Kάθε Σάββατο 

«Ἄκου ἕνα βιβλίο»

μέ τόν ἀρχιμανδρίτη Ἰάκωβο Κανάκη

Τό ἐπόμενο κατά σειρά βιβλίο μέ τό ὁποῖο θά ἀσχοληθοῦμε ὀνομάζεται «Ἰουδίθ». Τό ὄνομα τοῦ βιβλίου, πού περιλαμβάνει δεκαέξι κεφάλαια, σχετίζεται μέ μιά ἰουδαία εὐσεβῆ γυναίκα, πού ὀνομαζόταν Ἰουδίθ καί καταγόταν ἀπό τήν φυλή τοῦ Συμεών. Αὐτή ἔκανε μιά πολύ τολμηρή πράξη μέ τήν ὁποία ἔσωσε τήν πατρίδα της ἀπό μεγάλη καταστροφή. Ἄς ἀναφέρουμε τά σχετικά μέ τήν διήγηση.

Ὁ μονάρχης Ναβουχοδονόσορας ἔχει νικήσει τούς Μήδους καί προχωρεῖ γιά νά τιμωρήσει τούς λαούς πού βρίσκονται στήν Συρία, στήν Παλαιστίνη καί στήν Αἴγυπτο, γιατί δέν εἶχαν δεχθεῖ νά συμμετάσχουν στήν ἐπίθεση κατά τῶν Μήδων. Ὁλοφέρνης ὀνομάζεται ὁ ἐπικεφαλής τῆς ἐκστρατείας, ὁ ὁποῖος θανατώνει ὁποιονδήποτε ἀντιστέκεται. Οἱ ἰσραηλῖτες φοβοῦνται γιά τήν ζωή τους καί ὀχυρώνουν τίς πόλεις τους. Ὁ Ὀλοφέρνης ὅμως προχωρεῖ σέ ἐπίθεση καί ὁ λαός ζητεῖ ἀπό τούς ἄρχοντές του νά παραδωθοῦν γιά νά σωθοῦν.

Τήν δύσκολη αὐτή στιγμή ἐμφανίζεται μιά ὄμορφη, πλούσια χήρα γυναίκα, ἡ Ἰουδίθ, ἡ ὁποία τούς ἐπικρίνει γιά ἀπιστία ἔναντι τοῦ Θεοῦ. «Τούς καλεῖ σέ μετάνοια, νηστεία καί προσευχή καί τούς ἐμψυχώνει διαβεβαιώνοντάς τους γιά τή σωτηρία τῆς πατρίδας τους». Στήν συνέχεια ἀφοῦ προσεύχεται ἀναλαμβάνει δράση καί ἔτσι καταφέρνει νά κερδίσει ἀρχικά τήν ἐμπιστοσύνη τοῦ Ὀλοφέρνη ἐνῶ στήν συνέχεια τόν ἀποκεφαλίζει. Ἡ πράξη της ξεσηκώνει τούς ἰουδαίους, οἱ ὁποῖοι ἐπιτίθενται στούς ἀσσυρίους καί ἔτσι αὐτοί τρέπονται σέ ἄτακτη φυγή. Ἡ Ἰουδίθ θά τιμηθεῖ ἀπό τούς συμπατριῶτες της, οἱ ὁποῖοι θά ἀπολαύσουν πολλά χρόνια εἰρήνης, ἐνῶ ἡ ἴδια θά ἀποδώσει τό κατόρθωμά της στήν ἐνίσχυση τοῦ Θεοῦ στόν ὁποῖο θά ἀναπέμψει ὕμνο εὐχαριστίας.

Ἐπειδή δέν ἔχουμε τό πρωτότυπο κείμενο τοῦ βιβλίου δέν μποροῦμε μέ σιγουριά νά ἀναφέρουμε κάποιον ὡς βέβαιο συγγραφέα του. Πιθανόν νά ἦταν κάποιος ἰουδαῖος τῆς Παλαιστίνης. Ὡς πρός τήν χρονολόγηση τοῦ βιβλίου μπορεῖ νά εἰπωθεῖ ὅτι ἔγινε τόν 2ο αἰ. π.Χ. ἐνῶ ἡ θεώρηση ὅτι πρόκειται γιά τήν μετά τήν αἰχμαλωσία ἐποχή θεωρεῖται ἀπίθανη.

Ἀξίζει νά λεχθεῖ, ὅτι ὡς πρός τά ἱστορικά γεγονότα τοῦ βιβλίου, οἱ εἰδικοί ἔχουν παρατηρήσει μιά διαφορετικότητα. Πρόκειται γιά κάποιες «ἱστορικές καί γεωγραφικές ἀνακρίβειες» καί γιά μερικές «χρονολογικές ἀσάφειες». Γιά παράδειγμα, γίνεται ἀναφορά γιά ἐπεισόδιο τῆς ἀσσυριακῆς ἐποχῆς πού ὅμως γίνεται ὑπαινιγμός γιά τήν βαβυλωνιακή καί περσική ἐποχή. Κάποιοι γιά τό γεγονός αὐτό ἤ καί παράλληλα μέ αὐτό ἐξάγουν ἕνα ἀπαξιωτικό συμπέρασμα ὡς πρός τήν ἱστορικότητα τοῦ κειμένου. Σέ αὐτούς μποροῦμε νά ἀπαντήσουμε ὅτι ἡ Ἁγία Γραφή δέν εἶναι ἕνα ἱστορικό καί μόνο κείμενο ἀλλά ἕνα θεολογικό κείμενο πού περιέχει καί ἱστορικά στοιχεῖα. Δέν ἔχει σκοπό ἡ Ἁγία Γραφή νά διδάξει ἱστορία τόν ἀναγνώστη, ἀλλά νά δεῖ μέσα ἀπό τήν ἱστορία πῶς ἐνεργεῖ τό χέρι τοῦ Θεοῦ. Σκοπός της εἶναι νά ἐνισχύσει τήν πίστη τῶν ἀνθρώπων καί ὄχι νά σταθεῖ καί νά διδάξει λεπτομέρειες ἱστορικῶν γεγονότων.

Ἕνα ἄλλο σημαντικό θέμα πού «ἐρεθίζει» κάποιους ὅταν ἀκοῦνε τήν τολμηρή πράξη τῆς Ἰουδίθ, πού εἶχε σάν ἀποτέλεσμα τήν ἀπώλεια τῆς ζωῆς ἑνός ἀνθρώπου, εἶναι τό πῶς ὁ Θεός ἐμπλέκεται σέ μιά τέτοια πράξη καί πῶς γίνεται ἡ πράξη παράδειγμα τιμῆς ἀπό τούς ἄλλους ἀνθρώπους. Ἕνα λάθος πού κάνουμε ὅταν μελετᾶμε τά ἱστορικά κείμενα εἶναι ἡ ταύτιση τῶν γεγονότων τότε καί τώρα. Συγκρίνουμε ἀνόμοια πράγματα καί αὐτό μᾶς ὁδηγεῖ σέ λανθασμένα συμπεράσματα. Βρισκόμαστε στήν «ἀτμόσφαιρα» τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ὅπου «ἡ Ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ βρίσκεται σέ ἐξέλιξη». Κατ᾽ἀνάγκη στά πρόσωπα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης γίνεται χρήση βίας καί παράλληλα διαφαίνεται ἡ διαφορά τῆς θρησκείας τοῦ Ἑνός ἀληθινοῦ Θεοῦ καί τῶν ἄλλων εἰδωλολατρικῶν θεῶν. Ἄς γνωρίζουμε ὅτι ἡ πτώση τῶν πρωτοπλάστων ἔφερε ἀνατροπή στήν σχέση τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Θεό ἀλλά καί μέ τούς γύρω του καί τόν ἴδιο του τόν ἑαυτό. Ἔτσι, ἡ ἀνόρθωση τοῦ ἀνθρώπου θά γίνει σταδιακά, μέσα στό διάβα τῶν αἰώνων. Αὐτό εἶναι σημαντικό «κλειδί» γιά νά προσεγγίζεις τά κείμενα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης.

Ὡς πρός τά θέματα τῆς διδασκαλίας τοῦ βιβλίου «Ἰουδίθ», κατά τόν καθηγητή κ.Καλαντζάκη, μποροῦμε νά τά κατηγοριοποιήσουμε σέ τρεῖς ἑνότητες: α) Στήν ὁμολογία πίστεως τῆς Ἰουδίθ, β) στήν προσευχή της καί γ) στήν Ἰουδίθ ὡς πρότυπο εὐσεβείας καί φιλοπατρίας.

Γιά τό πρῶτο θέμα μπορεῖ νά λεχθεῖ ὅτι ἡ πίστη τῆς Ἰουδίθ στό Θεό ἦταν τό κυριώτερο πού τήν ἔκανε νά πράξει μέ τόν συγκεκριμένο τρόπο. Ἡ πίστη μέ τήν ἔννοια τῆς ἀπώλυτης ἐμπιστοσύνης στό Θεό, καί ἡ προθυμία της νά ἀκούσει καί νά βοηθήσει τόν ἄνθρωπο, τήν χαρακτηρίζει. Ἐπίσης, κάποιες δοκιμασίες πού ἐπιτρέπει ὁ Θεός στόν ἄνθρωπο καί ἐν προκειμένῳ στόν ἰσραηλιτικό λαό, ἔχουν παιδαγωγικό χαρακτήρα ἀλλά μέ αὐτόν τόν τρόπο ὁ ἄνθρωπος Τόν πλησιάζει ἀκόμα περισσότερο.

Γιά τό δεύτερο θέμα, τῆς προσευχῆς τῆς Ἰουδίθ, θά λέγαμε ὅτι τήν ἀσκεῖ ὡς ἕνα ἀπό τά καθορισμένα καθήκοντα τοῦ Νόμου ἀλλά καί ὡς πρός τήν οὐσία της. Δηλαδή χαίρεται τήν προσευχή. Ὑπάρχει καί ἡ ἔννοια τῆς προσευχῆς ὡς τρόπου διαμεσολάβησης μεταξύ Θεοῦ καί ἀνθρώπων καί τέτοιες περιπτώσεις ὑπῆρξαν πολλές στήν ἰσραηλιτική ἱστορία.

Ἡ Ἰουδίθ ἀναγνωρίζει μέ τήν προσευχή της τήν παντοδυναμία τοῦ Θεοῦ, γνωρίζει ὅτι ὁ ἰσραήλ, ὡς κληρονόμος τῆς βασιλείας, ἔχει τόν ρόλο τοῦ διαμεσολαβητῆ γιά τόν ἴδιο καί γιά τά ἄλλα ἔθνη. Τόν παρακαλεῖ νά ἐφαρμόσει τό σχέδιό Του γιά τούς συμπατριῶτες της καί ὅλοι στήν συνέχεια νά Τόν δοξάσουν (16,13).

Γιά τό τελευταῖο θέμα τοῦ περιεχομένου τοῦ βιβλίου, ὡς προτύπου εὐσεβείας καί φιλοπατρίας τῆς Ἰουδίθ, μποροῦμε νά τονίσουμε ὅτι ὄντως ἀποτελεῖ πρότυπο καί παράδειγμα πρός μίμηση. Σέ αὐτά τά δύο ὑπῆρξε σταθερή: Στήν εὐλάβειά της πρός τόν Θεό καί τήν ἀγάπη της στήν πατρίδα της. Καί τά δύο ἀναγνωρίστηκαν ἀπό τούς ἰουδαίους γι᾽αὐτό καί γράφτηκε πρός χάρη της τό « εὐλογημένη παρά τῷ παντοκράτορι Κυρίῳ εἰς τόν αἰῶνα χρόνον (16,10).

Τό βιβλίο Ἰουδίθ μᾶς πρόβαλε ἕνα ἀκόμα πρότυπο τήρησης τοῦ Νόμου καί ἐμπιστοσύνης στό Θεό. Θά συνεχίσουμε μέ τό ἐπόμενο βιβλίο πού εἶναι ἡ «Ἐσθήρ».