Εἶναι ἀλήθεια ὅτι οἱ ἄνθρωποι, καί ἰδιαίτερα οἱ νέοι, ἐνημερώνονται γιά πολλά ἀπό τά θέματα πού τούς ἀπασχολοῦν μέσω διαδικτύου. Μέ τήν πληκτρολόγηση μίας καί μόνο λέξης στίς μηχανές ἀναζήτησης ἔχουν μπροστά τους ὁποιαδήποτε πληροφορία γιά ὁποιοδήποτε θέμα. Ἐκεῖ βρίσκει κάποιος πληροφορίες γιά ἁπλά, καθημερινά ζητήματα, ἀλλά καί γιά ἄλλα, πού ἀφοροῦν στήν ἴδια τήν ζωή του, στήν ὕπαρξή του, στίς ἀπορίες του σχετικά μέ τό Θεό καί τά μέλλοντα. Ἔτσι ἀπό καιρό προσπαθοῦμε νά ἀνεβάζουμε γραπτά κείμενα γιά τήν κατήχηση τῶν ἀνθρώπων πού ἔχουν τέτοια ἐνδιαφέροντα, ἀλλά καί γιά ἕναν γενικότερο προβληματισμό. Ὁ λόγος τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἀναγκαῖο νά βρίσκεται ἐκεῖ πού οἱ ἄνθρωποι ψάχνουν. Ἡ φωνή τῆς Ἀλήθειας εἶναι ἀνάγκη νά βρεθεῖ  δίπλα τους. Ὅμως οἱ συνθῆκες τῆς καθημερινότητας, πολλές φορές, δέν δίνουν τήν δυνατότητα οὔτε κἄν νά διαβάσει ὁ ἄνθρωπος γιά λίγη ὥρα, ἔστω καί μέσω διαδικτύου. Αὐτή ἡ σκέψη μᾶς ἔκανε νά προχωρήσουμε σέ μιά σειρά ὁμιλιῶν μέ τόν τίτλο «Ἄκου ἕνα βιβλίο». Μέ τόν τρόπο αὐτό μπορεῖ κάποιος πράγματι νά ἀκούσει ἀποσπάσματα γραπτῶν θεολογικῶν ἤ ἱστορικῶν κειμένων ἐπενδυμένων μέ μουσική ὑπόκρουση.   Λοιπόν κάθε Σάββατο «ἄκου ἕνα βιβλίο»

«Ἄκου ἕνα βιβλίο»

μέ τόν ἀρχιμανδρίτη Ἰάκωβο Κανάκη

Συνήθως τό ὄνομα κάθε βιβλίου τῆς Ἁγίας Γραφῆς προσδιορίζεται ἀπό τό περιεχόμενό του. Αὐτό ὅμως δέν ἰσχύει γιά τά Α´καί Β´ Παραλειπομένων, ἀφοῦ στά βιβλία αὐτά δέν περιλαμβάνονται θέματα, πού «παραλείφθηκαν» ἀπό τά προηγούμενα βιβλία. Ἔτσι, τό πιό σωστό ὄνομα γιά νά τά προσδιορίσει εἶναι «Λόγοι» ἤ «Γεγονότα τῶν ἡμερῶν». Δέν πρόκειται λοιπόν γιά συμπλήρωση κάποιων στοιχείων πού δέν εἶχαν εἰπωθεῖ, ἀλλά γιά μιά ἐπιτομή τῆς ἱστορίας ἀπό τόν Ἀδάμ μέχρι τήν βαβυλώνια αἰχμαλωσία. (Σημειώνουμε ὅτι ἡ συγγραφή τους ἔγινε μετά τήν αἰχμαλωσία αὐτή). Ἐπίσης, ὅπως καί μέ τά «Βασιλειῶν», πιθανότατα ἀποτελοῦσαν ἕνα ἐνιαῖο βιβλίο, πού διαιρέθηκε ἀργότερα σέ δύο μέρη.

Τά «Παραλειπομένων» ἀναφέρουν τήν ἱστορία ἀπό δημιουργία τοῦ κόσμου μέχρι τό τέλος τῆς βαβυλώνιας αἰχμαλωσίας καί τονίζουν κυρίως τήν ἐποχή τῆς μοναρχίας. Περιγράφουν τό θαυμαστό ἔργο τοῦ Δαβίδ ἀλλά καί τοῦ διαδόχου του Σολομῶντα στό θρόνο τοῦ ἑνωμένου βασιλείου.

Ὁ σκοπός τῆς συγγραφῆς τῶν βιβλίων εἶναι ὁ ἐπιστηριγμός τῶν ἰουδαίων. Μέσα στό κείμενό τους ὑπενθυμίζεται ἡ ὑπόσχεση τοῦ Θεοῦ ὅτι τό γένος τους θά εὐλογηθεῖ καί ὅτι ἀπό αὐτό θά προέρθει ὁ ἀναμενόμενος μεσσίας. Ὁ συγγραφέας θέλει νά τονώσει τούς ἰουδαίους καί νά τούς συσπειρώσει μεταξύ τους μέ κέντρο τόν Θεό. Ὁ Θεός τήν περίοδο αὐτή «κατοικεῖ» στόν μεγαλοπρεπῆ ναό τῶν Ἰεροσολύμων. Πράγματι, ἡ μεταφορά σέ αὐτόν τῆς Κιβωτοῦ τῆς Διαθήκης καί τῶν ἄλλων ἱερῶν ἀντικειμένων φανέρωνε ὅτι ὁ Θεός βρίσκεται παρών ἀνάμεσά τους στόν ναό.Ἔτσι, ὁ ἰουδαῖος προσέρχεται στόν ναό αὐτόν γιά νά τόν λατρέψει. Ὁ ναός ἔτσι γίνεται καί ἐθνικό καί θρησκευτικό κέντρο. Μέ λίγα λόγια αὐτό εἶναι τό περιεχόμενο τῶν βιβλίων.

Συγγραφέας τῶν βιβλίων θεωρεῖται ὁ Ἔσδρας. Αὐτός «ὡς σοφός γραμματέας καί θρησκευτικός διοργανωτής τῆς μεταιχμαλωσιακῆς ἰουδαϊκῆς κοινότητας, ἦταν τό πιό κατάλληλο πρόσωπο γιά τή συγγραφή ἑνός τέτοιου ἔργου, πού νά παρέχει στοιχεῖα ἀπαραίτητα γιά τήν ἐξυπηρέτηση τῶν σκοπῶν του. Ἐξάλλου τήν ἀποδοχή τοῦ Ἔσδρα ὡς συγγραφέα τῶν Παραλειπομένων ἐνισχύουν καί οἱ πολλές ὁμοιότητες τους, ἰδίως ὡς πρός τή μορφή, τή γλῶσσα, τό ὕφος, τίς ἰδέες, τήν προοπτική, μέ τά βιβλία Β´Ἔσδρα καί Νεεμία, ἡ συγγραφή τῶν ὁποίων ἀποδίδεται ἐπίσης σ᾽αὐτόν».

Θά ἀναφέρουμε μερικές θεολογικές ἰδέες τῶν βιβλίων:
Α) Τονίζεται στό κείμενο ἡ εὔνοια τοῦ Θεοῦ πρός τούς ἰουδαίους, οἱ ὁποῖοι φαίνεται ὅτι ἱστορικά δέν «χάθηκαν», ἀλλά ἀντίθετα μέσα ἀπό πολλές δυσκολίες, κακουχίες καί κρίσεις διασώθηκαν. Αὐτό, ὅπως γίνεται φανερό στά βιβλία, δέν ἦταν ἕνα τυχαῖο γεγονός ἀλλά μιά πρόνοια τοῦ Θεοῦ πρός αὐτούς. Εἶναι ἐμφανής ἡ μέριμνα τοῦ Θεοῦ γιά τόν Δαβίδ στόν ὁποῖο ὑπόσχεται αἰώνια βασιλεία, ὅπως καί ὅτι ἀπό αὐτόν θά ἀναμένεται ὁ μεσσίας. Ἡ ἱστορική συνέχεια τῶν Ἰουδαίων δηλώνει καί τήν συνεχῆ παρουσία τοῦ Θεοῦ στήν ἱστορία.
Β) Σημαντικό θέμα τῶν βιβλίων εἶναι ὁ ναός στά Ἰεροσόλυμα. Ὁ Δαβίδ προετοιμάζει τό ἔδαφος τοῦ ναοῦ ὡς «πνευματικός πατέρας» του, ἀλλά τελικά ὁ Σολομῶντας συνδέει τό ὄνομά του μέ τόν ναό αὐτό. Νά ποῦμε ἐπίσης ὅτι ὁ Δαβίδ μεριμνᾶ ὄχι μόνο γιά τό οἰκοδόμημα ἀλλά καί γιά τό ἐσωτερικό του, γιά τή ὀργάνωσή του. Πολύ σημαντικό θέμα περί τοῦ ναοῦ εἶναι τό πού ξεκινᾶ καί πού τελειώνει ἡ ἀνάμιξη τῶν βασιλέων. Μέ τήν κατάρρευση τῆς μοναρχίας τίθεται θέμα περί τῆς ἐποπτείας τοῦ βασιλιά πάνω στό ἱερατεῖο. Θά λέγαμε ὅτι κάπως χωρίζονται οἱ ἁρμοδιότητές τους, ἀποκτοῦν «διακριτούς ρόλους». Ἔτσι, ἐμφανίζεται ὁ θεσμός τοῦ ἀρχιερέα, ὁ ὁποῖος λαμβάνει τήν ἐξουσία ἐπί τῶν «ἐκκλησιαστικῶν».

Συμβαίνει νά ἐκφράζεται ἡ ἰδέα: «Τί μᾶς ἐνδιαφέρει ὅλη αὐτή ἡ ἱστορική διαδρομή πού περιγράφεται στά «Παραλειπομένων»; Μᾶς ἐνδιαφέρει διότι βλέπουμε τήν πορεία τῆς προέλευσης τοῦ μεσσία, ὅπως ἐπίσης καί τόν ἄρρηκτο σύνδεσμο Παλαιᾶς καί Καινῆς Διαθήκης. Καί ἡ Παλαιά καί ἡ Καινή Διαθήκη κατά τόν Ἱερό Χρυσόστομο «τόν ἴδιο Δεσπότη δορυφοροῦσι». Παρατηροῦμε τόν σύνδεσμο αὐτόν τῶν Διαθηκῶν καί στά «Παραλειπομένων». Χαρακτηριστική εἶναι ἡ σχέση μεταξύ τῶν γεννεολογιῶν στό Α´Παρ.1-9 μέ τίς ἀντίστοιχες ἀναφορές στίς Εὐαγγελικές περικοπές Ματθ. 1,1-17 καί Λκ. 3,23-28. Ἐνδιαφέρουσες εἶναι καί ἄλλες ὁμοιότητες (γλωσσικές κ.τλ.) τῶν βιβλίων μέ τήν Καινή Διαθήκη.

Τέλος, ἀπό τούς Πατέρες καί Ἐκκλησιαστικούς συγγραφεῖς μόνο οἱ Θεοδώρητος Κύρου (PG 80, 801-818.819-888) καί Προκόπιος Γαζαῖος(PG 87, 1201-8.1209 -20) ἀσχολήθηκαν μέ τά βιβλία.