Το 1991 δεν είχα γεννηθεί για να ξέρω αν έγινε και ποιος παραβρέθηκε στην ενθρόνιση του Καλαμπάκας. Έτσι τον έλεγε κάποιος από τότε. Μα τώρα πια ενηλικιώθηκα και ξέρω ότι δεν ήταν εκεί. Δεν πήγε καν να χαιρετήσει τον νεκρό. Ήταν όμως άρρωστος και δεν δεχόταν ούτε… φιλικές επισκέψεις.

Η δρύς η μεγάλη έπεσε, ανώδυνα, ανεπαίσχυντα, ειρηνικά. Ο μέγας το δέμας, αλλά και το πνεύμα, Θεσσαλός, ετάφη εις την γην από την οποία ελήφθη και προσμένει την ανάσταση. Υπήρξε μορφή σπάνια, με ήθος και «ντομπροσύνη», εργατικότητά και αποδοτικότητα και τώρα απολαμβάνει τον δίκαιο έπαινο, για την ζωή και τα έργα του.

Μα «δρυὸς πεσούσης πᾶς ἀνὴρ ξυλεύεται». Η ρήση αυτή του Μενάνδρου έρχεται στο νου πριν ακόμα αποδημήσει ο των εξαπτερύγων ομώνυμος. Ώρες μηχανορραφιών καταναλώθηκαν για την επόμενη μέρα, πριν ακόμα νυχτώσει η προηγούμενη.

Όλοι άξιοι και ικανοί να τον διαδεχθούν, μα τα μάτια τα δικά μας θέλουν να βλέπουν τον επόμενο σε πρόσωπο για το οποίο θα λένε οι ντόπιοι «Τοιοῦτος γὰρ ἡμῖν καὶ ἔπρεπεν ἀρχιερεύς, ὅσιος ἄκακος ἀμίαντος κεχωρισμένος ἀπὸ τῶν ἁμαρτωλῶν καὶ ὑψηλότερος τῶν οὐρανῶν γενόμενος». Έτσι ακριβώς όπως ένιωθαν για τον έως πρότριτα επίσκοπο τους.

Όλα είναι στα χέρια εκείνου που 10 χρόνια δεν ανέβηκε στα Μετέωρα, αλλά με τις μελωδίες του Απόλλωνος έφτασε έως το χείλος του τάφου, για να κάμει πρωτοφανείς σπονδές. Δυο φορές δεν τον άφησε να λάβει τα υπό του νόμου προβλεπόμενα και τα κράτησε ο ίδιος.

«Ο ωραίος κάλλει παρά πάντας των επισκόπων», ο οποίος έκανε τον αρχιτέκτονα του ‘74 να τον ονομάσει Ωρεού, δεν πρόλαβε ούτε να τιμηθεί όπως ο συνονόματος του από την μάνα Εκκλησία. Ήθελε ακόμα 3 χρόνια για τα 50, αφού αυτή ήταν η αιτιολόγια, αλλά του έπρεπε η τιμή. Ενώ διώχθηκε από τη επισκοπική του έδρα, δέχθηκε μετά από 17 χρόνια να ποιμάνει τμήμα της αρχικής του επαρχίας. Πήγε στην Καλαμπάκα χωρίς να έχει στην διάθεση του όχι γραφείο, αλλά ούτε τηλέφωνο. Ανάδειξε την περιοχή, πλήρωσε τα ιερατικά κενά που βρήκε, έφτιαξε δομές και Ναούς, μονιμοποίησε την Μητρόπολη και ακόμα ήθελε να μεριμνήσει για το μέλλον της μικρής επισκοπής του.

Έχοντας όμως την εικόνα του μακαριστού, εντός του πρώτου του Μητροπολιτικού Ναού, να ανοίγει διάπλατα τα χέρια του και να εξαφανίζει στην αγκαλιά του τον δεύτερο εκ των διαδόχων του, στην χαρά του τρίτου, επαναλαμβάνουμε μετά Μενάνδρου «Ὡς χαρίεν ἄνθρωπος, ὅταν ἄνθρωπος ᾖ».

Συνοπτικός