2 Α­πρι­λί­ου του 2005. Οι καμπάνες των εκ­κλη­σιών της πόλης και της επαρχίας μας κτυπούσαν χαρμόσυνα και ο λαός πα­νη­γύ­ρι­ζε. Στον χηρεύσαντα θρόνο του Πρωτοκλήτου των Αποστόλων Ανδρέα, εν­θρο­νι­ζό­ταν ο νέος Μη­τρο­πο­λί­της κ.κ. Χρυ­σό­στο­μος.

Ο λαός που από τις προ­η­γού­με­νες η­μέ­ρες το εί­χε πλη­ρο­φο­ρη­θεί, έ­σπευ­σε να τον υ­πο­δε­χθεί πα­νη­γυ­ρι­κά. Η φή­μη της προ­σω­πι­κό­τη­τάς του εί­χε α­πό πο­λύ ε­νω­ρί­τε­ρα φτά­σει στην ε­παρ­χί­α και η ε­κλο­γή του εί­χε ι­κα­νο­ποι­ή­σει και χα­ρο­ποι­ή­σει κλή­ρο και λα­ό. Οι πλη­ρο­φο­ρί­ε­ς μι­λού­σαν για Ιε­ράρ­χη με δρά­ση, ή­θος και με­γά­λα πνευματικά προσόντα. Ά­ρα­γε θα ή­ταν έ­τσι; Γι’ αυ­τό, ό­λοι προσδοκούσαν με α­δη­μο­νί­α να τον γνω­ρί­σουν α­πό κο­ντά και ι­διαί­τε­ρα ν’ α­κού­σουν τον εν­θρο­νι­στή­ριο λό­γο του που σί­γου­ρα θα ή­ταν το μελ­λο­ντι­κό καθρέφτισμα της ε­πι­σκο­πι­κής δρά­σης του. Αυ­τό και έ­γι­νε. Το α­μέ­τρη­το πλή­θος τον δέ­χθη­κε με θέρμη και με ι­διαί­τε­ρη συ­γκί­νη­ση. Άκου­σε τον υ­πέ­ρο­χο λό­γο του που κα­τέ­πλη­ξε ό­λους για τη σο­φί­α, την α­πλό­τη­τα και την πνευ­μα­τι­κό­τη­τα. Με χα­ρά και ι­κα­νο­ποί­η­ση ξε­χω­ρι­στή, δέ­χτη­κε τις σκέ­ψεις και τα σχέ­δια του πνευ­μα­τι­κού του πα­τέ­ρα.

Άκου­σε ό­λα ό­σα ε­πι­θυ­μού­σε και προσ­δο­κού­σε! Γι’ αυ­τό κι η μυ­ριό­στο­μη κραυ­γή Α­ΞΙΟΣ, βγή­κε αυ­θόρ­μη­τα και δυ­να­τά α­πό τα χεί­λη του, ε­νώ ε­σώ­ψυ­χα θερ­μή α­πευ­θυ­νό­ταν η ευ­χα­ρι­στή­ρια προ­σευ­χή σ’ Εκεί­νον που τα πά­ντα ο­ρί­ζει: “Σο­φί­ας α­πό­φα­ση, του Επι­σκό­που μας η ε­κλο­γή, Κύριε!”. Δεν θα μπο­ρού­σε να υ­πάρ­ξει κα­λύ­τε­ρη. Και α­πο­δεί­χτη­κε! Έ­τσι, σή­με­ρα, δώδεκα χρό­νια με­τά την ευ­λο­γη­μέ­νη ε­κεί­νη η­μέ­ρα, ό­λοι μας ο­μο­λο­γού­με “του λό­γου το α­λη­θές”. Γι αυ­τό και κά­νου­με με ε­λά­χι­στα φτω­χό και εκ­φρα­στι­κό λό­γο, αν και γνω­ρί­ζου­με τη σε­μνό­τη­τα και την με­τριο­φρο­σύ­νη του, πο­λύ μι­κρή πα­ρου­σί­α­ση του σο­βα­ρού και θαυ­μά­σιου έρ­γου που πραγ­μα­το­ποί­η­σε στο μι­κρό χρο­νι­κό διά­στη­μα της Αρ­χιε­ρω­σύ­νης του.

Δεν κο­λα­κεύ­ου­με, αλ­λά ο­μο­λο­γού­με. Δεν υ­μνο­λο­γού­με, αλ­λά α­πο­κα­λύ­πτου­με. Δεν υ­περ­βά­λου­με στο ε­λά­χι­στο αλ­λά α­πο­δει­κνύ­ου­με. Α­πλώς, πα­ρα­κα­λού­με και πα­ρου­σιά­ζου­με κά­τι που εί­ναι δί­καιο και πρέ­πον να ο­μο­λο­γεί­ται, να α­να­γνω­ρί­ζε­ται και να τι­μά­ται. Βέ­βαια, δεν έ­χει α­νά­γκη ο Σεβασμιώτατος των ε­παί­νων της δι­κής μας με­τριό­τη­τας, α­φού μι­λά μό­νος του ο α­πο­λο­γι­σμός της 12/χρο­νης δρά­σης του. Α­σκεί έρ­γο σιω­πη­λό, α­θό­ρυ­βο, πλού­σιο, και μό­νον η προ­σφο­ρά  και η α­γιό­τη­τά του μας ω­θεί αυ­θόρ­μη­τα να χα­ρά­ξου­με τού­τες τις τα­πει­νές μας α­πό­ψεις βγαλ­μέ­νες α­πό το θαυ­μα­σμό, το σε­βα­σμό και την α­γά­πη στο­ πρό­σω­πό του, για­τί δια­πι­στώ­νου­με πως ό­λα ό­σα α­να­κοί­νω­σε στον εν­θρο­νι­στή­ριο λό­γο του ε­φαρ­μό­στη­καν α­πό την πρώ­τη κιό­λας η­μέ­ρα.

Έ­χου­με έ­ναν Δεσπότη που δεν α­σκεί έρ­γο κλεισμένος πίσω α­πό ένα γρα­φεί­ο. Α­διά­κο­πα βρί­σκε­ται ε­κτός. Κο­ντά στο λα­ό, στο ποί­μνιό του, κο­ντά σ’ ε­κεί­νους που έ­χουν α­νά­γκη, κο­ντά στα πνευ­μα­τι­κά του παι­διά.

Δεν εί­χα­με δει πο­τέ Δεσπότη να περ­πα­τά στους δρό­μους της πό­λης με­τα­δί­δο­ντας με την πα­ρου­σί­α και το χα­μό­γε­λό του ευ­χα­ρί­στη­ση στον γύ­ρω λα­ό που κο­ντο­στέ­κε­ται και κα­μα­ρώ­νει ι­κα­νο­ποι­η­μέ­νος, α­φού παίρ­νει α­πό το δι­κό του χα­μό­γε­λο και την ευ­λο­γί­α, στή­ρι­ξη και ελ­πί­δα, σε τούτες τις δύσκολες μέρες που βιώνει ο τόπος. Η πα­ρου­σί­α του ε­κεί, χα­ρί­ζει σε κα­τα­στη­μα­τάρ­χες, δια­βά­τες και αγ­χωμέ­νους πε­ρα­στι­κούς, που ξαφ­νι­ασμέ­νοι κο­ντο­στέ­κο­νται με θαυ­μα­σμό και α­πο­ρί­α, πνευ­μα­τι­κή ε­νί­σχυ­ση και ι­κα­νο­ποί­η­ση, α­φού ο πνευ­μα­τι­κός τους πα­τέ­ρας εί­ναι πλά­ι τους, συμ­με­τέ­χο­ντας στα ό­ποια προ­βλή­μα­τα του κα­θη­με­ρι­νού τους α­γώ­να.

Δεν στέ­κε­ται στιγ­μή. Τρέ­χει πα­ντού. Σε κοι­νω­νι­κές και θρη­σκευ­τι­κές εκ­δη­λώ­σεις. Σε γα­μή­λιες τε­λε­τές. Σε θλι­βε­ρές α­πώ­λειες. Σε α­να­ξιο­πα­θού­ντες, σε να­ούς, σε ι­δρύ­μα­τα, σε κη­ρύγ­μα­τα, σε δια­λέ­ξεις, σε κά­θε μέ­ρος που θα ζη­τη­θεί η πα­ρου­σί­α του. Έ­νας Ιε­ράρ­χης που συμ­με­τέ­χει ε­νερ­γά, θε­τι­κά και ευεργετικά στη ζω­ή του ποι­μνί­ου του. Έ­τσι θέ­λει ο λα­ός τον Ε­πί­σκο­πό του. Πα­τέ­ρα, προ­στά­τη, συ­μπα­ρα­στά­τη! Κο­ντά του στη προ­σευ­χή, στη χα­ρά, στον πό­νο, στην α­νά­γκη, στην κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα. Και το Έ­χει!

Ο Σεβασμιώτατος κ.κ. Χρυ­σό­στο­μος εί­ναι ο Επί­σκο­πος που ε­πι­θυ­μού­σε το ποί­μνιό του. Αυ­τό το ποί­μνιο που πρέ­πει να ο­μο­λο­γή­σου­με πως συ­χνά γί­νε­ται υπερβαλλόντως α­παι­τη­τι­κό ! Και ό­μως εί­ναι ι­κα­νο­ποι­η­μέ­νο για­τί α­κό­μα και στη δι­κή του υ­περ­βο­λή, ο Ε­πί­σκο­πός του, μαζί με τον Θεοφιλέστατο Επίσκοπο Κερνίτσης κ. Χρύσανθο, τον πρωτοσύγκελλο π. Αρτέμιο Αργυρόπουλο και όλους τους ιερείς, πα­σχί­ζει να το βο­η­θή­σει πά­ντα πρό­θυ­μος, πρά­ος, α­νε­κτι­κός, καλο­συ­νά­τος, υ­πο­μο­νε­τι­κός, ευερ­γέ­της.

Α­γω­νί­ζε­ται να θρέ­ψει πει­να­σμέ­νους. Τρεις χι­λιά­δες στό­μα­τα – 3.000 – χορ­ταί­νουν κα­θη­με­ρι­νά στην πό­λη μας. Σήμερα το μεσημέρι βρέθηκα στη δομή κοινωνικού συσσιτίου «Άρτος Αγάπης», όπου βρίσκουν τροφή 250 και πλέον συμπολίτες μας. Σ΄ ένα περιβάλλον που δεν έχει να ζηλέψει σε τίποτα το καλύτερο εστιατόριο, αφού την ανθρώπινη ύπαρξη, ο Δεσπότης μας την διακονεί ως εικόνα Θεού.  Το θαύμα των πέντε άρτων ε­πα­να­λαμ­βά­νε­ται με άλλο τρόπο. Δεν αρνείται να φροντίσει την κάθε είδους ανάγκη των παι­διών του σε τρο­φή, πε­ρί­θαλ­ψη, υ­γεί­α, σπου­δές και κά­θε άλ­λης μορ­φής σω­μα­τι­κή και πνευ­μα­τι­κή ε­νί­σχυ­ση. Το προ­σω­πι­κό του τα­μεί­ο εί­ναι α­διά­κο­πα σε έλλειμμα. Έχουμε προ­σω­πι­κή γνώ­ση πως και ο μι­σθός του πη­γαί­νει σ’ αυ­τούς που α­διά­κο­πα ζη­τούν για τις δι­κές τους α­νά­γκες, ε­νώ οι δι­κές του, μάλ­λον μέ­νουν με κε­νά. Ε­πα­να­λαμ­βά­νει αυ­τό που ως κα­θη­γη­τής της Παι­δα­γω­γι­κής Α­κα­δη­μί­ας Τρι­πό­λε­ως έ­κα­νε, ό­που την α­μοι­βή του την διέ­θε­τε σε ί­δρυ­μα.

Ο λα­ός βλέ­πει, γνω­ρί­ζει και α­κο­λου­θεί.

Οι να­οί πό­λης και υ­παί­θρου μας, τον υ­πο­δέ­χο­νται α­διά­κο­πα με χα­ρά.

Το με­στό και γλα­φυ­ρό κή­ρυγ­μά του θερ­μαί­νει, δι­δά­σκει, ι­κα­νο­ποιεί. Γε­μί­ζουν οι να­οί α­πό πι­στούς στις ε­πι­σκέ­ψεις του για­τί γνω­ρί­ζουν ό­λοι α­πό που θ’ α­ντλή­σουν δύ­να­μη και θάρ­ρος ζω­ής. Πλημ­μυ­ρί­ζουν οι πνευ­μα­τι­κές αί­θου­σες α­πό α­κρο­α­τές, α­φού εί­ναι γνω­στός ο πνευ­μα­τι­κός δυ­να­μι­σμός και η θερ­μό­τη­τα του λό­γου του. Ό­λοι μέ­νου­με με θαυ­μα­σμό και α­πο­ρί­α για τη δρά­ση και το έρ­γο του. Ό­μως το με­γα­λύ­τε­ρο έρ­γο του ό­λοι μας το α­γνο­ού­με. Εί­ναι πολ­λα­πλά­σιο­ α­πό αυ­τό που α­να­φέ­ρα­με. Δεν το φα­νε­ρώ­νει. Το κρα­τά­ει κρυ­φό. Δεν ε­πι­θυ­μεί ού­τε προ­βο­λή, ού­τε δο­ξο­λο­γί­ες! Ε­φαρ­μό­ζει πι­στά τον Ευαγ­γε­λι­κό λό­γο, “…μή γνώ­τω η α­ρι­στε­ρά σου τι ποιεί η δε­ξιά σου…”.

Ε­μείς ό­μως σή­με­ρα πράτ­του­με τα αν­θρώ­πι­να. Πα­ρα­βαί­νου­με την ε­πι­θυ­μί­α του. Ας μας συγ­χω­ρή­σει την πα­ρά­βα­ση. Ζη­τού­με συγ­γνώ­μη που η α­να­ξιό­τη­τά μας φα­νε­ρώ­νει στο λα­ό, έ­στω και αυ­τά τα ε­λά­χι­στα του έρ­γου του. Το κά­νου­με ως π­ι­στός λα­ός που ο­φεί­λει και πρέ­πει να ευ­χα­ρι­στεί τον ευερ­γέ­τη του. Α­πό θαυ­μα­σμό και υ­πο­χρέ­ω­ση για την προ­σφο­ρά του, α­φού τον συ­να­ντού­με πα­ντού. Πα­ντού τον α­κού­με, πα­ντού νοιώ­θου­με την πα­ρου­σί­α και το άγ­γι­σμά του. Ευ­γνω­μο­νού­ντες, α­φή­νου­με βου­βή, τη λι­τή αν­θρώ­πι­νη προ­σευ­χή μας. “Κύ­ριε, δί­νε στον Α­ΞΙΟ Μη­τρο­πο­λί­τη μας Υ­ΓΕΙΑ και ΔΥ­ΝΑ­ΜΗ, α­φού α­πο­δεί­χτη­κε πως μας χά­ρι­σες τον α­λη­θι­νό Ε­πί­σκο­πο που πε­ριέ­γρα­ψε ο Μ. Βα­σί­λειος στον εκ­πρόσω­πό του Αυ­το­κρά­το­ρα”.

Κολλιόπουλος Αλέξανδρος