔπαθλό του εἶναι ἡ ἄδεια τῆς ἀνοικοδόμησης τοῦ ναοῦ.

Ἡ ἀναφορά περί τῆς «ἀληθείας» πού ἀναφέραμε εἶναι πολύ σημαντική γιατί μᾶς παραπέμπει στήν Καινή Διαθήκη, ἐκεῖ ὅπου ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης μιλᾶ γιά μιά ἀλήθεια, τήν ὅντως «Ἀλήθεια» (Ἰω.14,6). Καί στό βιβλίο αὐτό, ὅπως ἔχουμε ξανασυναντήσει, βλέπουμε ὅτι ἐνῶ τό περιεχόμενό του φαίνεται καθαρά ἱστορικό, ὑπάρχουν χριστολογικές προεκτάσεις.

Πέραν αὐτῶν εἶναι σημαντικό νά σημειωθεῖ ὅτι στό κείμενο βρίσκουμε κάποιες πληροφορίες πού μᾶς δεικνύουν ἴχνη πολιτισμοῦ τοῦ παρελθόντος. Οἱ συνήθειες πού ἀπαντοῦν σέ ἄλλους πολιτισμούς (ἀρχαιοελληνικό κ.ἄ.), πέραν τῆς Ἰουδαίας ἀπαντοῦν καί στό Α´Ἔσδρας. Γιά παράδειγμα ἡ διεξαγωγή πνευματικῶν ἀγώνων-διαγωνισμῶν μεταξύ τῶν διανοουμένων στίς βασιλικές αὐλές. Ἐπίσης, μποροῦμε νά ἐξάγουμε ὅτι ἡ μεταφορά τῆς Κιβωτοῦ τῆς Διαθήκης καί ἡ τοποθέτησή της στόν ναό τῶν Ἰεροσολύμων μπορεῖ νά συσχετιστεῖ ὡς πρότυπο γιά τήν μεταφορά τῶν ἱερῶν λειψάνων καί τήν τοποθέτησή τους στό ἱερό βῆμα, ἡ ὁποία γίνεται μέχρι καί σήμερα.