Εἶναι ἀλήθεια ὅτι οἱ ἄνθρωποι, καί ἰδιαίτερα οἱ νέοι, ἐνημερώνονται γιά πολλά ἀπό τά θέματα πού τούς ἀπασχολοῦν μέσω διαδικτύου. Μέ τήν πληκτρολόγηση μίας καί μόνο λέξης στίς μηχανές ἀναζήτησης ἔχουν μπροστά τους ὁποιαδήποτε πληροφορία γιά ὁποιοδήποτε θέμα. Ἐκεῖ βρίσκει κάποιος πληροφορίες γιά ἁπλά, καθημερινά ζητήματα, ἀλλά καί γιά ἄλλα, πού ἀφοροῦν στήν ἴδια τήν ζωή του, στήν ὕπαρξή του, στίς ἀπορίες του σχετικά μέ τό Θεό καί τά μέλλοντα. Ἔτσι ἀπό καιρό προσπαθοῦμε νά ἀνεβάζουμε γραπτά κείμενα γιά τήν κατήχηση τῶν ἀνθρώπων πού ἔχουν τέτοια ἐνδιαφέροντα, ἀλλά καί γιά ἕναν γενικότερο προβληματισμό. Ὁ λόγος τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἀναγκαῖο νά βρίσκεται ἐκεῖ πού οἱ ἄνθρωποι ψάχνουν. Ἡ φωνή τῆς Ἀλήθειας εἶναι ἀνάγκη νά βρεθεῖ  δίπλα τους. Ὅμως οἱ συνθῆκες τῆς καθημερινότητας, πολλές φορές, δέν δίνουν τήν δυνατότητα οὔτε κἄν νά διαβάσει ὁ ἄνθρωπος γιά λίγη ὥρα, ἔστω καί μέσω διαδικτύου. Αὐτή ἡ σκέψη μᾶς ἔκανε νά προχωρήσουμε σέ μιά σειρά ὁμιλιῶν μέ τόν τίτλο «Ἄκου ἕνα βιβλίο». Μέ τόν τρόπο αὐτό μπορεῖ κάποιος πράγματι νά ἀκούσει ἀποσπάσματα γραπτῶν θεολογικῶν ἤ ἱστορικῶν κειμένων ἐπενδυμένων μέ μουσική ὑπόκρουση.   Λοιπόν κάθε Σάββατο «ἄκου ἕνα βιβλίο»

«Ἄκου ἕνα βιβλίο»

μέ τόν ἀρχιμανδρίτη Ἰάκωβο Κανάκη

Ἡ ἀνάγνωση τῆς Ἁγίας Γραφῆς δέν εἶναι μιά ἁπλῆ καί τυπική ὑπόθεση. Εἶναι μελέτη! Εἶναι μιά προσπάθεια νά μπεῖς στήν οὐσία τοῦ κειμένου, νά ἀνακαλύψεις δηλαδή τόν Θεό. Δέν πρόκειται γιά μιά στεῖρα ἐγκεφαλική λειτουργία ἀλλά γιά καρπό τῆς πνευματικῆς ζωῆς. Ὅμως, γιά τήν ἀνακάλυψη τοῦ Λόγου μέσα στά κείμενα, ἐκτός τοῦ φωτισμοῦ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὁ μελετητής προσεγγίζει τό κείμενο «ἀνθρώπινα» χρησιμοποιώντας καί τά μέσα πού ἡ ἐπιστήμη διαθέτει. Συχνά ἡ ἐπιστημονική ἔρευνα μᾶς προσφέρει σημαντικά στοιχεῖα ἀκόμα καί γιά τήν ἴδια τήν ἑρμηνεία λέξεων, ἐννοιῶν, φράσεων ἤ περικοπῶν.

Ἡ γνώση τῶν στοιχείων γιά τήν συγγραφή τῶν Ἱερῶν Κειμένων «τοποθετοῦν» τόν ἀναγνώστη χρονικά καί οὐσιαστικά. Πότε γράφτηκε τό κείμενο; Ποῦ γράφθηκε; Ποιός εἶναι ὁ συγγραφέας του; Ποιός ὁ σκοπός τῆς συγγραφῆς; Εἶναι μερικά ἀπό τά ἐρωτήματα πού θέτει ὁ ἐρευνητής καί ζητοῦν ἀπάντηση.

Στήν προσπάθειά μας νά προσεγγίσουμε τά βιβλία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καί νά τά παρουσιάσουμε μέ τρόπο συνοπτικό ἔχουμε φθάσει στά βιβλία Α´καί Β´Βασιλειῶν.

Τί περιγράφουν τά βιβλία;

Τά Α´καί Β´ Βασιλειῶν ὅπως καί τά Γ´ καί Δ´ Βασιλειῶν, Τωβίτ καί Ἰουδίθ ἀναφέρουν τά «περί τῆς ἀναδύσεως καί τελικῆς καταρρεύσεως τῆς Ἑβραϊκῆς μοναρχίας (1025-931 π.Χ.)». Τόν 11ο αἰώνα π.Χ. οἱ κοινωνικές συνθῆκες, πού χαρακτηρίζουν τήν συνομοσπονδία τῶν 12 φυλῶν, ἔγιναν πιό δύσκολες μέ συνέπεια ἡ ζωή τῶν Ἰσραηλιτῶν νά καταστεῖ δυσκολώτερη. Ὁ λαός ἦταν δυσαρεστημένος μέ τήν ἀρχηγία τῶν Κριτῶν καί ζητοῦσαν ἀλλαγή. Ζήτησαν «ἕναν βασιλιά γιά νά τούς κυβερνήσει, γιά νά εἶναι καί αὐτοί ὅπως ὅλοι» (Α´Βασ.8,5.20.). Αὐτό τό αἴτημα τοῦ λαοῦ ἔχει βαθειές ρίζες, ἀφοῦ ἡ αἴτηση γιά βασιλιά ἀποτελοῦσε ἀπόρριψη τῆς θεοκρατικῆς κυβέρνησης τοῦ Θεοῦ διά τῶν Κριτῶν Του (βλ. Α´Βασ.8, 7-9). Ὅμως δέν ἦταν ἡ διακυβέρνηση ἀπό τούς Κριτές ἡ αἰτία τοῦ προβλήματος ἀλλά ἡ ἀπιστία καί ἡ ἀνυπακοή τῶν Ἰσραηλιτῶν.

Τά θέματα τῶν βιβλίων εἶναι πολλά καί θά ἀναφερθοῦν στήν συνέχεια.

Θά ξεκινήσουμε ἀπό τό ὄνομα τῶν βιβλίων. Ἀρχικά, τά βιβλία αὐτά ἀποτελοῦσαν στό πρωτότυπο ἑβραϊκό κείμενο ἕνα ἑνιαῖο ἔργο, μέ τόν τίτλο «Σαμουήλ». Ἀργότερα ὅμως χωρίστηκαν καί μετωνομάστηκαν σέ Α´καί Β´Βασιλειῶν. Οἱ λόγοι τοῦ χωρισμοῦ εἶναι πιθανόν δύο: α) Ἐπειδή ἦταν ἀδύνατο στούς ἀρχαίους κυλίνδρους νά χωρέσει σέ ἔκταση τό διπλάσιο Ἑλληνικό κείμενό τους καί β) ἐπειδή ὑπῆρχε εὐκολία τοῦ χωρισμοῦ τοῦ κειμένου λόγω τῶν φυσικῶν διακοπῶν τῆς διήγησης. Τό ὄνομα «Σαμουήλ» πιθανόν νά εἶχε ὑποστηριχθεῖ εἴτε ἐπειδή πρόκειται γιά τό πρόσωπο πού ἐγκατέστησε τήν μοναρχία καί μάλιστα μετεῖχε στήν ἐξέλιξη τῶν γεγονότων περί τοῦ θέματος, εἴτε ἐπειδή εἶναι πιθανή ἡ συγγραφή τοῦ βιβλίου ἀπό τόν ὁμώνυμο προφήτη καί κριτή. Οἱ ὑποθέσεις αὐτές ὅμως δέν μποροῦν νά σταθοῦν διότι στό ἴδιο τό βιβλίο ἀναφέρεται ὁ θάνατος τοῦ Σαμουήλ. Ἡ ὀνομασία «Βασιλειῶν» ἐπικράτησε ἐπειδή στά βιβλία περιγράφεται ἡ ἱστορία τῶν σπουδαίων βασιλέων Σαούλ καί Δαβίδ.

Ὡς πρός τόν χρόνο, τά γεγονότα τῶν βιβλίων τοποθετοῦνται χρονικά μετά τήν διάσπαση τοῦ ἑνωμένου Ἰσραηλιτικοῦ βασιλείου (922 π.Χ.) καί πρίν τήν κατάλυση τοῦ βορείου βασιλείου τοῦ Ἰσραήλ (722 π.Χ.). Νά ἀναφέρουμε ἀκόμη ὅτι τό πρωτότυπο ἑβραϊκό κείμενο παρουσιάζει μεγάλες φθορές καί χρειάζεται νά ἀποκατασταθεῖ μέ τήν βοήθεια τῶν ἀρχαίων μεταφράσεων καί εἰδικά τῶν Ο´.

Θά προχωρήσουμε στίς βασικές θεολογικές ἰδέες καί ἔννοιες τοῦ βιβλίου. Εἰσαγωγικά νά ποῦμε ὅτι ἡ διδασκαλία ἀφορᾶ κυρίως στόν Δαβίδ, τόν ἐνδοξότερο βασιλιά τῶν Ἰσραηλιτῶν, ἀπό τήν γενιά τοῦ ὁποίου θά προέλθει ὁ ἀναμενόμενος Μεσσίας. Πιό εἰδικά περί τῶν θεμάτων ἀναφέρεται ὁ καθηγητής κ.Καλαντζάκης, τά ὁποῖα θέματα συμπυκνώνει στά ἑξῆς: α) Περί προφητισμοῦ, β) περί μεσσιανισμοῦ, γ) περί βασιλείας, δ) περί τοῦ τοπικοῦ καί οὐκουμενικοῦ Θεοῦ, ε) περί τοῦ Γιαχβέ ὡς κυρίου τῆς ζωῆς καί τοῦ θανάτου καί στ) περί τῆς συλλογικότητας στήν θρησκεία τοῦ Ἰσραήλ. Θά γίνει σύντομη ἀναφορά στό καθένα ἀπό αὐτά.

Α) Ἡ θρησκεία τοῦ Ἰσραήλ ἔχει κάτι ἰδιαίτερο, τήν ὕπαρξη τῆς θείας Ἀποκάλυψης. Μέσω θαυμαστῶν γεγονότων, μέσω ἐνυπνίων καί κυρίως μέσω τῆς προφητείας φανερώνεται τό θέλημα τοῦ Θεοῦ (Α´Βασ.14,18). Ἡ προφητεία ἀρχικά σχετιζόταν μέ τούς χρησμούς, ὅπως γιά παράδειγμα γίνεται στόν Σαούλ καί τόν Δαβίδ (Α´Βασ.14,18). Παρατηρεῖται χρήση τῶν ἀντικειμένων «οὐρίμ» καί «θουμίμ», τά ὁποῖα ἦταν κλῆροι καί ἰσοδυναμοῦσαν μέ τήν ἄρνηση καί τήν κατάφαση. Αὐτό γινόταν μέχρι τήν ἐμφάνιση τῶν προφητῶν δηλαδή μετά τήν βασιλεία τοῦ Δαβίδ. Οἱ προφῆτες θά γίνουν τότε οἱ ἐκφραστές τῆς προφητείας, οἱ ὁποῖοι θά βιώνουν προσωπικά τήν ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ στήν ζωή τους καί θά γίνονται «τό στόμα τοῦ Θεοῦ» στήν γῆ.

Β) Μιά ἄλλη σημαντική ἔννοια πού ἀπαντᾶ στά Α´καί Β´Βασιλειῶν εἶναι ὁ μεσσιανισμός. Σύμφωνα μέ αὐτόν ὁ κάθε βασιλιάς καθιερώνεται στό ἀξίωμά του καί γίνεται «χριστός τοῦ Κυρίου» καί χαρακτηρίζεται ὡς μεσσίας. Ὁ λαός γνώρισε πολλούς τέτοιους μεσσίες ἀλλά ἐνδόμυχα ἀναζητοῦσε κάποιον ἄλλον, κάποιον καινούργιο πού θά ἀνέβαζε τό κράτος ψηλά. Δέν ἦταν ὅμως ὁ ἴδιος μεσσίας πού κήρυτταν οἱ προφῆτες, Ἐκεῖνος δηλαδή ὁ πνευματικός μεσσίας, πού θά προσέφερε τήν ἐσωτερική ἐλευθερία καί λύτρωση τῶν ἀνθρώπων.

Γ) Τό ἐπόμενο θέμα πού βρίσκουμε στά βιβλία πού μελετοῦμε εἶναι τό περί τοῦ θεσμοῦ τῆς βασιλείας. Γιά νά τό ποῦμε μέ ἁπλότητα: «Ὁ θεσμός τῆς βασιλείας δέν ἦταν τό θέλημα τοῦ Θεοῦ». Ὁ Θεός ἤθελε ὁ λαός του νά κατευθύνεται ἀπό τόν Ἴδιο, χωρίς μεσάζοντες. Ὅμως ὁ λαός ζήτησε βασιλιά καί ὁ Θεός συγκατατέθηκε στό αἴτημά του αὐτό. Ἔγινε βέβαια μέ κάποια καθυστέρηση ἀλλά ὄχι χωρίς λόγο. Ἦταν «σκόπιμη» ἡ καθυστέρηση γιατί οἱ βασιλεῖς θεωροῦνταν προσωποποίηση τῶν θεοτήτων. Αὐτό ἴσχυε ὅμως γιά τόν εἰδωλολατρικό κόσμο. Στούς ἰσραηλίτες δέν ὑπάρχει τέτοια προσέγγιση, ἀλλά ἀντίθετα ὁ βασιλιάς εἶναι ἕνας ἁπλός ἄνθρωπος, ἐκλεγμένος βεβαίως ἀπό τόν Θεό, πού ἀπό τήν μιά σέβεται καί λατρεύει τό Θεό καί ἀπό τήν ἄλλη θυσιάζεται γιά τό καλό τοῦ λαοῦ πού ὑπηρετεῖ. Ὅταν δέν εἶχε τέτοια συμπεριφορά ἔχανε τόν θρόνο του (Α´Βασ. 16,1).

Δ) Σημαντικό θέμα πού βλέπουμε στά ὑπό ἐξέταση βιβλία εἶναι ἡ παρουσία τοῦ Θεοῦ, ὡς ἀποκλειστικοῦ καί οἰκουμενικοῦ. Στούς Ἰσραηλίτες ὁ Θεός πιστεύεται ὡς ἀποκλειστικός μέ τήν ἔννοια ὅτι εὐλογήθηκε ἀπό τόν Ἴδιο καί ὅτι στό διάβα τῶν αἰώνων εὐεργετήθηκε ἀπό Αὐτόν. Ὅμως, παράλληλα μέ τήν πεποίθηση αὐτή, ἀναπτύσσεται ἡ ἰδέα ὅτι εἶναι Θεός πού μεριμνᾶ γιά ὅλον τόν κόσμο, ὅπως χαρακτηριστικά ἀναφέρεται: «…αὐτός κρινεῖ ἄκρα γῆς…» (Α’ Βασ.2,10).

Ε) Παρόμοια μέ τήν προηγούμενη ἔννοια εἶναι καί ἡ ἰδέα ὅτι ὁ Θεός εἶναι «ὁ Κύριος τῆς ζωῆς καί τοῦ θανάτου». Αὐτός δημιουργεῖ τήν ζωή ἀλλά ὁ Ἴδιος εἶναι πού ἐπιφέρει καί τόν θάνατο ὅταν κυριαρχεῖ ἡ ἀσέβεια καί ἡ ἀπιστία. Παρ᾽ὅλη τήν παντοδυναμία Του δέν ἐνεργεῖ αὐθαίρετα ἀλλά ζητᾶ τήν ἀνθρώπινη συνέργεια.

Στ) Ἡ τελευταία ἔννοια πού ἐντοπίζεται στά βιβλία Α´ καί Β´ Βασιλειῶν ἀφορᾶ στήν συλλογικότητα. Πρόκειται μέ ἁπλᾶ λόγια γιά τήν ἰδέα κατά τήν ὁποία ὅταν κάποιος ἰσραηλίτης ἔσφαλε τότε λάμβαναν ὅλοι οἱ ἀπογονοί του τήν ἐνοχή καί τήν τιμωρία. Αὐτό γινόταν γιατί ὁ κάθε ἰσραηλίτης θεωροῦσε τόν ἐαυτό του ὡς μέλος τῆς ὅλης κοινότητας. Ἔτσι, «εἴτε ὡς οἰκογένεια καί φυλή, εἴτε ὡς κοινότητα ἔφερε ἀπόλυτα τήν εὐθύνη γιά τίς πράξεις, καλές ἤ κακές, τῶν μελῶν της». Στήν ἰδέα αὐτή θά ἀντισταθεῖ ὁ Δαβίδ, ὁ ὁποῖος δέν θέλησε νά τιμωρηθεῖ ὁ λαός του γιά τά δικά του ἁμαρτήματα. Κύριοι ὅμως ἐκφραστές τῆς προσωποποίησης τῆς ἁμαρτίας εἶναι οἱ προφῆτες Ἰερεμίας καί Ἰεζεκιήλ.

Μετά τήν συνοπτική αὐτή προσέγγιση τῶν ἐννοιῶν στά βιβλία τῶν Βασιλειῶν μποροῦμε νά καταγράψουμε τήν μεγάλη ἀλήθεια πού παρατηρεῖται καί στά ὑπόλοιπα βιβλία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Ἡ Καινή Διαθήκη εἶναι αὐτή πού χρησιμοποιεῖ τά κείμενα τῆς Παλαιᾶς καί μάλιστα δίνοντάς τους χριστολογικό προσδιορισμό. Ἔτσι, γιά παράδειγμα, ἡ πρός Ἑβραίους Ἐπιστολή (1,5) ὅπως καί ἡ Β´πρός Κορινθίους (6,10) ἐφαρμόζουν τό Β´ Βασ.7,14 στό Χριστό καί στούς χριστιανούς. Καί οἱ Εὐαγγελιστές χρησιμοποίησαν τήν φράση «υἱός Δαβίδ» στά ἱερά κείμενά τους (Ματθ.9,27. Μαρκ.10,47. Λκ.18,38).

Ἐκτός τῶν παραπάνω, ὅποιος ἐπιθυμεῖ περαιτέρω ἔρευνα τῶν βιβλίων μπορεῖ νά ἀναττέξει στούς παρακάτω Πατέρες ἐκκλησιαστικούς συγγραφεῖς:

Ὠριγένης (PG 12,992-1028) Δίδυμος Ἀλεξανδρεύς (PG 39, 116-120), Κύριλλος Ἀλεξανδρείας (PG 69,679-698), Θεοδώρητος Κύρου (PG 80, 527-596), Προκόπιος Γάζης (PG 87, 1079-1120) καί Θεόδωρος Πρόδρομος (PG 133, 1147-58).

Τέλος, ἄς θυμόμαστε τήν βασική ἀλήθεια περί τοῦ σκοποῦ τῆς συγγραφῆς τῶν βιβλίων:

«Ἡ ἱστορία τῶν βιβλίων αὐτῶν, μεταφέροντας τό ἐνδιαφέρον της ἀπό τό θέμα τῆς Θεοκρατίας σ᾽ἐκεῖνο τῆς Μοναρχίας καί ἀπό τόν τελευταῖο κριτή καί προφήτη Σαμουήλ στόν πρῶτο βασιλιά Σαούλ, καταλήγει στό Δαβίδ, στόν ὁποῖο δείχνει ἰδιαίτερη εὔνοια. Τήν εὔνοια αὐτή προβάλλει ὁ συγγραφέας προκειμένου νά καταστήσει σαφές ὅτι ὁ Θεός, ἀναγνωρίζοντας στό πρόσωπο τοῦ Δαβίδ τόν ἐκλεκτό δοῦλο του, οὐσιαστικά ἐμπιστεύεται τή βασιλική του δυναστεία, στήν ὁποία ὡς ἐκ τούτου ἐναποθέτει τίς μεσσιανικές προσδοκίες τοῦ λαοῦ του, πού ἐστιάζονται σ᾽ἕνα νέο δαβιδικό ἀπόγονο μέ αἰώνια βασιλική ἐξουσία».