«Ἄκου ἕνα βιβλίο»
μέ τόν ἀρχιμανδρίτη Ἰάκωβο Κανάκη

Tό βιβλίο «Θρῆνοι Ἰερεμίου», ὅπως εἶναι τό ὄνομά του στήν μετάφραση τῶν Ο´ ἔλαβε τό ὄνομά του σέ ἀναφορά μέ τό Β´Παραλ. 35,25, ὅπου αἰτία καταγραφῆς τοῦ θρήνου εἶναι ὁ θάνατος τοῦ βασιλιᾶ Ἰωσία. Πρόκειται γιά ἕναν ἐπικήδειο θρῆνο. Τέτοιου εἴδους θρῆνοι ἀπαντοῦν καί σέ περιπτώσεις μεγάλων ἐθνικῶν συμφορῶν.

Τό ἰστορικό ὑπόβαθρο τῶν Θρήνων ἀφορᾶ στίς συγκλονιστικές καί ταυτόχρονα τραγικές στιγμές τῆς καταστροφῆς τῶν ἰουδαίων (586π.Χ.). Ἡ πτώση τῆς Ἰερουσαλήμ, ἡ ὁποία ἐκπροσωπεῖ ὅλο τόν Ἰσραήλ, πικραίνει τόν λαό καί ὁ μόνος πού μπορεῖ νά τόν ἐπαναφέρει στήν προτέρα κατάσταση εἶναι μόνο ὁ Θεός. Αὐτό τό «πνεῦμα» διαποτίζει τό κείμενο τῶν Θρήνων.

Σκοπός τοῦ συγγραφέα τοῦ βιβλίου εἶναι νά δηλώσει ὅτι ἡ καταστροφή τοῦ κράτους ἔγινε ἐξαιτίας τῶν ἁμαρτιῶν τοῦ λαοῦ. Ὁ Θεός, ἐνῶ φαίνεται τιμωρός, δρᾶ μέ παιδαγωγικό τρόπο, θέλοντας νά προκαλέσει τήν ἑκούσια μετάνοια τους καί ἔτσι νά τούς ἀπαλλάξει ἀπό τά δεινά.

Ὁ πιθανός συγγραφέας τοῦ βιβλίου εἶναι ὁ προφήτης Ἰερεμίας γιά τόν λόγο τῆς ἰδιαίτερης καταγραφῆς τῶν συναισθημάτων του. Τόν ἔχουν χαρακτηρίσει ὡς «θρηνητή προφήτη» γιατί ὑπῆρξε ἰδιαιτέρως εὐαίσθητος. Ὁ συγγραφέας δείχνει ὅτι βιώνει μαζί μέ τούς αἰχμαλώτους τά γεγονότα τῆς ἐξορίας, τά ὁποῖα ἀποτυπώνει μέσα ἀπό τήν προσωπική του γραφίδα. Φυσικά ἡ κριτική ἔρευνα διατυπώνει ἀμφιβολίες περί τῆς συγγραφῆς ἀπό τόν Προφήτη καί θεωρεῖ ὅτι ὑπάρχουν διαφορετικοί συγγραφεῖς σέ τμήματα τοῦ βιβλίου. Χρησιμοποιεῖ πρός τοῦτο ἐπιχειρήματα σχετικά μέ τήν διαφορετικότητα σέ ἰδέες, λεξιλόγιο καί ὕφος. Πάντως, καί ἄν ὅλο τό βιβλίο δέν ἔχει συγγραφέα τόν Προφήτη, ὁ συντάκτης του ἀνήκει στόν «κύκλο» τοῦ προφήτη, ἀφοῦ γνωρίζουμε ὅτι οἱ προφήτες διατηροῦσαν κύκλο μαθητῶν.

Ὁ τόπος συγγραφῆς προσδιορίζεται στήν Παλιστίνη (πιθανόν στήν Ἰερουσαλήμ) καί αὐτό λίγο μετά τήν πτώση τοῦ ἰουδαϊκοῦ κράτους (586π.Χ.) γιατί ἡ ἐξιστόρηση σκηνῶν καί καταστάσεων γίνεται μέ λεπτομέρειες.

Στήν Καινή Διαθήκη καί στήν λατρεία τῆς Ἐκκλησίας δέν γίνεται ἀναφορά στό βιβλίο, ἀλλά ἀσχολήθηκαν μέ αὐτό οἱ γνωστοί συγγραφεῖς Ὠριγένης, Θεοδώρητος Κύρου καί ὁ Ὀλυμπιόδωρος.

Τά ἐπιμέρους θέματα τοῦ βιβλίου εἶναι ἡ σχέση τῆς ἁμαρτίας καί τῆς δίκαιης ὀργῆς τοῦ Θεοῦ, ὅπως καί ἡ μετάνοια τοῦ λαοῦ καί ἡ καταλλαγή του μέ τόν Θεό.

Ὁ Θεός δέν εἶναι ἀμέριμνος γιά ὅσα συμβαίνουν στήν ζωή τῶν ἀνθρώπων. Ἡ ἁμαρτία πού πληθαίνει ἀποτελεῖ ἕνα «φάλτσο» στήν δημιουργία, στήν ὁποία ὅλα ἦταν «καλά λίαν». Οἱ ἐκφράσεις περί τοῦ θυμοῦ τοῦ Θεοῦ ἀποτελοῦν φυσικά ἀνθρωπομορφικές ἐκφράσεις καί δέν σχετίζονται μέ τήν οὐσία τοῦ Θεοῦ, πού εἶναι ἀγάπη, ὅπως θά φανεῖ στήν Καινή Διαθήκη. Ἡ «ἱερή ἀγανάκτηση» συνηθίζεται ἀπό τούς συγγραφεῖς τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἐπειδή ὁ χρόνος συγγραφῆς τό ἐπιβάλλει. Γνωρίζουμε ὅμως ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἐπιστρέφει μέσω τῶν δεινῶν στόν δρόμο πρός τόν Θεό καί πάλι λαμβάνει εὐλογία καί δύναμη ἀπό Αὐτόν.

Τό ἐνδιαφέρον καί ξεχωριστό στό βιβλίο τῶν Θρήνων εἶναι ἡ χαρακτηριστική καταγραφή τῶν «ἄκρων». Πῶς δηλαδή ἀπό τό ἄκρο τῆς εὐτυχίας τοῦ Ἰσραήλ φθάνουμε στήν τέλεια δυστυχία του. Εἶναι χαρακτηριστικός ὁ τρόπος κατά τόν ὁποῖο ἡ λύπη διαδέχεται τήν χαρά καθῶς διαβάζουμε: «ἐστράφη εἰς πένθος ἡ χαρά ἡμῶν» (Ἰερ. 5,15). Γι᾽αὐτήν τήν ἀντίθεση χρησιμοποιοῦνται εἰκόνες ὅπου γιά παράδειγμα οἱ κάτοικοι τῆς Σιῶν ἀπό «πολύτιμοι λίθοι» καταντοῦν «πήλινα δοχεῖα» ἔτοιμα νά συντριβοῦν.

Στό βιβλίο διαφαίνεται ἡ ἀλήθεια ὅτι παρά τίς δυσκολίες καί τά βάσανα πού θά τούς βροῦν τελικά ὁ Θεός θά σταθεῖ δίπλα τους καί δέν θά λησμονήσει τίς ὑποσχέσεις πού εἶχε δώσει στούς προγόνους τους.

Τό βιβλίο «Ἐπιστολή Ἰερεμία» εἶναι ἕνα μικρό σέ ἔκταση βιβλίο, ἀφοῦ περιλαμβάνει μόνο 72 στίχους. Στήν Ἁγία Γραφή ὅμως δέν εἶναι ὁ ἀριθμός τῶν κεφαλαίων πού προσδιορίζει τήν ἀξία τῶν κειμένων, ἀλλά ἡ θεοπνευστία τους. Τό βιβλίο αὐτό πού βρίσκεται στόν κανόνα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης μαζί μέ τούς «Θρήνους» καί βέβαια μετά τόν «Προφήτη Ἰερεμία» ἔχει ὡς κεντρικό του θέμα τήν ματαιότητα τῶν εἰδώλων καί τῆς λατρείας τους. Παράλληλα γίνεται ἀναφορά στόν ἐπαναπατρισμό τῶν ἐξορίστων ἰουδαίων. Εἶναι φανερό ὅτι ἡ ἐπιστολή γράφτηκε γιά νά τονώσει τήν ὑπομονή τῶν αἰχμαλώτων καί νά τονίσει τό αἴσθημα ἐλπίδας γιά μιά νέα ζωή κοντά στήν γῆ τῶν πατέρων τους.

Εἶναι χαρακτηριστική ἡ ἐπαναλαμβανόμενη φράση τοῦ βιβλίου «οὐκ εἰσί θεοί, μή φοβηθῆτε αὐτο ύς», ἡ ὁποία ἔχει τήν θέση ἐπωδοῦ . Στούς στίχους τοῦ βιβλίου συνεχῶς τονίζεται ἡ ἀναγκαία ἑνότητα τῶν ἰουδαίων πού ἐξασφαλίζεται μέσῳ τοῦ «χλευασμοῦ» τῶν εἰδώλων. Τά εἴδωλα χαρακτηρίζονται «ἄψυχα» καί «ἄλαλα», «ἀδύναμα» καί «ἀπατηλά». Αὐτό πού μπορεῖ νά σημειωθεῖ εἶναι ὅτι τά ἴδια θά χαθοῦν λόγῳ τῆς φθορᾶς καί αὐτή θά εἶναι ἡ κατάληξή τους, ἀλλά κυρίως ὅτι θά προκαλέσουν «ὄνειδος στίς ἐπερχόμενες γενεές».

Ὡς πρός τόν συγγραφέα τοῦ βιβλίου ἐνῶ ἡ παράδοση δέχεται τόν προφήτη Ἰερεμία δέν γίνεται τό ἴδιο ἀπό τήν ἐπιστημονική ἔρευνα. Θεωροῦν ὅτι πρόκειται γιά κάποιον αἰχμάλωτο ἰουδαῖο πού ἔζησε στήν Βαβυλώνα καί ὁ χρόνος συγγραφῆς ὑπολογίζεται μεταξύ τοῦ 4ου ἤ τοῦ 3ου αἰώνα π.Χ.

Ἐνῶ δέν ἔχουμε χρήση τοῦ βιβλίου στήν λατρεία τῆς Ἐκκλησίας, ἀπό τόν γνωστό Ὀλυμπιόδωρο ἔχουμε προσπάθεια ὑπομνηματισμοῦ του (PG 93, 773-80).