† Ο ΜΕΣΣΗΝΙΑΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ

Ἡ πορεία τοῦ Θεολογικοῦ Διαλόγου μεταξύ Ὀρθοδόξων καί Ρωμαιοκαθολικῶν

Ἀξιολόγηση, προβλήματα, προοπτικές*

Μακαριώτατε Ἅγιε Πρόεδρε,

Σεβασμιώτατοι Ἅγιοι Ἀρχιερεῖς, Μέλη τῆς Σεπτῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος,

Ὑπακούοντας στήν τιμητική πρός ἐμένα ἀνάθεση, ἀπό τή Διαρκῆ Ἱερά Σύνοδο, τοῦ θέματος σχετικά μέ τήν ἀξιολογική θεώρηση τῆς πορείας τοῦ Θεολογικοῦ Διαλόγου μεταξύ Ὀρθοδόξων καί Ρωμαιοκα­θολικῶν καί μέ συγκεκριμένη ἀναφορά στά προβλήματα καί στήν προοπτι­κή του, ἐνώπιον τοῦ Σεπτοῦ Σώματος τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλη­σίας τῆς Ἑλλάδος, καί ἀφοῦ ἐκφράσω τίς εὐχαριστίες μου γιά τήν ἐμπι­στο­σύνη πρός τό πρόσωπό μου, θά ἤθελα νά ἐκζητήσω καί τήν κατανόη­σή σας γιά τυχόν λάθη, ἀδυναμίες ἤ παραλείψεις.

Τό θέμα εἶναι ἀρκετά ἐνδιαφέρον, ὄχι μόνο ὡς πρός τούς προβλη­ματισμούς ἤ τό θεολογικό ζήτημα καθεαυτό, ὅσο καί ὡς πρός τήν παράθεση συγκεκριμένων ἀναφορῶν καί ἀπόψεων, μέ τίς ὁποῖες ἀναδεικνύεται «ἡ τῶν πραγμάτων ἀλήθεια».

Α. Εἰσαγωγικά

Ὁ Θεολογικός Διάλογος μεταξύ τῶν Ὀρθοδόξων καί τῶν Ρωμαιο­κα­θολικῶν, πού ἄρχισε τόν Μάιο τοῦ 1980 καί συνεχίζεται μέχρι καί σήμε­ρα. Ὑπῆρξε καρπός μιᾶς σταθερῆς καί μακροχρόνιας πορείας καί μιᾶς πανορθόδοξης ἀπόφασης ἤδη ἀπό τίς ἀρχές τῆς δεκαετίας τοῦ 1960, μέ σκοπό τήν ἐπίτευξη μιᾶς δογματικῆς συμφωνίας καί μέ προοπτική τήν ἀποκατά­σταση τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας.[1]

Ἤδη τό θέμα τοῦ Διαλόγου μεταξύ τῶν Ὀρθοδόξων καί τῶν Ρωμαιο­καθολικῶν συζητήθηκε ἐκτενῶς κατά τίς Α΄, Β΄ καί Γ΄ Πανορθό­δο­ξες Διασκέψεις τῆς Ρόδου (1961, 1963, 1964) καί ἀποφασίστηκε ἡ ἔναρξη «ἑνός πραγματικοῦ θεολογικοῦ διαλόγου»[2] «ἐπί ἴσοις ὅροις».[3]

Μέ βάση τά παραπάνω δεδομένα ἡ Δ΄ Πανορθόδοξη Διάσκεψη τῆς Γενεύης (1968) ἀπεφάσισε τελικά τήν πραγματοποίηση ἑνός  Θεολογικοῦ Διαλόγου[4], τοῦ ὁποίου ἡ ἐπίσημη ἔναρξη πραγματοποιή­θηκε στή Πάτμο-Ρόδο ἀπό 29 Μαΐου ἕως 4 Ἰουνίου 1980.[5]

Β. Ἡ πρώτη δεκαετία τοῦ Θεολογικοῦ Διαλόγου. Τά τρία Κείμενα Μονάχου, Bari καί Νέου Βαλάμου (1980-1990).

1) Ἡ Α΄ Συνάντηση τῆς Μικτῆς Θεολογικῆς Ἐπιτροπῆς (Ρόδος 1980) ἀσχολήθηκε κυρίως μέ διαδικαστικά θέματα καί καθόρισε τόσο τή μεθοδολογία τοῦ Διαλόγου ὅσο καί τό πλαίσιο τῶν θεμάτων, τά ὁποῖα θά ἔπρεπε νά ἀπασχολήσουν τή Θεολογική Ἐπιτροπή.

Κρίθηκε ἀπαραίτητο, ὁ Διάλογος νά ἀρχίσει ἀπό τά σημεῖα πού ἑνώνουν τίς δύο Ἐκκλησίες, χωρίς βέβαια νά σημαίνει, ὅτι μέ τήν ἀπόφαση αὐτή ἐκφράζεται ἡ πρόθεση νά παραθεωρηθοῦν τά θέματα ἐκεῖνα πού ἀποτελοῦν σημεῖα θεολογικῆς τριβῆς καί διαίρεσης. Ἀντίθε­τα μέ τόν τρόπο αὐτό ἐπιδιώχθηκε νά δημιουργηθεῖ μία βάση σύγκλισης, προκειμένου νά ἀντιμετωπισθοῦν στή συνέχεια καί τά διαιροῦντα τίς δύο Ἐκκλησίες προβλήματα.

Ἡ μέθοδος αὐτή διαπραγμάτευσης ἀπαιτοῦσε ὡς ἀπαραίτητη προϋπόθεση τήν κοινή παράδοση (θεολογική, βιβλική, πατερική, λει­τουρ­γική, συνοδική καί κανονική) τῆς α΄ χιλιετίας τῆς Ἀρχαίας Ἐκκλη­σίας, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ καί τή δεύτερη βασική καί οὐσιαστική ἀρχή πραγματοποίη­σης τοῦ παρόντος Θεολογικοῦ Διαλόγου.

Ἐπίσης στήν πρώτη Συνάντηση τῆς Ρόδου, ὕστερα ἀπό διεξοδική συζήτηση, καί παρά τίς ἐπιφυλάξεις πού ἐκφρά­στη­καν κυρίως ἀπό τόν ἐκπρόσωπο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος (Σεβ. Μητροπολίτη Περιστερίου κ. Χρυσοστόμου), ἡ Θεολογική Ἐπιτρο­πή ἀπεφάσισε νά ἀσχοληθεῖ μέ τό θέμα, «Τό μυστήριον τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς Εὐχαριστίας ὑπό τό φῶς τοῦ μυστηρίου τῆς Ἁγίας Τριάδος».[6]

Τό πρόβλημα ὅμως πού ἀπασχόλησε κυρίως τήν παροῦσα Διορθόδοξη Ἐπι­τρο­­πή καί πού φόρτισε ἤδη ἀρνητικά ἀπό τήν ἀρχή τήν πορεία τοῦ Διαλόγου ἦταν τό θέμα τῆς οὐνίας καί τό συνδεδεμένο μέ αὐτό ζήτημα τῆς συμμε­τοχῆς οὐνιτῶν, ὡς μελῶν τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Θεολογικῆς Ἐπιτροπῆς.[7]

Τό ζήτημα ρυθμίστηκε μέ τήν ὑποβολή, ἀπό μέρους τῶν Ὀρθοδό­ξων «Κοινῆς Δήλωσης», μέ τήν ὁποία ὑπογραμμίστηκε, ὅτι : α) Ἡ παρου­σία οὐνιτῶν στή Μικτή Ἐπιτροπή τοῦ Θεολογικοῦ Διαλόγου δέν σημαίνει ἀναγνώριση τῆς οὐνίας ἀπό τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, καί β) Τό θέμα τῆς οὐνίας παραμένει ἀνοικτό ὡς «ἕν ἐκ τῶν προβλημάτων πού θά ἀπασχολήσουν τόν Διάλογον».[8]

2) Ἡ Β΄ Συνάντηση τῆς Μικτῆς Θεολογικῆς Ἐπιτροπῆς (Μόναχο 1982) ἀσχολήθηκε μέ τό θέμα «Τό μυστήριον τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς Εὐχαριστίας ὑπό τό φῶς τοῦ μυστηρίου τῆς Ἁγίας Τριάδος» στή βάση τοῦ κειμένου πού συνέταξε ἡ Μικτή Συντονιστική Ἐπιτροπή (Βενετία 1981) καί τό ὁποῖο διαμόρφωσε στήν τελική του μορφή. Τό Κείμενο αὐτό, γνωστό καί ὡς Κείμενο τοῦ Μονάχου (1982), θεωρήθηκε ὅτι εἶναι δυνατόν νά ἀποτελέσει μία κοινή θεολογική βάση πάνω στήν ὁποία θά μποροῦν νά συζητηθοῦν στό ἑξῆς ὅλα τά ἐκκλησιολογικά θέματα τοῦ Διαλόγου.

Τό Κείμενο τοῦ Μονάχου, παρ’ ὅλες τίς κριτικές τίς ὁποῖες ὑπέστη (θετικές καί ἀρνητικές),[9] εἶναι σημαντικό ἀπό ὀρθόδοξη ἄποψη γιατί:

α) Τονίζει τή σημασία τῆς Εὐχαριστίας γιά τή συγκρότηση, τή φανέρωση καί τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας, πού συνιστᾶ τόν ἀκρογω­νιαῖο λίθο τῆς ὀρθόδοξης ἐκκλησιολογίας. Τό παρόν σημεῖον ἀποτελεῖ νέο θεολογικό στοιχεῖο γιά τή ρωμαιοκαθολική ἐκκλησιολογία, θέση ἡ ὁποία συνεπάγεται, ὅτι τό ὅλο θέμα τῆς Ἐκκλησίας δέν τίθεται πλέον ὑπό τό φῶς μιᾶς θεσμικῆς ἤ ἱδρυματικῆς θεώρησης.

β) Ὑπογραμμίζει ὅτι ἡ μέριμνα γιά τήν ἀνά τήν Οἰκουμένη Ἐκκλησία δέν εἶναι ὑπόθεση καί χρέος ἑνός μόνον ἐπισκόπου ἀλλά κάθε ἐπισκόπου Τοπικῆς Ἐκκλησίας ἐνῶ ἀνατίθεται αὐτή ἡ μέριμνα στήν κοι­νωνία τῶν ἐπισκόπων, ἡ ὁποία ἐκφράζεται μέ τό συνοδικό θεσμό, καί θέ­τει τίς βασικές προϋποθέσεις γιά τήν ἐπανεξέταση τοῦ «πρωτείου» καί τοῦ «ἀλαθήτου» στά πλαίσια τῶν προϋποθέσεων καί ἀρχῶν τῆς ἐκκλησιολογίας τῆς Ἀρχαίας Ἐκκλη­σίας.

Γενικά θά μπορούσαμε νά ποῦμε ὅτι, τό Κείμενο τοῦ Μονάχου ἄνοιξε μιά αἰσιόδοξη προοπτική στό Θεολογικό Διάλογο, δημιουργών­τας τήν πεποίθηση ὅτι ἡ θεολογική κληρονομιά τῆς Ἀρχαίας Ἐκκλησίας μπορεῖ νά συμβάλλει ἀποφασιστικά στήν ὑπέρβαση ἀκόμη καί τῶν σημείων ἐκείνων, στά ὁποῖα φαίνεται νά ὑπάρχει ριζική διαφωνία μεταξύ τῶν δύο παραδόσεων.[10]

3) Ἡ Γ΄ Συνάντηση τῆς Μικτῆς Θεολογικῆς Ἐπιτροπῆς πραγματο­ποιήθηκε στά Χανιά τῆς Κρήτης (1984) ὅπου ἐξετάστηκε τό κείμενο «Πίστις, μυστήρια καί ἑνότης τῆς Ἐκκλησίας», τό ὁποῖο ἀποτελεῖ συνέ­χεια τοῦ Κειμένου τοῦ Μονάχου, ἡ ἐπεξεργασία του ὅμως δέν ὁλοκλη­ρώθηκε καί συνεχίστηκε στήν Δ΄ Συνάντηση τῆς Μικτῆς Θεολο­γικῆς Ἐπιτρο­πῆς, στό Bari τῆς Ἰταλίας, σέ δύο φάσεις, ἡ α΄ τό ἔτος 1986 καί ἡ β΄ τό ἔτος 1987.

Κατά τήν α΄ φάση ἐξαιτίας ἐνεργειῶν τοῦ Βατικανοῦ, πού ἀφοροῦ­σαν σέ θέματα προβολῆς τῆς σχισματικῆς Ἐκκλησίας τῶν Σκοπίων, προκλήθηκαν ἀρνητικές συνέπειες στό γενικότερο ἐπίπεδο τῶν ἐκκλησιαστικῶν σχέσεων, γι’ αὐτό καί δέν κατέστη δυνατή ἡ τελική διαμόρ­φωση τοῦ Κειμένου, ἡ ὁποία πραγματοποιήθηκε ἕνα χρόνο ἀργότερα, μέ κύριο ἔργο τήν τελική συζήτηση καί ἔγκριση τοῦ κοινοῦ Κειμένου μέ τίτλο : «Πίστις, μυστήρια καί ἑνότης τῆς Ἐκκλησίας», τό γνωστό πλέον ὡς Κείμενο τοῦ Bari.

Στό συγκεκριμένο Κείμενο τονίζεται: α) Ἡ σχέση μεταξύ πίστης καί μυστηριακῆς κοινωνίας. β) Χωρίς κοινωνία στήν πίστη δέν εἶναι δυνατή ἡ ἑνότητα στά μυστήρια καί κυρίως ἡ ἑνότητα στό μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας. γ) Ἡ πίστη δέν νοεῖται ὡς ἰδιωτικό ἤ ἀτομικό γεγονός ἀλλά ὡς ἐκκλησιαστικό, τό ὁποῖο βρίσκει τήν κατεξοχήν ἔκφρασή του στό μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας.

Ἐκτός ὅμως ἀπό τά παραπάνω σημαντικά σημεῖα στό Κείμενο ἐπισημαίνονται καί οἱ ὑφιστάμενες διαφορές μεταξύ τῶν Ὀρθοδόξων καί Ρω­μαιο­καθολικῶν, κυρίως ὡς πρός τή σχέση μεταξύ τῶν τριῶν Μυστηρίων, τοῦ Βαπτίσματος, τοῦ Χρίσματος καί τῆς Θείας Εὐχαριστίας.

4) Ἡ Ε΄ Συνάντηση τῆς Μικτῆς Θεολογικῆς Ἐπιτροπῆς πραγματο­ποιήθηκε στό Νέο Βάλαμο τῆς Φιλλανδίας (1988) καί ἀσχολήθηκε μέ τό Κείμενο «Τό μυστήριον τῆς Ἱερωσύνης ἐν τῇ μυστηριακῇ δομῇ τῆς Ἐκ­κλησίας καί ἰδίᾳ ἡ σπουδαιότης τῆς ἀποστολικῆς διαδοχῆς διά τόν ἁγια­σμόν καί τήν ἑνότητα τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ».

Σέ αὐτό τό Κείμενο περιγράφονται οἱ κοινές παραδόσεις ὡς πρός τή φύση, τή θέση καί τό ρόλο τῆς Ἱερωσύνης  στήν ὅλη δομή τῆς Ἐκκλη­σίας. Ἡ διερεύνηση τοῦ θέματος γίνεται μέ βάση τήν εὐχαρι­στιακή κατανόηση τῆς Ἐκκλησίας καί ὅπως ἀναπτύχθηκε στά δύο προη­γού­μενα Κείμενα (Μονάχου καί Bari).

Θά πρέπει ἐπίσης νά ἐπισημάνουμε ὅτι στό συγκεκριμένο Κείμενο, ὅπως ἄλλωστε καί στά Κείμενα τοῦ Μονάχου καί τοῦ Bari, ἀναφέρονται ση­μεῖα, μέ τά ὁποῖα ἐκφράζεται ἀποκλειστικά καί μόνο ἡ Ὀρθόδοξη παρά­δοση καί ὄχι περί Ἐκκλησίας ρωμαιοκα­θολική ἀντίληψη.

 Συγκεκριμένα : «Ὁ ρόλος τοῦ ἐπισκό­που βρίσκει τήν πληρότητά του στήν προεδρία τῆς εὐχαριστιακῆς σύνα­ξης» ἐνῶ «διά τῆς χειροτο­νίας κάθε ἐπίσκοπος καθίσταται Διάδοχος ὅλων τῶν Ἀποστόλων, ἀνεξάρτητα ποιάς Ἐκκλησίας προκά­θηται, ἤ ποιά εἶναι τά πρεσβεῖα τῆς συγκεκριμένης Ἐκκλησίας ἔναντι τῶν ἄλλων Τοπικῶν Ἐκκλησιῶν». Ἐπίσης ἡ ἀναγνώριση τόσο τῆς Πενταρχίας, ὅσο καί τοῦ 34ου Κα­νό­να τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, ὡς ἀρχαίων καί κανονικῶν θεσμῶν ὀργά­νω­σης τῆς συνοδικῆς ζωῆς καί λειτουργίας τῆς Ἐκκλησίας, ἀνοίγουν νέες προοπτικές γιά τή θεολογική ἀντιμετώπιση ὁρισμένων προβλημά­των τά ὁποῖα σχετίζονται ἄμεσα ὡς πρός τήν «θεσμική» ἀντίληψη τήν ὁποία ἐκφράζει ἡ ρωμαιοκαθολική ἐκκλησιολογία καί ὡς πρός τόν ρόλο τοῦ ἐπισκόπου Ρώμης.

Ἀπό τήν ἄποψη αὐτή συνιστᾶ σημαντική πρόοδο ἡ θέση ἡ ὁποία καταγράφεται στήν καταληκτική παράγραφο τοῦ Κειμένου ὅπου ἐπισημαίνεται, ὅτι ἡ ἐξέτα­ση τοῦ θέματος τοῦ «πρωτείου» ἐντός τῆς Καθόλου Ἐκκλη­σίας καί εἰδικό­τε­ρα τοῦ «πρωτείου» τοῦ ἐπισκόπου Ρώμης – θέμα πού ἀποτελεῖ βασική διαφορά μεταξύ Ἀνατολῆς καί Δύσης – θά συζητηθεῖ προσεχῶς, στά πλαίσια τῆς κοινωνίας μεταξύ τῶν Τοπικῶν Ἐκκλησιῶν.[11]

Γ. Ἡ δεύτερη δεκαετία (1990-2000). Τό πρῶτο ἀδιέξοδο στό Θεολογικό Διάλογο καί τό πρόβλημα τῆς οὐνίας.

Ἡ Στ΄ Γενική Συνέλευση τῆς Μικτῆς Θεολογικῆς Ἐπιτροπῆς, πού συνῆλθε ἀπό 6 ἕως 15 Ἰουνίου 1990 στό Freising τοῦ Μονάχου, ἀποτελεῖ καμπή στήν ἱστορία τοῦ συγκεκριμένου Διαλόγου, γιατί ἐγκαινίασε μία νέα περίοδο μέ θέμα συζήτησης τό ἀκανθῶδες καί δυσεπί­λυτο πρόβλημα τῆς οὐνίας. Ἐνῶ κατά τή Συνέλευση αὐτή ἐπρόκει­το νά συζητηθεῖ τό θεολογικό Κείμενο μέ τίτλο, «Ἐκκλησιολο­γικαί καί κανονικαί συνέπειαι τῆς μυστηριακῆς φύσεως τῆς Ἐκκλησίας. Συνοδικό­της καί αὐθεντία εἰς τήν Ἐκκλησίαν», τό ὁποῖο προετοίμασε ἡ Μικτή Συντονιστική Ἐπιτροπή στή Μόσχα, ἀπό 1 ἕως 8 Φεβρουαρίου τοῦ 1990, ὕστερα ἀπό ἀπαίτηση τῶν Ὀρθοδόξων Μελῶν, ἡ Συνέλευση ἀσχολήθη­κε μέ τό πρόβλημα τῆς οὐνίας καί τοῦ προσηλυτισμοῦ, τό ὁποῖο ἄρχισε νά ἀποκτᾶ ἀνεξέλεγκτες καί ἄκρως ἐπικίνδυνες διαστάσεις μετά τήν πτώση τοῦ ὑπαρκτοῦ σοσιαλισμοῦ, κυρίως στίς χῶρες τῆς Ἀνατολικῆς Εὐρώπης. Ἤδη σχετικές ἀποφάσεις γιά τήν ἀντιμετώπιση τῶν προβλη­μάτων τῆς οὐνίας καί τοῦ προσηλυτισμοῦ εἶχαν ληφθεῖ ἀπό τή Μικτή Ὑποεπιτροπή τοῦ Διαλόγου, ἡ ὁποία εἶχε συνέλθει στή Βιέννη στίς ἀρχές τοῦ 1990 (ἀπό 26 ἕως 31 Ἰανουαρίου) καί ἐνέκρινε μάλιστα κοινό κείμενο, σύμφωνα μέ τό ὁποῖο καταδικάζεται ἡ οὐνία ὡς μοντέλο ἤ μέθοδος ἐκκλησιαστικῆς ἕνωσης. Ὅπως ὁμολογεῖται στό κείμενο τῆς Βιέννης, ἡ οὐνία δέν θεωρεῖται πλέον πρότυπο ἐκκλησιαστικῆς ἕνωσης, γιατί ἡ ἐκκλησιολογία, ἐντός τῆς ὁποίας ἀναπτύχθηκε, δέν ἐμπνέεται ἀπό τήν κοινή παράδοση τῆς Ἀρχαίας Ἐκκλησίας. Μέ βάση λοιπόν τίς ἀποφάσεις τῆς Βιέννης ἡ Στ΄ Γενική Συνέλευση τοῦ Freising συνέταξε Κοινή Δήλωση (Ἀνακοινωθέν), μέ τήν ὁποία καταδίκαζε σαφῶς τήν οὐνία καί τόν προσηλυτισμό.

Ἄν καί σημειώθηκε μεγάλη ἀποχή ἀπό τή Συνέλευση αὐτή, μέ τήν ἀπουσία τῶν ἐκπροσώπων τῶν Ἐκκλησιῶν Ἀντιοχείας, Ἱεροσολύμων, Βουλγαρίας, Σερβίας, Πολωνίας καί Τσεχοσλοβακίας, πού ἀντιμετώπι­ζαν σοβαρό πρόβλημα ἀπό τή δράση τῶν οὐνιτῶν στίς περιοχές τους, ἐν τούτοις ἡ Δήλωση τοῦ Freising ἔγινε δεκτή μέ ἱκανοποίηση ἀπό τόν ὀρθόδοξο κόσμο, ἐνῶ δέν ἔτυχε τῆς ἀνάλογης ἀποδοχῆς καί ἀπό τό Βατικανό, ὅπως τό ἴδιο συνέβη καί μέ τό κείμενο τῆς Βιέννης. Ἐξαιτίας αὐτοῦ τοῦ λόγου τό κείμενο δέν ἔγινε σεβαστό ἀπό τίς οὐνιτικές κοινότητες, μέ ἀποτέλεσμα νά συνεχί­ζονται ἤ καί νά ἐντείνονται τά προβλήματα στίς σχέσεις τους μέ τίς κατά τόπους Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες. Πολλές Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες μάλιστα ἄρχι­σαν νά προβληματίζονται σοβαρά, ἄν εἶχε νόημα νά συνεχίζεται ὑπό τίς συνθῆκες αὐτές ὁ Διάλογος, ὅταν οὐσιαστικά ἔθετε σέ κίνδυνο τήν ἐνδοορθόδοξη ἑνότητα, ἡ ὁποία ἀσφαλῶς δέν ἦταν δυνατόν νά θυσια­στεῖ ἐν ὀνόματι τοῦ ὁποιουδήποτε Διαλόγου.

Γιά τήν ἀντιμετώπιση τῶν προβλημάτων αὐτῶν καί τή διασφάλιση τῆς ἐνδοορθόδοξης ἑνότητας, τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο κάλεσε στό Φανάρι, ἀπό 11 ἕως 12 Δεκεμβρίου 1990, τή Διορθόδοξη Ἐπιτροπή ἐπί τοῦ Διαλόγου, ἡ ὁποία ἐπεσήμανε ὅτι «τό πρόβλημα τῆς οὐνίας ἀνατρέπει κατά τόν πλέον ἐπικίνδυνον τρόπον τούς σκοπούς τοῦ Διαλό­γου» καί γιά τό λόγο αὐτό «πρέπει νά εἶναι τό μονα­δι­κόν θέμα τοῦ Διαλόγου σήμερον». «Οὐδεμία», τόνισε, «θά ἐδικαιο­λογεῖτο αἰσιοδοξία διά περαιτέρω συνέχισιν τοῦ Θεολογικοῦ Διαλόγου, ἐάν δέν ὑπῆρχεν ὡς μοναδικόν ἐν προκειμένῳ θετικόν σημεῖον ἡ κοινή Δήλωσις τοῦ Freising, διά τῆς ὁποίας ἀπερρίφθη ὁμοφώνως ἡ μέθοδος τῆς οὐνίας, ὡς τελείως ἀπάδουσα εἰς τήν ἐκκλη­σιολογίαν τῆς κοινωνίας καί εἰς τό φρόνημα τῶν ἀδελφῶν Ἐκκλησιῶν, ἰδίᾳ μάλιστα ὅταν αὗται εὑρίσκωνται ἐν Διαλόγῳ. Ἡ κοινή αὕτη Δήλωσις ἀπορρίψεως τῆς οὐνίας ὡς μεθόδου ἐν Freising, δέον νά ἀποτε­λέ­σῃ τήν ἀφετηρίαν καί βάσιν διά τάς περαιτέρω ἐπί τοῦ θέματος συζητήσεις ἐν τῷ πλαισίῳ τοῦ Θεολογικοῦ Διαλόγου». Εἶναι χαρακτηρι­στικό ὅτι ὡς μόνο θετικό σημεῖο γιά τήν περαιτέρω συνέχιση τοῦ Διαλόγου θεωρεῖται ἐν προκειμένω ἡ ἀποδοχή τῆς κοινῆς Δήλωσης τοῦ Freising.

Οἱ παραπάνω ἀντιδράσεις τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας κατέδειξαν ὅτι ἡ οὐνία ἀποτελοῦσε τή σοβαρότερη ἀπειλή γιά τήν περαιτέρω συνέ­χι­ση τοῦ Θεολογικοῦ Διαλόγου, γεγονός τό ὁποῖο ἀνάγκασε τή Μικτή Συντονιστική Ἐπιτροπή τοῦ Διαλόγου νά συναντηθεῖ στήν Ariccia τῆς Ρώμης, ἀπό 10 ἕως 15 Ἰουνίου 1991, γιά νά ἐξετάσει τήν κατάσταση πού δημιουργήθηκε στήν Ἀνατολική καί Κεντρική Εὐρώπη ἐξαιτίας τῆς  συμπερι­φο­ρᾶς τῶν οὐνιτῶν καί τίς ἀρνητικές ἐπιδράσεις της πού εἶχαν στίς σχέσεις μεταξύ Ὀρθοδό­ξων καί Ρωμαιοκαθολικῶν. Βασικός στόχος τῆς Συνάντησης αὐτῆς ἦταν ἡ σύνταξη ἑνός κειμένου μέ τίτλο, «Ἡ οὐνία, μέθοδος ἑνώσεως κατά τό παρελθόν καί παροῦσα ἀναζήτησις τῆς πλήρους κοινωνίας». Στό κείμε­νο πού συντάχθηκε, μέ σκοπό νά ὑποβληθεῖ στήν προσεχῆ Συνάντηση τῆς Μικτῆς Θεολογικῆς Ἐπιτροπῆς, ὑπογραμμίστη­καν κατ’ ἀρχήν οἱ θεολογικές καί ἐκκλησιολογικές ἀρχές πού καθιστοῦν ἀπαράδεκτη τήν οὐνία σήμερα καί στή συνέχεια ἔγιναν συγκεκριμένες ὑποδείξεις πρακτικῆς φύσεως γιά τή δίκαιη ἀντιμετώπιση τῶν προβλημάτων πού ἀνεφύησαν μεταξύ Ὀρθοδόξων καί οὐνιτῶν σχετικά μέ τίς διεκδικήσεις εὐκτηρίων οἴκων, ἐκκλησιαστικῶν ἱδρυμάτων κ.ἄ.

Ἄν καί τό Κείμενο τῆς Ariccia δέν ἔχει τήν ἀποφασιστικότητα καί τή δυναμικότητα τῶν κειμένων τῆς Βιέννης καί τοῦ Freising, ὅσον ἀφορᾶ τήν καταδίκη τῆς οὐνίας,[12] ἐν τούτοις δέν παύει νά ἀποτελεῖ ἕνα ἐπιπλέον κείμενο πού καταδικάζει ἐπίσης τή μέθοδο τῆς οὐνίας ὡς σύγχρονο μοντέλο ἐκκλησιαστικῆς ἕνωσης.

Ἡ Σύναξη τῶν Προκαθημένων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν (Φανά­ρι, 13-15 Μαρτίου 1992) στό Μήνυμά της, καί μέ σκοπό τήν προάσπιση τῆς πανορθόδοξης ἑνότητας, καταδικάζει ρητά τήν οὐνία καί τόν δι’ αὐ­τῆς προσηλυτισμό καί τονίζει ὅτι δέν μπορεῖ νά προχωρήσει ὁ Θεολογι­κός Διάλογος μέ τούς Ρωμαιοκαθολικούς ἄν δέν ἐπέλθει συμφωνία στό συγκεκριμένο ζήτημα.

Ἡ μή ἀποδοχή τοῦ κειμένου τῆς Ariccia (Ρώμη 1998), ἀπό μέρους τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν, ἐξαιτίας τῆς §4, σύμφωνα μέ τήν ὁποία ἡ «ὕ­παρξις τῶν Ἀνατολικῶν Καθολικῶν Ἐκκλησιῶν θέτει ἕν διπλόν πρόβλη­μα: α) Ὡς μία συνέπεια τοῦ παρελθόντος, αἱ Ἐκκλησίαι αὗται εὑρίσκον­ται εἰς μίαν ἀνώμαλον ἐκκλησιολογικήν κατάστασιν, ἡ ὁποία δέν εἶναι σύμφωνος μέ τήν ἐκκλησιολογίαν τῆς ἀδιαιρέτου Ἐκκλησίας. β) Πέραν τοῦ παρελθόντος, τά δικαιώματα τῶν Ἐκκλησιῶν αὐτῶν δέν δύνανται νά χρησιμοποιηθοῦν ὡς μέσα διά τήν ἄσκησιν προσηλυτισμοῦ, οὔτε αἱ Ἐκκλησίαι αὗται θά πρέπει νά ἀσκῶσιν ἕνα τοιοῦτον προσηλυτισμόν» ἐνῶ καί ἡ μή ἀποδοχή τοῦ Κειμένου τοῦ Balamand (1993) ἀπό μέρους τῶν Ὀρθοδόξων, ὁδήγησαν στήν ἀποτυχία τῆς Συνάντησης τῆς Βαλτιμόρης (Emmitsburg ΗΠΑ, 2000) καί τή διακοπή τοῦ συγκεκριμένου Θεολογικοῦ Διαλόγου, ἡ δέ ἐπεξεργασία τοῦ θέματος, «Ἐκκλησιολογικαί καί κανονικαί συνέπειαι τῆς οὐνίας», θεωρήθηκε ἀπό τήν Ὁλομέλεια ὡς μή γενομένη.

 Ἐξαιτίας τῆς παρούσας ἔκβασης ἡ Διορθόδοξη Ἀντιπροσωπεία δήλωσε: «Ἐπί τοῦ γνωστοῦ ἀκανθωδεστάτου θέματος τῆς Οὐνίας ἐπιστρέφομεν καί πάλιν εἰς μηδε­νι­κήν βάσιν. Τοῦτο σημαίνει ἀπεριφράστως ὅτι ἐφεξῆς ὀφείλομεν νά τό ἀντιμετωπίσωμεν μεθ’ ὅλης τῆς ἐπιβαλλομένης πλέον αὐστηρότη­τος, μή ἀναγνωρίζοντες οὐδαμῶς τήν “κανονικότητα” ὑπάρξεως τοιού­του ἐκκλησιαστικοῦ σχήματος, διότι σύν τοῖς ἄλλοις μία τοιαύτη ἀνα­γνώ­ρισις θά ἐσήμαινε παρ’ ἡμῶν τῶν ἰδίων ἄρνησιν αὐτῆς ταύτης τῆς κανο­νι­κό­τητος τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν τῆς Ἀνατολῆς, τάς ὁποίας οἱ Οὐνῖ­ται, στηριζόμενοι ὑπό τῆς Ρώμης, ἐξακολουθοῦν νά ἀντιποιοῦνται, ἄνευ φόβου Θεοῦ καί ἄνευ στοιχειώδους αἰδοῦς ἔναντι τῆς ἱστορικῆς ἀληθείας».[13]

Δ. Ἡ ἐπανέναρξη τοῦ Θεολογικοῦ Διαλόγου καί τό Κείμενο τῆς Ραβέννας (2007)

  1. Ὕστερα ἀπό παρέλευση ἕξι χρόνων καί μέ ἀπόφαση τῶν κατά τόπους Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν (ὑπογραφή σχετικοῦ «Μνημονίου») ἀπο­φα­σίστηκε ἡ ἐπανέναρξη τοῦ Θεολογικοῦ Διαλόγου μέ τούς παρακάτω ὅρους:

α) Τή συνέχιση τοῦ Διαλόγου μέ τήν ἐξέταση τοῦ θέματος τοῦ «πρωτείου» καί μάλι­στα μέ βάση τό κείμενο τῆς Συντονιστικῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Μόσχας (1990), τό ὁποῖο εἶχε ὡς τίτλο :  «Ἐκκλησιολογικαί καί κανονικαί συνέπειαι τῆς μυστηριακῆς φύσεως τῆς Ἐκκλησίας» καί β) Τήν ἐξέταση τοῦ θέματος τῆς οὐνίας, σέ σχέση πρός τήν διαπραγμάτευση τοῦ «πρωτείου» κατά τήν δεύτερη χιλιετία.

Ἡ Συνάντηση τῆς Μικτῆς Θεολογικῆς Ἐπιτροπῆς πραγματο­ποιήθηκε στό Βελιγράδι (2006) μέ σκοπό τή συζήτηση τοῦ κειμένου τῆς Μόσχας (1990). Στό συγκεκριμένο κείμενο ἐξετάζεται ἡ συνο­δικότητα καί ἡ αὐθεντία στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας ὡς ἐκκλησιολο­γικές καί κανονικές συνέπειες τῆς μυστηριακῆς φύσης τῆς Ἐκκλησίας καί ὄχι ὡς ἐκφράσεις κάποιας διοικητικῆς  καί μόνο δομῆς τῆς Ἐκκλησίας. Τό ὅλο θέμα προσεγγίζετο μέ τήν ἀρχή  τοῦ 34ο Ἀπο­στο­λικοῦ Κανόνα (δ΄ αἰώνας) καί ἀναλύετο στή βάση τῶν τριῶν ἐπιπέδων ἐκκλη­σια­στικότητας, τό τοπικό, τό ἐπαρχιακό καί τό παγκόσμιο.

Ἡ ὅλη θεο­λο­γική θεμελίωση τοῦ συγκεκριμένου κειμένου ἀποτελοῦσε συνέχεια καί προέκταση τῶν ἐκκλη­σιο­λογικῶν ἀρχῶν καί προϋποθέσεων τῶν τριῶν προηγουμένων Θεολο­γι­κῶν Κειμένων, δηλαδή τοῦ Μονάχου (1982), τοῦ Bari (1987) καί τοῦ Νέου Βαλάμου (1988).

Ἐπειδή δέν ὁλοκληρώθηκε ἡ συζήτηση, διόρθωση καί ἀναθεώρηση τοῦ κειμένου στό Βελιγράδι, ἀποφασίστηκε τό ἴδιο κείμενο νά ἀποτελέσει ἀντικείμενο συζήτησης καί στήν ἑπόμενη Συνάντηση τῆς Μικτῆς Θεολογικῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία πραγματοποιήθηκε στή Ραβέν­να τῆς Ἰταλίας, τό ἑπόμενο ἔτος (2007).

  1. Τόσο ἡ ἐπανέναρξη τοῦ παρόντος Θεολογικοῦ Διαλόγου, ὅσο καί ἡ Θ΄ Συνάντηση τῆς Μικτῆς Θεολογικῆς Ἐπιτροπῆς, στό Βελιγράδι, «στιγματίστηκαν» ἀπό τρία ἄξια παρατήρησης γεγονότα.

α) Ὁ νέος πάπας Βενέδικτος ΙΣΤ΄ διέγραψε ἀπό τούς τίτλους του  τόν ἱστορικό καί κανονικό τίτλο «Πατριάρχης τῆς Δύσεως», γιά νά προβάλει τήν δῆθεν παγκόσμια δικαιοδοσία του ἐφ’ ὅλης τῆς Ἐκκλησίας. Μιά τέτοια ἐνέργεια, θεωρήθηκε ἀπαράδεκτη, τονίστηκε δέ ὅτι συνι­στᾶ ἀθέτηση τοῦ ἱστορικοῦ καί κανονικοῦ θεσμοῦ τῆς Πενταρχίας στά πλαίσια τῆς Ἀρχαίας Ἐκκλησίας, ἐνῶ βρίσκεται καί σέ σαφή ἐκκλησιολογική ἀναντιστοιχία μέ τά τρία προηγούμενα κοινά Κεί­με­να καί ἰδιαίτερα μέ τά συμπεφωνημένα καί συνυπογεγραμμένα στό Κείμενο τοῦ Νέου Βαλάμου. Γι’ αὐτό ἀκριβῶς, δικαίως ἀντέδρασαν διαμαρτυρόμενοι γιά τήν ἄστοχη καί ἀψυχολόγητη αὐτή ἐνέργεια τοῦ πάπα τόσο τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο ὅσο καί ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, θεωρῶντας τήν ἐνέργεια αὐτή σοβαρό ἐμπόδιο στήν πορεία τοῦ Διαλόγου.[14]

β) Κατά τή διάρκεια τῶν συζητήσεων στή Συνάντηση τοῦ Βελιγρα­δίου, οἱ Ρωμαιοκαθολικοί θεολόγοι (οἱ ἐπίσκοποι Bruno Forte καί Royald Minnerath) ἔθεσαν ὡς ἀνυπέρβλητο ὅρο γιά τήν διαπραγμά­τευση τοῦ θέματος τοῦ «πρωτείου» τοῦ ἐπισκόπου Ρώμης τό κείμενο τῆς Β΄ Βατι­κα­νῆς Συνόδου «Lumen Gentium», ὡς καί τά ἑρμη­νευ­τι­κά κείμενα «Dominus Jesus», «Ut Unum Sint» καί «Ὁδηγίαι πρός τούς ἐπισκόπους τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας περί ὁρισμένων πτυχῶν τῆς Ἐκ­κλη­σίας ὡς κοινωνίας», μέ τά ὁποῖα θεμελιώνεται κυρίως ἡ «παγκό­σμια δικαιοδοσία» τοῦ ἐπισκόπου Ρώμης στήν Καθόλου Ἐκκλησία. Δήλωσαν μάλιστα ὅτι δέν εἶναι δυνατόν «νά ὑπερβοῦν τίς ἀποφάσεις τῆς Β΄ Συνόδου τοῦ Βατικανοῦ ὡς πρός τό θέμα τοῦ «πρωτείου» τοῦ ἐπισκόπου Ρώμης», καί

γ) Γιά πρώτη φορά ὁ ἐκπρόσωπος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρωσίας Σεβα­σμιώτατος Μητροπολίτης Βολοκολάμσκ κ. Ἰλαρίων, ἐνώπιον τῶν Ρω­μαιο­καθολικῶν συνομιλητῶν, ἀμφισβή­τησε τήν παράγραφο τοῦ κειμέ­νου, ὅπου ἀνεφέρετο ὅτι τό Πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως εἶναι ὁ πρῶτος θρόνος στήν Ἀνατολή καί ζήτησε τήν ἀπάλειψη τῆς συγκε­κριμένης παραγράφου. Τό θέμα τέθηκε σέ ψηφοφορία μεταξύ τῶν Ὀρ­θο­δόξων καί ἀποφασίστηκε ἡ παραμονή τῆς συγκεκριμένης παραγρά­φου, μειοψηφοῦντος τοῦ ἐκπροσώπου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρωσίας.

3) Μέ τήν ὑπάρχουσα προβληματική πραγματοποιήθηκε ἡ Ι΄ Συνάντηση τῆς Μικτῆς Θεολογικῆς Ἐπιτροπῆς στή Ραβέννα τῆς Ἰταλίας (2007), στήν ὁποία ὁλοκληρώθηκε καί ἡ ἐπεξεργασία τοῦ Κειμένου. Εἶναι ἀνάγκη ὅμως νά ἀναφερθεῖ ἕνα γεγονός, τό ὁποῖο ἑρμηνεύει ἀφενός ὁλόκλη­ρη τή μετά τή Ραβέννα πορεία τοῦ Θεολογικοῦ Διαλόγου καί ἀφετέρου τή στάση ὁρισμένων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν καί ἐκκλησιαστι­κῶν κύκλων ἔναντι τοῦ Κειμένου τῆς Ραβέννας.

Κατά τή συνεδρίαση τῆς Διορθόδοξης Ἐπιτροπῆς, Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Βολοκολάμσκ κ. Ἰλαρίων ἀνέγνωσε δήλωση τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας ὅτι οἱ ἐκπρόσωποι τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρωσίας ἀποσύρονται ἀπό τή Συνάντηση τῆς Ραβέννας, λόγῳ τῆς παρουσίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἐσθο­νίας, ἡ ὁποία ἄν καί ἀνακηρύχθηκε ὡς Αὐτόνομη Ἐκκλησία ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο ἐντούτοις δέν ἀναγνωρίζεται ἀπό τήν Ἐκκλησία τῆς Ρωσίας. Μέ τήν παροῦσα πρόφαση τό Κείμενο τῆς Ραβέν­νας δέν ὑπεγράφη ἀπό τόν ἐκπρόσωπο τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας, ἐνῶ,  παρά τήν ἀπουσία τῶν ἐκπροσώπων τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρωσίας οἱ συζη­τή­σεις ἐπί τοῦ Κειμένου συνεχίστηκαν καί τελικά τό Κείμενο ἐγκρίθηκε ὡς κοινό Κείμενο τῆς Μικτῆς Θεολογικῆς Ἐπιτροπῆς, στό ὁποῖο διατυπώνεται μία σταθερή ἐκκλησιολογική βάση γιά τά ἑπόμενα θεολογικά βήματα τῆς Μι­κτῆς Θεολογικῆς Ἐπιτροπῆς. Ὁ τίτλος τοῦ τελικοῦ Κειμένου τῆς Ραβέννας διαμορ­φώ­θη­κε ὡς ἑξῆς: «Ἐκκλησιολογικαί καί κανονικαί συνέπειαι τῆς μυστη­ρια­κῆς φύσεως τῆς Ἐκκλησίας. Ἐκκλησιαστική κοινωνία, Συνοδικότης καί Αὐθεντία».

Ὡς θέμα τῆς ἑπόμενης Συνάντησης τῆς Μικτῆς Θεολογικῆς Ἐπι­τρο­πῆς, ὁρίστηκε νά εἶναι : «Ὁ ρόλος τοῦ ἐπισκόπου Ρώμης στά πλαίσια τῆς κοινωνίας τῆς Ἐκκλησίας κατά τήν πρώτη χιλιετία», προκειμένου νά ἀπαντηθοῦν ὁρισμένα κρίσιμα ἐρωτήματα, ὅπως: α) Πῶς νοεῖται ἡ ἰδιαίτερη λειτουργία τοῦ ἐπισκόπου Ρώμης ὡς «πρώτου» στά πλαίσια τῆς ἐκκλησιολογίας τῆς κοινωνίας, σέ σχέση πρός τή Συνοδικότητα καί μέ βάση τόν 34ο Ἀποστολικό Κανόνα; β) Πῶς θά πρέπει νά κατανοηθεῖ στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας ἡ περί «πρωτείου» τοῦ ἐπισκόπου Ρώμης ἀντίληψη τῆς Α΄ καί Β΄ Βατικανῆς Συνόδου σέ παγκόσμιο ἐπίπεδο καί ὑπό τό φῶς τῆς ἐκκλησιαστικῆς πρακτικῆς τῆς πρώτης χιλιετίας;

Οἱ ἀπαντήσεις στά ἐρωτήματα αὐτά θά καθόριζαν καί τή μελλοντική πορεία τοῦ Διαλόγου.

Παρόλες ὅμως τίς θετικές θέσεις τοῦ Κειμένου τῆς Ραβέννας, πολλές ἀπό τίς ὁποῖες ἀποτυπώνουν καί μία ἀναθεώρηση τῶν μέχρι σήμερα ἐκκλησιο­λογικῶν ἀντιλήψεων τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν,[15] τό Κείμενο ὑπέστη μία σκληρή κριτική, μέ ἀποτέλεσμα νά μήν ἀναδειχθοῦν τά σημαντικά στοιχεῖα του, ὁ δέ ἐπιδιωκόμενος στόχος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρωσίας νά τό θέσει στό περιθώριο τοῦ Διαλόγου, ἀφοῦ ἐξαρχῆς δέν τό εἶχε ἀποδεχθεῖ, φαίνεται ὅτι ἀρχίζει νά ὑλοποιῆται. Τέλος, δέν θά πρέπει νά  μᾶς διαφεύγει ὅτι ὁ πόλεμος κατά τοῦ Κειμένου τῆς Ραβέννας, ὁ ὁποῖος ξεκίνησε ἀπό τή Συνάντηση τοῦ Βελιγραδίου (2006) καί ὁλοκληρώθηκε στή Συνάντηση τοῦ Amman τῆς Ἰορδανίας (2014), εἶχε δέ ὡς ἀπώτερο σκοπό τήν μή ἀναγνώριση τῶν πρεσβείων τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως στήν Ἀνατολή, γι’ αὐτό καί ἐπιδιώκετο καί ἡ ἀλλαγή τῆς θεματολογίας τοῦ Διαλόγου, ἀπό μέρους τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρωσίας, ὅπως θά ἀποδεχθεῖ καί παρακάτω.

Ε.   Ἀπό τό Κείμενο τῆς Ραβέννας στό Κείμενο τοῦ Chieti

  1. Ἡ μή δυνατότητα συζήτησης στή ΙΒ΄ Συνάντηση τῆς Μικτῆς Θεολογικῆς Ἐπιτροπῆς στή Βιέννη (2010) τοῦ νέου κειμένου μέ θέμα τόν ρόλο τοῦ ἐπισκόπου Ρώμης στήν Ἀρχαία Ἐκκλησία, κατά τήν πρώτη χιλιετία, καί ἡ πρόταση πρός συζήτηση ἑνός νέου θέματος, μέ τίτλο, «Συνοδικότητα καί Πρωτεῖο», ὡς συνέχεια τοῦ Κειμένου τῆς Ραβέν­νας, ὁδήγησε στή ΙΓ΄ Συνάντηση τῆς Μικτῆς Θεολογικῆς Ἐπιτροπῆς, στό Amman τῆς Ἰορδανίας, τέσσερα χρόνια ἀργότερα (2014), ἀφοῦ προηγή­θη­καν δύο συναντήσεις τῆς Συντονιστικῆς Ἐπιτροπῆς, στή Ρώμη (2011) καί στό Παρίσι (2012), ὅπου καί διαμορφώθηκε ἕνα νέο κείμενο μέ τόν παραπάνω τίτλο.

Κατά τίς συζητήσεις, στή Διορθόδοξη συνάντηση στό Amman τῆς Ἰορδανίας, τέθηκαν ἀπό «ὁμάδα» Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν (Ἀντιοχείας, Ἱεροσολύμων, Μόσχας, Γεωργίας, Σερβίας, Τσεχίας), ζητήματα τά ὁποῖα ἀφοροῦσαν στό περιεχόμενο τοῦ κειμένου ἐργασίας τῶν Παρισίων. Οἱ συγκεκριμένες Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες :

α) Θεωροῦσαν ὅτι τό κείμενο ἔπρεπε νά εἶναι περισσότερο ἱστορι­κοῦ περιεχομένου καί λιγότερο θεολογικοῦ.

β) Ἀμφισβητοῦσαν τή θεολογική θεμελίωση τοῦ «πρωτείου» στήν τριαδολογική βάση του.

γ) Κατανοοῦσαν τό «πρωτεῖο» μόνο ἀπό ἄποψη διοικητική καί ὄχι ἐκκλησιολογική.

δ) Ἀπέρριπταν τήν ὕπαρξη «πρωτείου» σέ ἐπίπεδο παγκόσμιο.

ε) Τόνιζαν τήν ἄποψη περί ὕπαρξης μόνο δύο ἐπιπέδων ἐκκλησια­στικότητας (τοπικό καί περιφερειακό), τέλος

στ) Κατετέθη καί ἡ ἄποψη, ὅτι τό κείμενο ἐργασίας τῶν Παρισίων, ἐπειδή ἀποτελεῖ μία θεολογική ἑρμηνεία καί προέκταση ἤ καί συνέχεια τοῦ Κειμένου τῆς Ραβέννας, δέν εἶναι δυνατόν νά γίνει ἀποδεκτό. Στό σημεῖο αὐτό θά πρέπει νά σημειώσουμε, ὅτι τό Κείμενο τῆς Ραβέννας μόνο δύο Ἐκκλησίες δήλωσαν πώς δέν τό ἀποδέχονταν, ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρωσίας καί ἡ Ἐκκλησία τῆς Γεωργίας, ἐνῶ ἀπό τίς ὑπόλοιπες Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες οὐδεμία ἄλλη ἐξέφρασε ἐπισήμως ἐπιφυλάξεις.

Εἰδικότερα ὁ ἐκπρόσωπος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρωσίας, Σεβασμιώτα­τος Μητροπολίτης Βολοκολάμσκ κ. Ἰλαρίων, πρότεινε τήν ἀλλαγή τοῦ τρόπου καί τῆς μεθόδου ἐργασίας στό συγκεκριμένο Θεολογικό Διάλογο ὡς καί τήν ἀπόρριψη ὁλοκλήρου τοῦ κειμένου ἐργασίας τῶν Παρισίων μέ σκοπό τή σύνταξη ἑνός νέου κειμένου, περισσότερο ἱστορικοῦ καί λιγότερο θεολογικοῦ, τό ὁποῖο θά περιορίζετο στή μελέτη τοῦ θέματος «Συνοδικότης καί Πρωτεῖον», στή περίοδο τῆς πρώτης χιλιετίας τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας.

  1. Ὕστερα ἀπό ἀρκετή συζήτηση ἀποφασίστηκε, ὅτι οἱ Ὀρθόδοξοι δέν ἀποδέχονται τό κείμενο τῶν Παρισίων καί ὅτι πρέπει νά συνέλθει ἡ Ὁλομέλεια τῆς Μικτῆς Θεολογικῆς Ἐπιτροπῆς μέ σκοπό τήν σύνταξη ἑνός νέου κειμένου, ἀπό μία νέα Μικτή Συντακτική Ἐπιτροπή, ἐνῶ ὡς πρός τόν ἀπαραίτητο χρόνο σύνταξης τοῦ νέου αὐτοῦ κειμένου ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Βολοκολάμσκ κ. Ἰλαρίων τόνισε ὅτι μία ἡμέρα εἶναι ἀρκετή!!!

Στό σημεῖο αὐτό θά ἤθελα νά ἐπισημάνω, ὅτι κατά τίς συζητήσεις, στήν Ὁλομέλεια τῆς Μικτῆς Θεολογικῆς Ἐπιτροπῆς διεφάνη ἐξ ἀρχῆς μία ταύτιση ἀπόψεων, θέσεων καί προτάσεων τῶν Ρωμαιο­καθολικῶν μελῶν μέ τήν κατατεθεῖσα πρόταση τοῦ ἐκπροσώπου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρωσίας, γεγονός τό ὁποῖο προκάλεσε ἀρκετές ἀπορίες καί ἐπιφυ­λά­ξεις τόσο γιά μία τόσο ἀπόλυτη σύγκλιση καί ταύτιση ἀπόψεων, ὅσο καί γιά τήν μελλοντική πορεία καί ἐργασία τοῦ νέου κειμένου.

Ἀποφασίσθηκε λοιπόν ἡ συγκρότηση ad hoc μιᾶς νέας Μικτῆς Συντακτικῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία θά εἶχε ὡς ἀποστολή τή σύνταξη ἑνός νέου κειμένου μέ τά ἑξῆς χαρακτηριστικά:

  1. i) Τήν ἐξέταση τῆς λειτουργίας τοῦ «πρωτείου» καί στά τρία ἐπίπεδα (τοπικό, περιφερειακό, παγκόσμιο), ἐνῶ οἱ ἀντιδρῶντες Ὀρθόδο­ξοι μιλοῦσαν γιά δύο ἐπίπεδα (τοπικό καί περιφερειακό)!!!
  2. ii) Τόν τονισμό τῶν διαφορῶν καί τῶν ὁμοιοτήτων, μεταξύ Ἀνατολῆς καί Δύσης, καί

iii) Τήν παράλληλη ἱστορική καί θεολογική ἐπεξεργασία τοῦ ὅλου θέματος.

Ἡ συζήτηση συνεχίστηκε, ὡς πρός τά σημεῖα ἐκεῖνα, τά ὁποῖα θά ἔπρεπε νά συμπεριληφθοῦν στό νέο κείμενο καί ὡς πρός τό περιεχόμενο αὐτοῦ. Ἀρχικά συμφώνησαν οἱ Ρωμαιοκαθολικοί καί ἡ ὑπό τόν Σεβασμιώτατον Βολοκολάμσκ κ. Ἰλαρίωνα «κατευθυνόμενη ὀμάδα» τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν (Ἀντιό­χεια, Ἱεροσόλυμα, Σερβία – ὁ ἕνας Ἀντιπρόσωπος Σεβ. Μπάτσκας κ. Εἰρηναῖος – Γεωργία, Τσεχία), ὅτι ἀπό τό κείμενο ἐργασίας τῶν Παρι­σίων, θά μποροῦσαν νά υἱοθετηθοῦν οἱ πρῶτες 10 παράγραφοι, ἀφοῦ διορθωθοῦν ἤ ἀπαλειφθοῦν οἱ σχετικές μέ τή θεολογική θεμελίωση τῆς τριαδολογικῆς βάσης τοῦ «πρωτείου» καί νά συζητηθοῦν οἱ §§ 11 κ. ἐξ. τοῦ κειμένου ἐργασίας τῶν Παρισίων, ὅπου ὑπάρχουν διαφωνίες μεταξύ Ὀρθοδόξων καί Ρωμαιοκαθολικῶν, κυρίως ὡς πρός τήν λειτουργία τοῦ «πρωτείου» στό παγκόσμιο ἐπίπεδο. Ἡ παροῦσα πρόταση θεωρήθηκε ἐντελῶς ἀνακόλουθη τόσο ὡς πρός τίς ἀρχικές ἀπόψεις, τίς ὁποῖες ἐξέφρασε ἡ «ὁμάδα» τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν στή Διορθόδοξη συνάντηση, ὅσο καί ὡς πρός ἐκεῖνα πού εἰπώθηκαν στήν Ὁλομέλεια, γι’ αὐτό καί οἱ ἐκπρόσωποι τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἀντέστησαν. Οἱ ἐκπρόσωποι τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος  θεώρησαν,  ὅτι:

α) Ὁ προτεινόμενος τρόπος ἐπεξεργασίας τοῦ νέου κειμένου ἐξυπηρετοῦσε ἀποκλειστικά καί μόνο, ὡς πρός τό πρῶτο σκέλος της, τήν Ἐκκλησία τῆς Ρωσίας, ἡ ὁποία θεωροῦσε, ὅτι δέν ὑπάρχει θεολογική καί ἐκκλησιολογική θεμελίωση τοῦ «πρωτείου», ἄρα τό «πρωτεῖο» ἔχει μόνο διοικητικές ἀναφορές καί δέν ἀποτελεῖ ἐκκλησιολογική ἀναγκαιότητα. Ἐπίσης μέ τήν δεύτερη πρόταση ἐξυπηρετεῖτο ἡ Ρωμαιοκαθολική πρόθεση. Μία συζήτηση ἐπί τοῦ «πρωτείου» σέ παγκόσμιο ἐπίπεδο ἀποκλειστικά καί μόνο, ἔστω καί στά πλαίσια τῆς συνοδικότητας καί ἐρήμην τῆς λειτουργίας τοῦ «πρωτείου» στό τοπικό καί στό περιφερειακό ἐπίπεδο, θά δημιουργοῦσε θεολογικό καί ἐκκλησιολογικό προηγούμενο καί θά ἑδραιοῦτο ὁλόκληρη ἡ θεωρία περί ἐφαρμογῆς τοῦ «πρωτείου» τοῦ ἐπισκόπου Ρώμης, στήν Παγκόσμια/Καθολική Ἐκκλησία. Ἡ θεολογική θεμελίωση τοῦ «πρωτείου» τοῦ Ἐπισκόπου Ρώμης ἀνεξάρτητα ἀπό τήν ἀναλογική ἐφαρμογή τῆς σχέσης τοῦ «πρωτείου» τοῦ ἐπισκόπου Ρώμης στά πλαίσια τοῦ τοπικοῦ ἤ περιφερειακοῦ ἐπιπέδου ἐκκλησιαστικότητας, εἶναι ἀπό ἄποψη κανονική καί ἐκκλησιολογική ἀνέρειστος ἐνῶ τό γνωστό σχῆμα τῆς λειτουργίας «πρωτείου» στά πλαίσια τῆς συνοδικότητας γιά τήν Ρωμαιοκαθολική Ἐκκλησία εἶναι ἀνύπαρκτο.

β) Τά περί τῆς τριαδολογικῆς βάσης στή σχέση «πρωτείου» καί συνοδικότητας, ὅπως καί ἡ σύνδεση τριαδολογίας καί ἐκκλησιολογίας, ἔχουν ἤδη ἀναλυθεῖ διεξοδικά καί ἔχουν γίνει ἀποδεκτά, ἀπό τούς Ὀρθοδόξους καί τούς Ρωμαιοκαθολικούς, στό κοινό Κείμενο τοῦ Μονά­χου (1982) καί ὡς ἐκ τούτου δέν μποροῦν νά ἀμφισβητηθοῦν, ἐνῶ ἐπιβεβαιώ­νονται καί ἀπό τόν 34ο  Ἀποστολικό Κανόνα.

Τελικῶς ἀπό τήν Ὁλομέλεια, καί παρά τίς ἐπιφυλάξεις τῶν ἐκπροσώπων τῆς Ἐκκλη­σίας τῆς Ἑλλάδος, ἀπεφασίσθη ἡ σύνταξη ἑνός νέου κειμένου, μέ τίς προϋπο­θέσεις καί τίς άρχές πού ἀνεφέρθησαν παραπάνω.

  1. Μέ τήν παρέλευση μιᾶς ἡμέρας (!!!) κατετέθη τό νέο κείμενο, τό ὁποῖο χαρακτηριζόταν, κατά κοινή ὁμολογία, ἀπό ἔλλειψη θεολογικῆς κατοχυρώσεως, ἐτονίζετο κυρίως ἡ ἱστορικότητα τοῦ ὅλου ζητήματος, ἦταν περιγραφικό, μέ ἀρκετές ἐλλείψεις καί ἐκκλησιολογικές ἀσάφειες.

Οἱ ἐκπρόσωποι τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος κατέθεσαν συγκεκρι­μένες διορθωτικές παρατηρήσεις. Τόνισαν, ὅτι στό νέο αὐτό κείμενο :

α) Ἐμφανίζεται ἕνας πλουραλισμός, ὡς πρός τό τί ἐκφράζει ἀκρι­βῶς ὁ ὅρος «συνοδικότης». Στήν α΄ χιλιετία δέν ὑφίσταται μία τοιού­του εἴδους πλουραλιστική ἔκφραση συνοδικότητας, ὅπως ἐμφανίστηκε στή Δύ­ση μετά τόν 10° αἰώνα. Ἡ ἔννοια τῆς συνόδου δέν ταυτίζεται μέ τήν ἔννοια τῆς collegialitè, ἀφοῦ τά ἴδια τά ὅρια καί οἱ λειτουργίες τῆς συνόδου διαφέρουν σημαντικά ἀπό τή σύγχρονη ἀντίληψη περί συνοδικότητας στή ρωμαιοκαθολική ἐκκλησιολογία (Ἐπισκοπικές Συνε­λεύ­σεις).

Ἄξιον ἐπισήμανσης ἐπίσης εἶναι ὅτι, ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρωσίας καί ἡ Ἐκκλησία τῆς Γεωργίας πρότειναν ὅπως παραμείνουν οἱ ὅροι αὐτοί στό νέο κείμενο μέ τή γενική ἔκφραση καί  χρήση ἀλλά καί μέ τή συγκε­κριμένη ἀσάφεια (!!!), ἄποψη τήν ὁποία ὑποστήριξαν ὡς ἦταν φυσικό καί ἀπε­δέ­χθη­σαν καί οἱ Ρωμαιοκαθολικοί, ἀνεξάρτητα ἐάν οἱ ὅροι σύνοδος καί συνοδι­κό­τητα διευκρινίζονται ἤδη ἄριστα στήν § 5 τοῦ Κειμένου τῆς Ραβέννας!!!

Ἐπιπλέον ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρωσίας πρότεινε καί τήν ἑξῆς ὑποκριτι­κή θέση!!! «Ἐάν ἀποδεχθοῦμε ὅτι ὑφίσταται θεολογικό πρόβλημα, ὅπως ἀναφέρει ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, καί πράγματι ὑπῆρχε, τότε νά υἱοθε­τη­θοῦν οἱ διευκρινιστικές παράγραφοι τοῦ Κειμένου τῆς Ραβέννας, χωρίς ὅμως νά γίνει κάποια ἀναφορά στό συγκεκριμένο Κείμενο». Στό σημεῖο αὐτό εἶναι ἀναγκαῖο νά ὑπομνήσουμε, ὅτι ὅλα τά θέματα, τά ὁποῖα συζητοῦντο ἀναφορικά πρός τή σχέση τοῦ «πρωτείου» μέ τή συνοδικότητα, σέ ὅλα τά ἐπίπεδα ἐκκλησιαστικότητας, ἔχουν ἤδη διευ­κρι­­νι­­στεῖ στό Κείμενο τῆς Ραβέννας (2007).

β) Παρουσιάζονται διάφορες μορφές συνοδικότητας ἀλλά καί διάφορες μορφές «πρωτείου», χωρίς νά διευκρινίζεται τό ἀκριβές περιεχόμενο, τό ὁποῖο ἐκφράζουν οἱ συγκεκριμένοι ὅροι. Στό σημεῖο αὐτό θά ἤθελα νά κάνω μία διευκρίνιση, ἡ ὁποία θεωρῶ ὅτι ἀποτελεῖ καί τήν καρδιά τοῦ ὅλου προβληματισμοῦ τῶν ἐκπροσώπων τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος.

Ἡ σχέση «πρωτείου» καί συνοδικότητας εἶναι ἐκκλησιο­λο­γικά μία σχέση λειτουργικά ἀλληλένδετη. Δέν ὑφίσταται «πρωτεῖο» χωρίς συνοδικότητα καί ἡ σύνοδος δέν μπορεῖ νά λειτουρ­γήσει χωρίς «πρῶτο» (βλ. 34ος Ἀποστολικός κανόνας).

Ἡ σύνοδος δέν μπορεῖ νά ἔχει συμβουλευτικό ἀλλά ἀποφασιστικό χαρακτήρα ἐνῶ ὁ «πρῶτος» στή σύνοδο εἶναι ἐκφραστής καί φορέας τῆς ὁμοφωνίας ἤ τῆς πλειονοψηφίας τῶν μελῶν τῆς συνό­δου τῆς ὁποίας προΐσταται καί ἐγγυητής τῶν ἀποφάσεών Της.

Ἐπιπλέον ἡ παραπάνω περιγραφεῖσα σχέση «πρωτείου» καί συνο­δικότητας ἐκφράζει καί μία ἄλλη, διαφορετική θεώρηση ἀπό τή συνο­δικότητα τῆς ρωμαιοκαθολικῆς ἐκκλησιολογίας, σύμφωνα μέ τήν ὁ­ποία «τό κολλέγιο τῶν ἐπισκόπων» (collégialité) δέν συνιστᾶ δομή ἡ ὁποία ὑπέρκειται τῶν τοπικῶν Ἐκκλησιῶν ἀλλά ἁπλᾶ καί μόνο ὄρ­γανο συμβουλευτικό (conciliarité) καί ὄχι ἀποφασιστικό ὡς πρός τόν πάπα.

Τό θέμα λοιπόν τῆς συνοδικότητας σέ σχέση πρός τό «πρωτεῖο» στή ρωμαιοκαθολική ἐκκλησιολογία ἀπαιτεῖ ἀρκετή ἀκόμη θεολογική συζήτηση καί ἐπεξεργασία, πρίν τό ταυτίσουμε μέ τήν ὀρθόδοξη ἔννοια τῆς συνοδικότητας καί αὐτό ὄχι μόνο ἐξαιτίας τοῦ παπικοῦ «πρωτείου» ἀλλά κυρίως ὡς πρός τήν ἀντίληψη περί τῆς λειτουργικότητας τῆς σχέσης «πρωτείου» καί συνοδικότητας μάλιστα δέ σέ σχέση πρός τίς Τοπικές Ἐκκλησίες. Γι’ αὐτό καί οἱ ἐκπρόσωποι τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἐπέμενε τόσο φορτικά στίς παραπάνω ἀπό­ψεις τους.

γ) Δέν προσδιορίζεται ἐπαρκῶς τό περιεχόμενο καί ἡ σημασία τοῦ ὅρου «ἀποστολικότης». Γιά τήν ἀνατολική παράδοση μέχρι τόν 7° αἰώνα αὐτή ἡ ἔννοια, ὡς κριτήριο «τάξης» τῶν Τοπικῶν Ἐκκλησιῶν καί ὁ συσχε­τι­σμός της  πρός συγκεκριμένα πρόσωπα ἀποστόλων ἦταν ἄγνω­στος. Ἡ «ἀποστολικότης» μιᾶς Τοπικῆς Ἐκκλησίας οὐδέποτε ἀπετέλεσε κριτήριο ἀναγνώρισης ἐξουσίας ἤ αὐθεντίας γιά τόν συγκεκριμένο θρόνο, ὅπως ἐξελί­χθη­κε καί ἐφαρμόστηκε στή Δύση ἀργότερα. Μία τοιούτου εἴδους διευκρί­νηση δέν ἔγινε βεβαίως ἀποδεκτή ἀπό τά Ρωμαιοκαθολικά Μέλη, ἀλλά οὔτε καί συζήτηση ἀκολούθησε.

δ) Ὁ Κωνσταντινουπόλεως φέρει τά «ἴσα πρεσβεῖα τιμῆς» πρός τόν Ρώμης, κατά τήν κανονική παράδοση, «διά τό εἶναι αὐτήν Νέαν Ρώμην» καί δέν εἶναι δεύτερος, οὔτε στήν τιμή, οὔτε στήν τάξη, ὅπως ἀναφέρεται λανθασμένα στό προτεινόμενο κείμενο.

ε) Δέν διευκρινίζεται ποιό εἶναι τό ἀκριβές περιεχόμενο τοῦ ὅρου «δικαιοδοσία», ἀφοῦ εἶναι γνωστόν ὅτι ἄλλως νοεῖται ὁ ὅρος στή δυτική καί ἄλλως στήν ἀνατολική παράδοση.

στ) Ἐκφράζονται διαφορετικές προσεγγίσεις μεταξύ Ἀνατολῆς καί Δύσης, ὡς πρός τήν ἑρμηνεία καί τόν καθορισμό τῆς «οἰκουμενικότητας» μιᾶς συνόδου, στή βάση τῆς ἀπόφασης τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, χωρίς ὅμως νά ἀναφέρονται ποιές εἶναι αὐτές οἱ διαφοροποιήσεις, οὔτε καί νά διευκρινίζεται ὁ καθορισμός κατά περιεχόμενο τοῦ συγκεκριμέ­νου ὅρου.

ζ) Ἀναγνωρίζεται μόνο στόν ἐπίσκοπο Ρώμης τό δικαίωμα ἀποδο­χῆς ἐκκλήτου προσφυγῆς, ἔστω καί μέ τίς προϋποθέσεις τῆς συνόδου τῆς Σαρδικῆς (343 μ.Χ.), χωρίς ὅμως νά διευκρινίζεται ὅτι: (i) ἡ κατά περίπτωση ἐξέταση τῆς ἐκκλήτου προσφυγῆς γινόταν ἀπό σύνοδο (βλ. Μεγ. Ἀθα­να­σίου) καί ὄχι ἀποκλειστικά καί μόνο ἀπό τόν ἐπίσκοπο τῆς Ρώμης, ὅπως ὑπονοεῖ τό προτεινόμενο κείμενο, καί (ii) τό ἀντίστοιχο δικαίω­μα γιά τούς ἐπισκόπους τῆς Ἀνατολῆς καί μάλιστα «ἐν συνόδῳ», εἶχε μόνο ὁ Κωνσταντινουπόλεως, ὡς πρός τήν ἀποδοχή καί ἐξέταση τῆς ἐκκλήτου προσφυγῆς (βλ. καν. 9 και 17 τῆς Δ΄ Οἰκουμ. Συνόδου), δικαίωμα τό ὁποῖο διετήρησε μέχρι καί σήμερα.

Παρά τίς παραπάνω ἐπισημάνσεις τῶν ἐκπροσώπων τῆς Ἐκκλη­σίας τῆς Ἑλλάδος, ἡ διορθόδοξη «ὁμάδα» (Ἀντιόχεια, Ἱεροσόλυμα, Μόσχα, Γεωργία, Σερβία, Πολωνία, Τσεχία) ἐπέμενε ὅτι τό κείμενο εἶναι «τέλειο» καί πρότεινε νά γίνει ἀποδεκτό χωρίς καμμία συζήτηση ἤ διόρθωση.

Στό σημεῖο αὐτό οἱ ἐκπρόσωποι τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, κατέ­θε­σαν veto καί ζήτησαν τήν κατά παράγραφο συζήτηση καί διόρθωση τοῦ συγκεκριμένου κειμένου, ὅπως ἐγίνετο μέχρι καί τήν παροῦσα Ὁλομέ­λεια ἀλλά καί σέ ὅλα τά προηγούμενα Κείμενα τοῦ συγκεκρι­μένου Διαλόγου, ἀφοῦ ἡ ὁποιαδήποτε ἄλλη μέθοδος ἐπεξεργασίας θά συνεπάγετο ἀλλαγή τῆς μεθοδολογίας τῶν ἐργασιῶν τοῦ Διαλόγου.

Ἡ πρόταση ἔγινε δεκτή καί ἄρχισαν οἱ ἐργασίες τῆς Ὁλομέλειας, μέ τήν ἐξέταση μιᾶς πρός μίαν τῶν παραγράφων. Κατά τήν ἔναρξη τῆς κατά παράγραφον συζήτησης, ὁ Σεβασμιώτατος Βολοκολάμσκ κ. Ἰλαρίων ἔθεσε ἀμέσως θέμα ὡς πρός τόν τίτλο τοῦ κειμένου, προτείνοντας ἕναν νέο τίτλο : «Πρός μία κοινή κατανόηση τῆς Συνοδικότητας καί τοῦ Πρωτείου στήν Ἐκκλησία τῆς πρώτης χιλιετίας». Ἡ πρόταση ἔγινε δεκτή καί συνεχίστηκε ἡ κατά παράγραφο συζήτηση.

  1. Τό κείμενο, τό ὁποῖο σέ ἐκπληκτικά σύντομο χρονικό διάστημα, συντάχθηκε καί συζητήθηκε, ἦταν ἀσφαλῶς χρήσιμο ὡς ἄσκηση ἐργα­σίας τῶν περίπου πεντήκοντα μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς ἀλλά ὄχι καί ἄξιο νά δημοσιευθεῖ ἐπισήμως, γιατί «ἐπρόκειτο γιά κείμενο ἀποσπασματικό, ἀσαφές, ἀσπόνδυλο καί μέ ἐλάχιστη ἕως καμμία ἀξία». Οἱ ἐκπρόσωποι τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ὑποστήριξαν ὅτι ἦταν χρήσιμο ἀπό κάθε ἄποψη τό γεγονός ὅτι συνεχίζεται ὁ Διάλο­γος, ὅτι ἐπισημάνθηκαν καί καταγράφηκαν τά προβλήματα τοῦ κειμέ­νου, ὅτι δόθηκε ἡ εὐκαιρία στά μέλη τῆς Μικτῆς Θεολογικῆς Ἐπιτροπῆς νά ἐκφράσουν ἕνα κοινό προβληματισμό κατά τή διάρκεια μιᾶς ἑβδομάδας ἐντόνων ἐργασιῶν καί συζητήσεων, ἀλλά ἡ δημοσίευση ἑνός κοινοῦ κειμένου μέ τίς ποικίλες ἀτέλειες πού παρουσιάζει τό συγκεκριμένο, θά ἔδινε τήν ἐντύπωση ὅτι δέν πρόκειται γιά ἀποτέλεσμα ὥριμης θεολογικῆς σκέψης, ἀλλά μᾶλλον προχειρότητας. Ἐπισημάνθηκε μάλιστα ὅτι τό κείμενο, τό ὁποῖο ἔγινε κατορθωτό νά συνταχθεῖ σέ λίγες σχετικά ὧρες, θά μποροῦσε κάλλιστα νά χρησιμοποιηθεῖ ὡς βάση γιά περαιτέρω ἐπεξερ­γα­σία ἀπό τήν Συντονιστική Ἐπιτροπή τοῦ Διαλόγου, προκειμένου νά καταλήξουμε σέ μιά σοβαρή καί ὑπεύθυνη θεολογική τοποθέτηση ἄξια νά δημοσιευθεῖ.

Τότε ἀσκήθηκε πίεση ἀπό διαφόρους, τόσο Ρωμαιοκαθολικούς ὅσο  καί Ὀρθοδόξους (μερικοί ἀπό τούς ὁποίους δέν εἶχαν χάσει  τήν εὐκαιρία νά προβάλουν συστηματικῶς ἐνστάσεις κατά τίς προηγούμενες ἡμέρες τῶν ἐργασιῶν), μέ σκοπό νά δημοσιευθεῖ τό συγκεκριμένο κείμενο ὡς ἀποτέλεσμα τοῦ Διαλόγου ἐπί τοῦ θέματος τῆς συνοδικότητας καί τοῦ «πρωτείου», μέ τό ἐπιχείρημα ὅτι ἐπρόκειτο γιά ἕνα βῆμα, τό ὁποῖο θά ἀκολουθοῦσαν καί ἄλλα, χωρίς βέβαια νά διευκρινίζεται ποιά θά ἦταν αὐτά τά βήματα ἤ ἐάν θά ὑπάρξει προηγούμενη συμφωνία ὡς πρός τό χρονοδιάγραμμα. Ἐπρόκειτο ὁμολογουμένως γιά μιά ἀτυχή στιγμή αὐτῆς τῆς μακρᾶς, ἐπίπονης καί σημαντικῆς προσπάθειας θεολογικῆς συνεννόησης καί συμμαρτυρίας μεταξύ Ὀρθοδόξων καί Ρωμαιοκαθο­λι­κῶν. Οἱ ἐκπρόσωποι τῶν Ἐκκλησιῶν τῆς Ἑλλάδος καί τῆς Κύπρου ἀντέστησαν στίς πιέσεις καί δέν συμφώνησαν στήν ἀποδοχή καί δημο­σίευ­ση ἑνός πρωτόλειου κειμένου ὡς νά ἐπρόκειτο γιά ὥριμο κείμενο θεολογικοῦ περιεχομένου καί προβληματισμοῦ.

Κατόπιν τούτου, ἐτέθη τό θέμα τῆς συνέχισης τοῦ Διαλόγου καί τῆς κατάρτισης χρονοδιαγράμματος γιά τήν προετοιμασία ἑνός ἄλλου κοινοῦ θεολογικοῦ κειμένου, τό ὁποῖο θά λάβει ὑπόψη ὅλο τό χρήσιμο ὑλικό πού ἔχει παραχθεῖ τά τελευταῖα χρόνια ἐπί τοῦ θέματος τῆς συνοδικότητας καί τοῦ «πρωτείου».

Ὁρισμένες ἐπισημάνσεις στό σημεῖο αὐτό νομίζω ὅτι εἶναι ἀρκετά χρήσιμες.

1) Ἐμφανίστηκε κοινό μέτωπο Ρωμαιοκαθολικῶν καί ὁρισμένων Ὀρθοδόξων ἐκπροσώπων (Ἀντιόχειας, Ἱεροσολύμων, Μόσχας, Γεωργίας, Σερβίας, Πολωνίας, Τσεχίας), κατά τῆς υἱοθέτησης τοῦ κειμένου τῶν Παρισίων. Ἐν τούτοις, ἀξίζει νά ἀναφερθεῖ ὅτι οἱ ἐκπρόσωποι τῆς Ἐκκλησίας τῆς Σερβίας, κατά τή διάρκεια τῶν συζητήσεων, δέν ἐξεφράσθη ἀπό κοινοῦ, μέ τόν ἕνα ἐκ τῶν δύο ἐπισκόπων νά διαφο­ροποιεῖται ἑκάστοτε, καί μέ τρόπο πού εὐλόγως δημιούργησε τήν ἐντύ­πω­ση ὅτι ἐνδεχομένως πρυτάνευσαν ἐπιλογές ἀλλότριες πρός τό θεολο­γι­κό καθῆκον τῶν μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς.

2) Ἦταν ἐμφανές τό ἔντονο ἐνδιαφέρον τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν νά ἑδραιώσουν τό «πρωτεῖο» ἀποκλειστικά καί μόνο στό παγκόσμιο ἐπίπεδο τῆς ἐκκλησιαστικότητας. Ἤδη στή Βιέννη εἶχε ἐκδηλωθεῖ ἡ ἴδια προσπά­θεια μέ τήν προβολή ἐπιλεγμένων καί εἰδικῶς ἑρμηνευόμενων ἱστορι­κῶν γεγονότων, τά ὁποῖα παρουσίαζαν μιά τεχνητή καί ὄχι ρεαλιστική εἰκόνα τῆς καταστάσεως περί τῆς συνοδικότητας καί τοῦ «πρωτείου» κατά τήν πρώτη χιλιετία τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας. Γιά τόν λόγο αὐτό ἀποφασίσθηκε τότε νά προχωρήσουμε σέ μιά βαθύτερη θεολογική ἐπεξεργασία τοῦ θέματος συντάσσοντας ἕνα καινούργιο κείμενο.

3) Ἐκδηλώθηκε μία μονότονη καί ἄνευ σοβαρῶν ἐπιχειρημάτων ἄρνηση ἀπό μέρους τῶν Ἐκκλησιῶν Ἀντιοχείας, Ἱεροσολύμων καί Γεωργίας ἔναντι τοῦ κειμένου τῶν Παρισίων, σέ σημεῖο μάλιστα πού διατυπώθηκε μιά ἐπιπόλαιη ἐπιχειρηματο­λογία χωρίς πραγματική θεολογική καί ἱστορική τεκμηρίωση.

4) Δόθηκε μιά ἀνησυχητική καί δυσάρεστη εἰκόνα διάσπασης τῆς ἑνότητας τῶν Ὀρθοδόξων σέ δύο ὁμάδες, ἔναντι τῆς συμπαγοῦς ἑνότη­τας τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν συνομιλητῶν, στόν συγκεκριμένο Διάλογο. Ἡ κραυγή τῆς τελευταίας στιγμῆς ἑνός ρωμαιοκαθολικοῦ ἐπισκόπου ἀπό τά μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς: «βρέστε τά πρῶτα οἱ Ὀρθόδοξοι μεταξύ σας καί μετά νά κάνουμε τόν διάλογο μεταξύ τῶν δύο Ἐκκλησιῶν μας!» θά πρέπει νά μᾶς προβληματίσει σοβαρά ὡς γεγονός. Τό ἴδιο τό γεγονός ὅτι συγ­κλήθηκε ἡ Ὁλομέλεια τῆς Ἐπιτροπῆς – κατόπιν μάλιστα τῆς πολλα­πλῶς διαφημισμένης ἐργώδους ἐκστρατείας τοῦ Σεβασμιωτάτου Βολοκολάμσκ κ. Ἰλαρίωνα κατά τοῦ κειμένου τῶν Παρισίων – γιά νά διαπιστώσει ὅτι δέν ὑπῆρχε στό τραπέζι κείμενο ἀποδεκτό γιά συζήτηση, ὁδηγεῖ στό συμπέρασμα ὅτι στό ἑξῆς πρέπει νά βρεθοῦν ἀσφαλιστικές δικλεῖδες, ὥστε νά ἀποκλεισθεῖ ἀντίστοιχο ἐνδεχόμενο στό μέλλον.

5) Διατυπώθηκε ἀπό τούς ἐκπροσώπους τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλ­λάδος, ἡ ἑξῆς πρόταση. Ὅλα τά μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς θά πρέπει νά δε­σμευ­θοῦν μέ ἀλληλογραφία, πρίν ἀπό τήν σύγκληση τῆς Ὁλομέ­λειας, ὅτι τό κείμενο ἐργασίας εἶναι καταρχήν ἀποδεκτό στή βάση του καί ἑπομένως ἡ Ὁλομέλεια θά συζητήσει ἐπί μέρους σημεῖα μέχρι νά καταρτισθεῖ ἕνα κείμενο ἀπό κοινοῦ ἀποδεκτό. Κατά τήν περίοδο τῆς προετοιμασίας καλόν εἶναι ἡ Συντονιστική Ἐπιτροπή νά λαμβάνει ὑπό­ψη της τίς προτάσεις ὅλων τῶν μελῶν τῆς Μικτῆς Θεολογικῆς Ἐπιτρο­πῆς, οἱ ὁποῖες θά ἀποστέλλονται ἠλεκτρονικά. Μέ τόν τρόπο αὐτό θά αἰσθάνονται ὅλοι συνυπεύθυνοι γιά τήν διαμόρφωση τοῦ τελικοῦ κειμέ­νου. Ἀπαραίτητη προϋπόθεση ἐπίσης γιά μία δημιουργική συνέχι­ση τοῦ Διαλόγου εἶναι ἡ ἀνυπόκριτη ἀναζήτηση τῆς ἀλήθειας καί ἡ ἐπιδίωξη φανέρωσης τῆς κοινωνίας τῶν Ἐκκλησιῶν μᾶλλον, παρά ἡ προσπάθεια προβολῆς μεμονωμένων ἀντιλήψεων, ἐπιδιώξεων, φιλοδο­ξιῶν καί κυρίως ἀκροβα­­τι­­σμῶν ἐκκλησιαστικῆς διπλωματίας.

6) Φαίνεται ὅτι ἡ προαναφερθεῖσα «ὁμάδα» τῶν Ὀρθοδόξων δέν ἀρνεῖται τή συνέχιση τοῦ Διαλόγου, ὅμως δέν φανερώνει καί σαφῆ ἐπί­γνω­ση τοῦ χρόνου, ὁ ὁποῖος ἀπαιτεῖται γιά τήν διατύπωση σοβαρῶν θεολο­γικῶν ἐπιχειρημάτων. Δυστυχῶς, μέ τόν τρόπο αὐτό δίδεται ἡ ἐντύπωση ὅτι ἔχουμε ἐπιλέξει «νά συζητοῦμε γιά νά συζητοῦμε», χωρίς νά ἐπιλύουμε ὑφιστάμενα ἐκκλησιολογικά θέματα.

7) Οἱ Ἐκκλησίες Ρωσίας καί Γεωργίας ἀπορρίπτουν ἀφενός τό Κείμενο τῆς Ραβέννας καί ἀφετέρου τή θεολογική θεμελίωση κάθε μορφῆς «πρωτείου». Ἀπό τήν ὅλη συζήτηση ὅμως, στή συγκεκριμένη φάση τοῦ Διαλόγου, φαίνεται ὅτι προσβλέπουν καί σέ μία μελλοντική ἀναθεώρηση τῶν «πρεσβείων τιμῆς» τῶν θρόνων στήν Ἀνατολή καί τῶν «Διπτύχων», ἀφοῦ κατά τήν ἄποψή τους τό «πρωτεῖο» εἶναι μόνο μία διοικητική μορφή ἔκφρασης αὐθεντίας καί τά «Δίπτυχα» ἀποτελοῦν τήν «πηγή» τῶν «πρεσ­βείων τιμῆς» στήν ἱστορική τους διαμόρφωση (βλ. Ἀπάντηση Συνόδου τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας γιά τό Κείμενο τῆς Ραβέννας), χωρίς αὐτή ἡ τιμή καί ἡ «τάξη» νά συνεπάγεται καί ἀντίστοιχες ἐκκλησιολογικές συνέπειες (!!!).

8) Ὑφίσταται σύγχυση καί μεταξύ τῶν Ὀρθοδόξων ὡς πρός τή μορφή τῆς συνοδικότητας, μέ βάση τίς ὑπάρχουσες μορφές συνοδικότητας στίς διάφορες τοπικές Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες καί τά Πατριαρχεῖα, ἀλ­λά καί ὡς πρός τή λειτουργία καί ἐφαρμογή τοῦ «πρωτείου» στό πλαίσιο κάθε μορφῆς συνοδικῆς λειτουργίας. Τοῦτο ἀντελήφθη σαφῶς ἡ Ρω­μαιο­καθολική Ἐπιτροπή ὄχι μόνον κατά τίς ἐπίσημες ἐργασίες ἀλλά καί κατά τίς κατ’ ἰδίαν συζητήσεις, στό περιθώριο τῶν ἐργασιῶν. Ὅμως μία τοιούτου εἴδους προσέγγιση ἀποδυναμώνει τά περί συνοδικότητας καί «πρωτείου» ἐπιχειρήματα τῶν Ὀρθοδόξων καί ἴσως ὁδη­γήσει τελικά στήν ἀνάγκη μιᾶς ἐνδοορθόδοξης ἐπεξεργασίας καί συν-αντίληψης τοῦ ὑπό συζήτηση θέματος.

  1. Ὕστερα ἀπό τήν ἀποτυχία τῆς Μικτῆς Θεολογικῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Διαλόγου καί τή μή ἔκδοση κοινοῦ κειμένου, στό Amman τῆς Ἰορδανίας (2015), ἀποφασίσθηκε ἡ σύνταξη ἑνός νέου κειμένου, μέ τόν τίτλο: «Πρός μία κοινή κατανόηση τῆς Συνοδικότητας καί τοῦ Πρωτείου στή διακονία γιά τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας», μέ σκοπό νά ἱκανοποιη­θοῦν οἱ ἐπιφυλάξεις ἐκείνων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, οἱ ὁποῖες ἐξέφρασαν ἐπιφυλάξεις γιά τό Κείμενο τῆς Ραβέννας (2007).

Γιά τόν λόγο αὐτό συγκροτήθηκε μία νέα Συντακτική Ἐπιτροπή, ἡ ὁποία ἐργάστηκε στή Ρώμη (Μάϊος 2015), ἀφοῦ ἔλαβε ὑπόψη καί τίς γραπτές παρατηρήσεις τῶν λοιπῶν μελῶν τῆς Συντονιστικῆς Ἐπιτροπῆς (ἦταν ἡ πρόταση τήν ὁποία κατέθεσαν οἱ ἐκπρόσωποι τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος), καί ἡ ὁποία προχώρησε στή σύνταξη ἑνός νέου κειμένου, μέ τόν ἀρχικό τίτλο, «Πρός μία κοινή κατανόηση τῆς Συνοδικότητας καί τοῦ Πρωτείου στήν Ἐκκλησία κατά τήν πρώτη χιλιετία».

Τό παρόν κείμενο ἐπεξεργάστηκε ἡ Συντονιστική Ἐπιτροπή (Ρώμη 2015) καί τελικά κατατέθηκε στήν ΙΔ΄ Συνάντηση τῆς Μικτῆς Θεολο­γικῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία συνῆλθε στό Chieti τῆς Ἰταλίας (Σεπτέμβριος, 2016) καί ἀποδέχθηκε τό Κείμενο, μέ τίτλο: «Συνοδικότητα καί Πρωτεῖο κατά τήν πρώτη χιλιετία. Καθοδόν πρός μία κοινή κατανόηση στήν ὑπηρεσία τῆς ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας».

Τό τελικό Κείμενο τοῦ Chieti (2016)

α) Ἀποτελεῖ μία ἐπανάληψη τῶν βασικῶν ἀρχῶν καί ἐκκλησιολο­γικῶν θέσεων τοῦ Κειμένου τῆς Ραβέννας (2007) καί δέν προσφέρει κανένα νέο θεολογικό περιεχόμενο καί οὐσιαστικό στοιχεῖο.

β) Ἐπαναφέρει πρός συζήτηση τούς ὅρους σύνοδος, συνοδικότητα καί «πρῶτος» στό πλαίσιο τῆς ὅλης συνοδικῆς λειτουργίας μέ τήν ἴδια ἀσάφεια ὅπως περιγράφτηκε προηγουμένως.

γ) Δέν θίγει τό θέμα τῶν «δικαιοδοσιῶν» τοῦ ἐπισκόπου Ρώμης, οὔτε τῆς «παράλληλης δικαιοδοσίας» του σέ Δύση καί Ἀνατολή (;;;), τό ὁποῖο ἀποτε­λεῖ τήν εἰδοποιό διαφορά ὡς πρός τήν ἐκκλησιολογική κατανόηση καί ἀντιμετώπιση τοῦ ἐπισκόπου Ρώμης, ὡς πρώτου στή Δύση ἀλλά καί τήν διαφο­ρετική κατανόηση τοῦ «πρωτείου» τοῦ ἐπισκόπου Ρώμης, μεταξύ τῆς α΄ καί τῆς β΄ χιλιετίας, ὄχι μόνο  ὡς πρός τήν ἐφαρμογή τοῦ «πρωτείου» στήν Καθόλου Ἐκκλησία, ἀλλά καί  ὡς πρός τό θέμα τῆς οὐνίας.

δ) Δέν προσεγγίζει τή σημασία καί τό περιεχόμενο τοῦ ὅρου «προε­δρία» στά πλαίσια τῆς συνόδου.

ε) Προσπαθεῖ ἄτολμα καί ἀνεπιτυχῶς νά θίξει καί ὄχι νά ἀναλύσει τό θέμα τῆς ἄσκησης τοῦ «πρωτείου», στά πλαίσια τῆς συνοδικότητας καί τῆς λειτουργίας τους ὡς πρός τήν ἐκκλησιαστική διοίκηση. Ὁριοθετεῖ μόνο τόν τρόπο τῆς μελλοντικῆς θεολογικῆς κατανόησης λειτουργίας καί φύσης τῶν ἐκκλησιαστικῶν θεσμῶν διοίκησης μέ βάση τήν ἱστορική προσέγγιση καί χωρίς τήν ἐξαγωγή ἀξιόλογων θεολογικῶν καί ἀξιο­ποιήσι­μων ἐκκλησιολογικῶν συμπερασμάτων.

στ) Δέν ὁριοθετεῖ τό πλαίσιο τῆς σχέσεως «πρωτείου» καί συνοδι­κότητας, στά τρία ἐπίπεδα ἐκκλησιαστικότητας καί τοῦτο γιατί ἡ γνωστή «ὁμάδα» τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, φοβόταν τίς συνέπειες μιᾶς τέτοιας ὁριοθετήσης ὡς πρός τήν ἀναγνώ­ριση «πρωτείου» σέ συγκεκριμένο θρόνο στήν Ἀνατολή, τοῦ Κωνσταντι­νουπό­λεως, ἔστω καί στό πλαίσιο τῆς Πενταρχίας τῶν Πατριαρχῶν.

ζ) Δέν κατέστη δυνατόν νά γίνει ἀποδεκτό τό ἐπιχείρημα τῆς γνωστῆς  «ὁμάδας» τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, ὅτι, ἐπειδή ὑπάρχουν διαφορές ὡς πρός τίς λειτουργικές ἁρμοδιότητες τοῦ «πρώτου» σέ κάθε ἕνα ἀπό τά τρία ἐπίπεδα ἐκκλησιαστικότητας (τοπικό, περιφερειακό, παγκόσμιο), θά πρέπει νά ἀμφισβητηθεῖ καί ἡ ὕπαρξη «πρώτου» στό τοπικό καί στό παγκόσμιο ἐπίπεδο καί νά παραμείνει μόνο στό περιφερειακό.

η) Τέλος, εἶναι ἄξιο παρατήρησης ὅτι γιά νά φανεῖ δῆθεν ἡ διαφο­ρά μέ τό Κείμενο τῆς Ραβέννας προτάθηκαν καί υἱοθετήθηκαν ἐπικεφα­λίδες στά διάφορα κεφάλαια, μέ τίς ὁποῖες ὅμως ἐκφράζεται ἀκριβῶς τό ἴδιο περιεχόμενο πρός αὐτά τοῦ Κειμένου τῆς Ραβέννας.

Τό Κείμενο τοῦ Chieti εἶναι ἕνα Κείμενο τό ὁποῖο ὑπέγραψαν μετά τή Σύνοδο τῆς Κρήτης (Ἰούνιος 2016) οἱ τρεῖς ἀπό τίς τέσσερεις Ἐκκλησίες, οἱ ὁποῖες ἀπουσίαζαν στήν Κρήτη καί μέ τίς ἐπιφυλάξεις τῆς Ἐκκλησίας τῆς Γεωργίας, ἡ ὁποία συμμετέχει πλέον ὄχι μόνο στόν παρόντα Διάλογο ἀλλά καί στό Διάλογο μέ τούς Λουθηρανούς (!!!).

Στό Κείμενο τοῦ Chieti ἄν καί περιλαμβάνονται ἀρκετά θετικά σημεῖα ἐντούτοις εἶναι ἀσαφές, ἀποσπασματικό, θεολογικά ἐλλειμματι­κό μέ ἐλάχιστη ἐκκλησιολογική σημασία καί ἀξία στά περισσότερα σημεῖα του.

Τέλος ἡ ἴδια ἡ συνάντηση τοῦ Chieti προοιωνίζει ὅτι καί ὁ παρών Διάλογος εἰσέρχεται σέ μία νέα φάση στασιμότητας καί σέ μία περίοδο «παγετώ­νων».

ΣΤ.   Ἡ πρόταση ἀλλαγῆς τῆς θεματολογίας τοῦ Διαλόγου καί τό «διφυές» ἐκκλησιολογικό πρόβλημα (πρωτεῖο καί οὐνία). Μία λανθασμένη προσέγγιση καί ἕνα νέο ἀδιέξοδο

Στίς κατ’ ἰδίαν συναντήσεις τῶν Ὀρθοδόξων καί τῶν Ρωμαιοκαθο­λικῶν μελῶν τέθηκε καί τό θέμα τῆς μελλοντικῆς θεματολογίας τοῦ Διαλόγου.

Ἀπό τούς Ρωμαιοκαθολικούς προτάθηκε ὡς θέμα πρός συζήτηση «Πρωτεῖο καί Συνοδικότητα στήν τρίτη χιλιετία» μέ βάση τίς ἀπόψεις τῶν δύο τελευταίων παπῶν (Βενεδίκτου ΙΣΤ΄ καί Φραγκίσκου) περί τῆς συνο­δι­κότητας καί τῆς ἀξιοποίησής τους. Ἡ παροῦσα πρόταση δέν ἔχει τίποτε νά προσφέρει, ἀλλά ἐξυπηρετεῖ μόνο τήν ἀποδυνάμωση καί τόν ὑποβιβασμό τοῦ ὅλου θέματος, τή συνέχιση τοῦ διαλόγου «γιά νά συζη­τᾶ­με καί μόνο» καί τέλος τήν ἐνίσχυση καί ἑδραίωση τοῦ ρόλου τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν θεολόγων τῆς Μικτῆς Θεολογικῆς Ἐπιτροπῆς ἔναντι τῶν ἀντίστοιχων συντηρητικῶν κύκλων τῆς Ρωμαϊκῆς Κούριας (βλ. Παπική Ἐπιτροπή γιά τήν πίστη).

Τό θέμα ὅμως στή Διορθόδοξη Ἐπιτροπή ἦταν ἀρκετά περίπλοκο.

α) Ἤδη τόν Αὔγουστο τοῦ 2016 ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Βολοκολάμσκ κ. Ἰλαρίων διαβίβασε πρός τόν Μακαριώτατο Ἀρχιεπίσκο­πο Ἀθηνῶν κ. Ἱερώνυμο (04/446/1) «Δήλωση τῆς Ὑπηρεσίας Ἐπικοινω­νίας διά τοῦ Τμήματος Ἐξωτερικῶν Ἐκκλησιαστικῶν Σχέσεων τοῦ Πα­τριαρ­χείου Μόσχας», μέ τήν ὁποία πρότεινε ὡς ἄμεση ἀνάγκη τήν ἐπα­να­φορά τοῦ θέματος τῶν «κανονικῶν καί ποιμαντικῶν συνεπειῶν τῆς Οὐνίας» στό πλαίσιο τῆς ἑπόμενης Συνάντησης τῆς Ὁλομέλειας τῆς Μι­κτῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Θεολογικοῦ Διαλόγου, ἡ ὁποία προγραμ­ματί­σθηκε νά πραγματοποιηθεῖ ἀπό 15 ἕως 22 Σεπτεμβρίου 2016 στήν πόλη Chieti τῆς Ἰταλίας.

β) Τό θέμα συγκεκριμενοποίησε ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρωσίας καί στήν παραπάνω συνάντηση τῆς Διορθόδοξης Ἐπιτροπῆς, ὡς ἑξῆς: «Ἐκκλησιο­λογικαί καί κανονικαί συνέπειαι τῆς Οὐνίας ἐπί τῇ βάσει τῆς δευτέρας χιλιετίας», ὑποδεικνύοντας ὡς βάση κειμένου ἐργασίας αὐτό τό ὁποῖο καταρ­τίστηκε στό Ζαγκόρσκ τό ἔτος 1989.

Μέ τήν πρόταση αὐτή ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρωσίας προσπάθησε καί πάλιν, «κατά παγίαν τακτικήν», «νά κάνει ἐξαγωγή» τῶν ἐσωτερικῶν προβλημάτων της καί νά τά καταστήσει προβλήματα διορθόδοξα καί διεκκλησιαστικά. Στή συγκεκριμένη περίπτωση ἐπιδίωξη τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρωσίας εἶναι νά παρουσιάσει τό θέμα τῆς Οὐκρανίας ὡς πρόβλημα πρωτίστως διεκ­κλη­σιαστικό καί μέ τόν τρόπο αὐτό ἀφενός νά ἐπιτύχει μία πανορ­θόδοξη συμφωνία καί συνεργασία, ὡς ἀντίστασιν ἔναντι τῶν πολιτικῶν ἐπιδιώξεων τῆς Κυβέρνησης τῆς Οὐκρανίας, καί ἀφετέρου νά ἐπιτύχει τρόπους δέσμευσης καί συμμετοχῆς τῶν λοιπῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν ἀλλά καί τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν, στό ὅλο ζήτημα, ἀκόμη καί μέσα ἀπό τόν συγκεκριμένο Διάλογο.

Ὁ ὑποφαινόμενος, ὡς ἐκπρόσωπος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, κατέθεσε δύο προτάσεις ὡς πρός τήν μελλοντική θεματολογία.

Ὡς πρώτη πρόταση ἔθεσε τό θέμα : «Ὁ ρόλος καί τό λειτούργημα τοῦ πρώτου εἰς τά πλαίσια τῆς Συνοδικότητος κατά τήν πρώτην χιλιετίαν», μέ ἰδιαίτερη προβληματική στό «εἶδος» τοῦ πρωτείου (διακονίας, ἐξουσίας, τιμῆς, ἰσότητος, ὑπερο­χῆς), στίς ἁρμοδιότητες καί στά δίκαια τοῦ «πρώτου» ὡς προέδρου τῆς συνόδου, ἀλλά καί στίς δικαιοδοσίες τοῦ «πρώτου» καί τῆς συνόδου στίς κατά τόπους Ἐκκλησίες, μέ ἰδιαίτερη ἀναφορά στή «παράλληλον δικαιο­δο­σίαν».

Θεωρῶ ὅτι ἡ παροῦσα προσέγγιση θά ὁδηγοῦσε τούς Ρωμαιοκα­θολικούς, σέ ἀδιέξοδο ὄχι μόνο ὡς πρός τήν λειτουργία καί τήν ἀντίληψη περί παγκοσμίου «πρωτείου» ἀλλά καί ὡς πρός τήν ἐπιδίωξή τους γιά ἵδρυση οὐνιτικῶν κοινοτήτων στό χῶρο τῆς Ἀνατολῆς.

Ὡς δεύτερη πρόταση ἔθεσε τό θέμα : «Ὁ ρόλος τοῦ ἐπισκόπου Ρώμης εἰς τήν πρώτην χιλιετίαν» (τό ἀρχικό κείμενο τῆς Βιέννης). Ἡ παροῦσα πρόταση κατατέθηκε ἐπειδή ἡ ἐξέταση τοῦ θέματος τοῦ ρόλου τοῦ ἐπισκόπου Ρώμης στή δεύτερη χιλιε­τία εἶναι ἀρκετά προβληματική, πρώτιστα γιά τούς Ὀρθοδόξους, ἐξαι­τίας τῆς μή πλήρους γνώσης τῆς λατινικῆς γλώσσας καί δή τῆς μεσαιω­νι­κῆς, ὡς πρός τήν διευκρίνιση τῶν λατινικῶν πηγῶν, ἐνῶ εἶναι ἐξίσου ἄγνωστα καί τά ἰδιαίτερα προ­βλήματα τῆς ἱστορίας τῆς Δυτικῆς Ἐκκλησίας, ἐξαιτίας τῆς πλήρους ἀποξένωσης Δύσης καί Ἀνατολῆς καί τῆς διαμόρφωσης δύο πλέον διαφορετικῶν καί παράλληλων παραδόσεων.

Ἐπιπλέον μέ αὐτές τίς «ἀδυναμίες» διατρέχουμε τόν κίνδυνον νά βρισκόμαστε συχνά – πυκνά ἐνώπιον προτάσεων καί θέσεων ἀπό μέ­ρους τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν συνομιλητῶν, καί νά μήν ἔχουμε ἐπιχειρή­μα­τα ἀντιλόγου ἤ διαλόγου καί νά μεταπέσουμε στό ἐπίπεδο τοῦ μονολόγου.

Ἐπίσης ἡ ὕπαρξη τῆς ἀντιρρητικῆς μεθόδου, μέ τήν ὁποίαν χαρα­κτη­ρίζονται οἱ σχέσεις στή δεύτερη χιλιετία, κατά τή βυζαντινή καί με­τα­βυζαντινή περίοδο, ὁδήγησαν σέ ἀποτυχία, γεγονός τό ὁποῖο ἐπιβε­βαιώνει καί ἡ ἱστορία ὅλων τῶν ἑνωτικῶν προσπαθειῶν ἀπό τοῦ σχίσματος (1054 μ.Χ.) κ.ἑξ.

Τέλος, τό πρόβλημα τῆς οὐνίας θεωρῶ ὅτι σχετίζεται ἄμεσα μέ τό θέμα κατανόησης τῆς λειτουργίας τοῦ «πρωτείου» τοῦ ἐπισκόπου Ρώμης στήν Παγκόσμια Ἐκκλησία καί δέν τίθεται ἁπλᾶ ὡς ζήτημα καταδίκης τῆς οὐνίας, ἀφοῦ τόσο ὡς μοντέλο ἐκκλησιαστικῆς ἕνωσης, ὅσο καί ὡς μέθοδος κατεδικάσθη πλήρως μέ τό Κείμενο τοῦ Freising (1990), ἐνῶ «ἀποδεικνύει τή μεγάλη σημασία τῆς ἱστορικῆς αὐτῆς ἀποφάσεως».[16]

Ἐπιπλέον, ἄν καί στό κείμενο τῆς Ariccia, ἡ οὐνία ἀπορρίπτεται ὡς μέθοδος καί μοντέλο ἕνωσης, χαρακτηρίζεται ὡς «ἐκκλησιολογική ἀνωμαλία», θεωρεῖται ὡς μή ἀποδεκτή ἀπό μέρους τῶν Ὀρθοδόξων καί   ἐπισημαίνεται ἡ προσηλυτιστική δράση τῶν οὐνιτῶν (§4), ἐντούτοις τό ὅλο θέμα δέν ἔχει λυθεῖ καί οἱ οὐνιτικές κοινότητες ἀπαιτεῖται νά καθο­ρίσουν τήν ἐκκλησιολογική τους ταυτότητα μέ βάση τήν αὐτοσυνειδησία τους καί μάλιστα μέ κριτήρια ἐκκλησιολογικά καί θεολογικά[17] καί ὄχι ἐκκλη­σιαστικῆς διπλωματίας, γιατί οἱ συγκεκριμένες κοινότητες ἄλλως θά βρίσκονται συνεχῶς μετέωρες, καθότι παραμένουν σέ ἕνα συνεχές καί ἄλυτον σχίσμα, τό ὁποῖο τελικά τίς ὁδηγεῖ σέ ἐκκλησιολογική αἵρεση.

Μέ αὐτή τήν προβληματική, θεωρῶ ὅτι ἡ πρόταση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδας περί θεώρησης τοῦ θέματος τῆς οὐνίας, στό πλαίσιο τῆς ἐκκλησιολογικῆς προσέγγισης τοῦ «πρωτείου» καί τῆς συνοδικότητος, τυγχάνει οὐσιαστική, γιατί ἀντιμετωπίζει τό ὅλο πρόβλημα ὑπό τό φῶς τῶν θεολογικῶν, κανονικῶν καί ἐκκλησιολογικῶν κριτηρίων καί ὄχι  ἁπλά τῆς ἐκκλησιαστικῆς πολιτικῆς καί διπλωματίας. Ἡ ἐπιθυμία ἄλλωστε ὁρισμένων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν γιά συζήτηση τοῦ ὑπαρκτοῦ θέματος τῆς οὐνίας ἐγκαταλείποντας τό ὑπό συζήτηση θέμα τοῦ «πρω­τείου», στό συγκεκριμένο Διάλογο, χωρίς τόν ἀπόλυτα σαφῆ προσδιο­ρισμό τοῦ ρόλου τοῦ ἐπισκόπου τῆς Ρώμης στό πλαίσιο τῆς Πενταρχίας τῶν Πατριαρχῶν καί σέ σχέση πρός τήν Ἀνατολή ἤ τίς θεωρήσεις περί «πρωτείου» καί συνοδικότητας στή β΄ ἤ καί γ΄ χιλιετία, δέν μπορεῖ νά θεωρηθεῖ ὡς ὁλοκλήρωση τοῦ συγκεκριμένου Διαλόγου παρά τά θετικά σημεῖα τῶν Κειμένων τῆς Ραβέννας (2007) καί τοῦ Chieti (2016). Ἡ ἐξέταση λοιπόν τοῦ θέματος τῆς οὐνίας στό πλαίσιο διερεύνησης τοῦ ρόλου καί τῆς θέσεως τοῦ ἐπισκόπου Ρώμης στήν πρώτη χιλιετία ἀποτελεῖ τήν πλέον καί ἀποκλειστικῶς λυσιτελῆ πρόταση, γιατί :

α) Ἡ θεώρηση της ὑπό τό φῶς τῶν «δικαιοδοσιῶν» τοῦ «πρώτου» εἶναι ἕνα ζήτημα πού σχετίζεται ἄμεσα μέ τό «πρωτεῖο» καί εἰδικότερα τοῦ ἐπισκόπου Ρώμης σέ Δύση καί Ἀνατολή, ἐάν ὑπάρχει τέτοιο «πρωτεῖο» βέβαια.

β) Ὁ ὅρος «δικαιοδοσία» δέν ὑφίσταται μέν ὡς ἔννοια στήν πρώτη χιλιετία, ἀλλά κατά περιεχόμενο διατυπώνεται καί μάλιστα ὡς ἔκφραση κανονικῆς ἐξουσίας.

γ) Ὁ ὅρος «δικαιοδοσία» προσδιορίζεται μέσα ἀπό γεγονότα καί πρά­ξεις, ὡς προνόμιο, ὡς δίκαιο, ὡς πρεσβεῖα καί κῦρος, γι’ αὐτό καί τονίσθηκε ἀπό πολλούς ἐκπροσώπους ὅτι εἶναι ἀναγκαῖο νά ἀσχοληθοῦμε μέ τήν ἔννοια καί τό περιεχόμενο τοῦ ὅρου «δικαιοδοσία» σέ ἀναφορά πρός τόν ἐπίσκοπον Ρώμης κατά τήν πρώτη χιλιετία, ἄποψη τήν ὁποία πρότεινε ὁ ὁμιλῶν, ἤδη κατά τήν συνάντηση τῆς Ρώμης (2015), τέλος

δ) Μία τοιούτου εἴδους θεώρηση τῆς «δικαιοδοσίας» ἀπαιτεῖ πρώτιστα :

  1. i) Τήν ἐξέταση τοῦ θέματος τῶν «δικαιοδοσιῶν» στό πλαίσιο τῆς Πενταρχίας καί ὅπως περιγράφονται ἀφενός στήν Ἐγκύκλιο Ἐπιστολή τοῦ ἱεροῦ Φωτίου «Πρός τούς Πατριάρχας τῆς Ἀνατολῆς» καί ἀφετέρου στήν ἱεροκανονική παράδοση τῆς ὀρθόδοξης ἐκκλησιολογίας.
  2. ii) Τήν ὁριοθέτηση τῆς σχέσης «πρωτείου» καί «δικαιοδοσίας».

iii) Τόν καθορισμό περί τοῦ «εἴδους» τοῦ πρωτείου γιά τό ὁποῖο ὁμιλοῦμε καί ὡς πρός τόν δικαιοδοσιακό του ρόλο, καί

iiii) Τήν ἀπόρριψη κάθε ἀντίληψης «παράλληλης δικαιο­δοσίας».

Τό ζήτημα τελικά γιά τήν μελλοντική θεματολογία τοῦ Διαλόγου ἐτέθη σέ ψηφοφορία μεταξύ τῶν Ὀρθοδόξων καί πλειοδοτήθηκε ἡ πρόταση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρωσίας.

Τήν πρόταση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ψήφισε τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, ἡ Ἐκκλησία τῆς Κύπρου, ἡ Ἐκκλησία τῆς Πολωνίας καί ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἀλβανίας.

Κατά τίς συζητήσεις στήν Ὁλομέλεια τῆς Μικτῆς Θεολογικῆς Ἐπι­τροπῆς δέν ἐπῆλθε τελικά συμφωνία γι’ αὐτό καί ἡ Συντονιστική Ἐπιτροπή, ἡ ὁποία συνῆλθε ἀπό 5 ἕως 9 Σεπτεμβρίου ἐ.ἔ. συζήτησε καί πάλι τό θέμα καί ἀποφάσισε νά εἰσηγηθεῖ στήν Διορθόδοξη Ἐπιτροπή καί στήν Ὁλομέλεια πρός ἔγκριση δύο θέματα :

α) «Πρός τήν ἑνότητα τῆς πίστεως : Θεολογικά καί Κανονικά Θέματα», καί

β) «Πρωτεῖο καί Συνοδικότητα στή δεύτερη Χιλιετία καί σήμερα», τά ὁποῖα θά ἐξετασθοῦν παράλληλα ἀπό δύο Συντακτικές Ἐπιτροπές.

Στό σημεῖο αὐτό εἶναι ἀναγκαῖο νά ὑπομνήσω ὅτι ἡ Ἱερά Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, κατόπιν  τῆς Εἰσηγητικῆς Ἔκθεσης τοῦ ὁμιλοῦντος, ἔλαβε ἀπόφαση (3104/1690/30-8-2017) νά εἰσηγηθεῖ ὡς θέμα :  «Ὁ ρόλος καί τό λειτούργημα τοῦ Πρώτου εἰς τό πλαίσιον τῆς Συνοδικότητος κατά τήν α΄ χιλιετίαν», ἐπειδή θεώρησε ὅτι τό ζήτημα τῆς ἐξέτασης τοῦ «πρωτείου» σέ σχέση πρός τήν συνοδικότητα κατά τήν πρώτη χιλιετία τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας δέν ἔχει ἐξαντληθεῖ, οὔτε ἔχουν ἐξετασθεῖ καί οἱ ἰδιαίτερες πτυχές τοῦ ὅλου θέματος, ὅπως δηλαδή : Γιά ποιό εἶδος «πρωτείου» ὁμιλοῦμε (πρωτεῖο ἐξουσίας, τιμῆς, δικαιοδοσίας); Ποιές εἶναι οἱ ἁρμοδιότητες τοῦ «πρώτου» ὡς προέδρου τῆς συνόδου καί σέ ἀναφορά πρός τίς Τοπικές Ἐκκλησίες ; Ποιές εἶναι οἱ «δικαιοδοσίες» τοῦ «πρώτου» καί τῆς συνόδου ; Ὑφίσταται «παράλληλη δικαιοδοσία» μεταξύ τῶν Ἐκκλησιῶν καί σέ ἀναφορά πρός τίς Τοπικές Ἐκκλησίες ;

Τήν πρόταση δυστυχῶς τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος τόσο στήν Διορθόδοξη Συνάντηση ὅσο καί στήν Μικτή Συντονιστική Ἐπιτροπή υἱοθέτησε μόνον ὁ ἐκπρόσωπος τοῦ Πατριαρχείου Ἱεροσολύμων (Καθηγ. Θεόδωρος Γιάγκου) ἐνῶ οἱ λοιποί ἐκπρόσωποι ἐψήφισαν τίς δύο παραπάνω προτάσεις ὡς τή μελλοντική θεματολογία τοῦ Διαλόγου.

Τά θέματα θά τεθοῦν καί πάλι πρός συζήτηση στήν Διορθόδοξη Ἐπιτροπή, ἡ ὁποία θά συγκληθεῖ τούς πρώτους μῆνες τοῦ ἔτους 2018 καί ἀπό τήν Ὁλομάλεια τῆς Μικτῆς Θεολογικῆς Ἐπιτροπῆς ἡ ὁποία θά πραγματοποιηθεῖ τό δεύτερο ἑξάμηνο τοῦ ἴδιου ἔτους.

Ἡ πρόταση δύο πλέον θεμάτων καί ὄχι ἑνός ὅπως ἴσχυε μέχρι πρό τινος, κατόπιν ἐπίμονης πίεσης τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρωσίας καί συγκατάθεσης τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν Μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς, συνεπάγεται τήν ἀλλαγή τῆς μεθοδολογίας τοῦ Διαλόγου, προοιωνίζει δέ τό «ναυάγιο» τῶν συνομιλιῶν, γιατί ἡ παροῦσα διπλή θεματολογία ἐξυπηρετεῖ τίς ἐπικοινωνιακές ἐπιδιώξεις τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρωσίας καί τήν ἀπαίτησή της γιά συζήτηση τοῦ θέματος τῆς οὐνίας ἀλλά καί τίς ἀποπροσανατολιστικές μεθοδεύσεις τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν Μελῶν, ὄχι ὅμως τόν πραγματικό καί οὐσιαστικό σκοπό τοῦ Διαλόγου.

Ζ. Ἡ ἀξιοποίηση τῶν κοινῶν Κειμένων μεταξύ Ὀρθοδόξων καί Ρωμαιοκαθολικῶν καί ἡ μελλοντική πορεία τοῦ Θεολογικοῦ Διαλόγου.

Ἡ θετική ἀξιολόγηση τῶν κοινῶν Θεολογικῶν Κειμένων καί ἡ συμβολή τοῦ συγκεκριμένου Θεολογικοῦ Διαλόγου πρός ἐπίτευξη τῶν ἀρχικῶν σκοπῶν ἐπιβεβαιώνεται ἀπό αὐτό τό περιεχόμενο τῶν κοινῶν Θεολογικῶν Κειμένων, στά ὁποῖα πέραν ἀπό τήν ὑπάρ­χουσα προβληματική ὡς πρός τήν ἐκκλησιαστική τους ἀποδοχή[18] δέν μπορεῖ νά μήν ἀναγνωριστεῖ ὅτι ἀποτελοῦν μία πραγματική συνεισφο­ρά στήν ὅλη πορεία καί στά ὅσα θετικά ἀποτελέσματα ἐπιτεύχθηκαν μέχρι σήμερα μέ τόν συγκεκριμένο Θεολογικό Διάλογο.

Γιά τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ὁ διάλογος εἶναι πάντοτε τό sine qua non, ὄχι μόνο γιατί, ὅπως ἀναφέρει καί ὁ ἅγιος Μάρκος ὁ Εὐγενικός, «ὅτε διίστανταί τινες ἀλλήλων καί οὐ χωροῦσι πρός λόγους, δοκεῖ μείζων εἶναι καί ἡ μεταξύ τούτων διαφορά· ὅτε δ’ εἰς λόγους συνέλθωσι καί ἑκάτερον μέρος νουνεχῶς ἀκροάσηται τά παρ’ ἑκατέρου λεγόμενα, εὑρίσκεται πολλάκις ὀλίγη ἡ τούτων διαφορά»,[19] ἀλλά κυρίως γιατί ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἔχουσα συνείδηση ὅτι εἶναι ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία συμμετέχει σέ κάθε Θεολογικό Διάλογο προκειμένου νά προσφέρει τήν Ἀλήθεια, τήν ὁποία κατέχει καί ὄχι γιά νά προσλάβει τήν Ἀλήθεια. Προσφέροντας τήν Ἀλήθεια ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἑδραιώνει ἀφενός τήν  αὐτοσυνει­δησία της καί ἀφετέρου ἐπιβεβαιώνει τήν σωτηριολογική της προοπτική. Ὁ θεολογικός διάλογος δέν εἶναι ἕνα σύγχρονο ἐφεύρημα στή ζωή τῆς Ἐκκλη­σίας ἀλλά ἀποτελεῖ μία ἀρχαία πρακτική. Δέν μπορεῖς ἐπίσης νά εἶσαι Ὀρθόδοξος καί νά μήν διαλέγεσαι. Ὁ διάλογος μέ σκοπό τήν ἀνάδειξη τῆς Ἀλήθειας καί ἡ ἐπιθυμία γιά ἐπίτευξη τῆς ἑνότητας εἶναι χαρακτηριστικά τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας. Ποτέ ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δέν κρύβει «ἐν ὀστρακίνοις σκεύεσι» τόν θησαυρό τῆς πίστης τόν ὁποῖο κατέχει.

Μέσω τοῦ διαλόγου παρέχεται ἡ εὐκαιρία στούς ἑτεροδόξους νά γνωρί­σουν καί νά ἀναγνωρίσουν τήν αὐθεντικότητα τῆς πατερικῆς παράδο­σης καί τήν ἀξία τῆς πατερικῆς διδασκαλίας, τή λειτουργική ἐμπειρία καί τήν πίστη τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας.

Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἔχουσα συνείδηση, ὅτι ἐκφράζει τή ζῶσα παρουσία τοῦ Θεοῦ στό κόσμο καί ὅτι ἀποτελεῖ τήν κιβωτό σωτηρίας τοῦ κόσμου, δέν ἐπιδιώκει διαλεγομένη μέ τούς ἑτεροδόξους ἕναν θεολο­γικό μινιμαλισμό, οὔτε ἀθετεῖ ποτέ τήν δογματική της διδασκαλία καί παράδοση. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μέσα ἀπό τόν διάλογο ὁριοθετεῖται ἀπό κάθε τι τό ξένο, τό ἀλλοιωμένο, τό ἀλλοτριωμένο καί τό μερικό (αὐτή τή μερικότητα ἐκφράζει κάθε αἵρεση) καί συγχρόνως ἀναδεικνύει τήν πληρότητα τῆς πίστης πού ἐκφράζει, γιατί Αὐτή καί μόνο κατέχει τό ὅλον, τό καθολικό καί γι’αὐτό εἶναι καί Καθολική Ἐκκλησία.

Ἡ ἀλληλοπεριχωρούμενη αὐτή σχέση καθολικότητας καί ὀρθοδοξίας, ἐπιβεβαιώνει ὅτι ἡ ὀρθοδοξία ἤ εἶναι καθολική ἤ δέν εἶναι ὀρθοδοξία ἐνῶ ὅπου ὑπάρχει ἡ Ὀρθοδοξία ἐκεῖ ὑπάρχει καί ἡ Ἐκκλησία καί ὅπου ὑπάρχει ἡ Ἐκκλησία ἐκεῖ ὑπάρχει καί ἡ Ὀρθοδοξία.

Τέλος, ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δέν ἀποδέχεται ὅτι εἶναι μία ἄλλη παράλληλη πραγματικότητα πρός ἄλλους μερικῶς σχετικοποιημένους σχηματισμούς ἤ ὁμάδες μέσα στήν ἱστορία μέ τούς ὁποίους διαλέγεται ἀλλά ἐπειδή κατέχει τό ὅλον τό προσφέρει διαλεκτικά καί στούς ἄλλους, τούς ἑτερόδοξους.

Ἐπιπλέον καί ἀνεξάρτητα ἀπό τήν πορεία καί τήν ἐξέλιξη τοῦ συγκεκριμένου Θεολογικοῦ Διαλόγου θά πρέπει νά ἔχουμε πάντοτε ὑπό­ψη μας, ὅτι οἱ ὑπάρχουσες διαφορές δέν μποροῦν νά λυθοῦν ἔξω ἀπό τό πλαίσιο τοῦ διαλόγου, ἀφοῦ ἀποτελεῖ τό μοναδικό καί πρόσφορο μέ­σο γιά τήν ἐπίλυσή τους. Αὐτό ἀποδεικνύει ἡ ἴδια ἡ ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας.

Ὁλόκληρη λοιπόν ἡ ἐκκλησιολογική προβληματική τῶν κοινῶν Θεολογικῶν Κειμένων τοῦ Μονάχου (1982), τοῦ Bari (1987), τοῦ Νέου Βαλάμου (1988), τῆς Ραβέννας (2007) καί τοῦ Chieti (2016) ἔθεσε τίς σταθερές βάσεις γιά νά ἐξεταστεῖ τό κατεξοχήν ἐκκλησιολογικό ζήτημα, ὁ ρόλος δηλαδή τοῦ ἐπισκόπου Ρώμης στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας, μέ βάση τίς ἀρχές καί τίς προϋποθέσεις τῆς Ἀρχαίας Ἐκκλησίας καί τήν κοινή παράδοση, σύμφωνα μέ τήν ὁποία ὁ ἐπίσκοπος Ρώμης δέν ἦταν ὁ μόνος καί ἀποκλειστικός «πρῶτος» στή ζωή τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά ὁ primus inter pares μεταξύ τῶν λοιπῶν Πατριαρχῶν ἐνῶ τό «πρωτεῖο» του ἦταν πάντοτε «πρωτεῖο τιμῆς» (honoris) καί οὐδέποτε ἐξουσίας ἤ θείου δικαίου, ὡς jure divino, καί πάντοτε σέ σχέση καί ἐντός τῆς συνοδικότητας.

Ἐπιπλέον, ἡ μέχρι σήμερα συζήτηση στό συγκεκριμένο ζήτημα, μέ βάση τίς παραπάνω ἐκκλησιολογικές ἀρχές, ἐπιβεβαίωσε ὅτι ὁ ἐπίσκο­πος Ρώμης ἦταν ἐπίσκοπος μιᾶς Τοπικῆς Ἐκκλησίας καί ὄχι τῆς Καθολικῆς-Παγκό­σμιας Ἐκκλησίας, ἡ δέ ὁποιαδήποτε αὐθεντία ἤ ἐξουσία του δέν ὑπῆρχε οὔτε ἀσκεῖτο ἐρήμην τῆς συνόδου τῶν Ἐπισκό­πων, ἔστω καί ἄν ἦταν «πρῶτος» σ’ αὐτήν, ἀφοῦ ὁ 34ος Ἀποστολικός Κανόνας πάντοτε ἐφηρμόζετο.

Τέλος, στό πλαίσιο τοῦ παρόντος Διαλόγου καί ἐξαιτίας τῆς συγκεκριμένης θεματολογίας δέν συζητοῦνται πλέον μόνο τά σημεῖα πού ἑνώνουν τίς δύο διαλεγόμενες παραδόσεις ἀλλά ἤδη, μέ ἀργά καί σταθερά βήματα, προχωροῦμε καί στή συζήτηση καί ἐξέταση καί τῶν ὑφιστάμενων διαφορῶν.

Ὁ συγκεκριμένος Θεολογικός Διάλογος συνέβαλε ἀποφασιστικά ὥστε νά ἀναδειχθοῦν καί νά καταστοῦν ἀποδεκτά ἀπό μέρους τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν ἀρκετά σημεῖα ἀπό τήν ἐκκλησιολογία τῆς Ἀρχαίας Ἐκκλησίας τά ὁποῖα διεφύλαξε, ἀνέδειξε καί προσέφερε ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μέσα ἀπό αὐτόν τόν Διάλογο.Μερικά ἀπό τά σημεῖα αὐτά εἶναι, ἡ  ἀπομάκρυνση ἀπό κάθε ἀντίληψη ἱδρυματικῆς καί θεσμικῆς ἀντίληψης περί  Ἐκκλησίας, ἡ υἱοθέτηση τοῦ μυστηριακοῦ καί χαρισματικοῦ χαρακτήρα τῆς Ἐκκλησίας, ἡ εὐχαριστιακή κατανόηση λειτουργίας τῆς ἴδιας τῆς δομῆς Της, ἡ ἀποϊδεολογοποίηση τῆς πίστης, ἡ ἐκκλησιαστική ἐφαρμογή της καί ἡ σωτηριολογική της προοπτική, ἡ σχέση κοινωνίας καί ἑνότητας μεταξύ τῶν Τοπικῶν Ἐκκλησιῶν ὡς ἔκφραση τῆς Καθολικότητας, ἡ ἐκκλησιαστική ἑνότητα στό πρόσωπο τοῦ ἐπισκόπου καί στό μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας, μέ βάση τήν ἑνότητα καί κοινωνία στήν πίστη, ἡ κοινωνία στήν πίστη, ὡς προϋπόθεση γιά τήν «κοινωνίαν ἐν τοῖς μυστηρίοις», ἡ σχέση «πρωτείου» καί συνοδικότητας στά πλαίσια τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας καί ἡ θεώρηση τῆς αὐθεντίας ὡς διακονίας καί ὄχι ὡς ἐξουσίας στά πλαίσια αὐτῆς τῆς ἴδιας τῆς κοινωνίας.

Δυστυχῶς ὅμως τό θετικό αὐτό ἔργο σκιάζεται ἤ μᾶλλον ἐγκλωβίζεται στά ἀκανθώδη καί δυσεπίλυτα προβλήματα τῆς ἐκκλησια­στικῆς πολιτικῆς καί διπλωματίας, ἡ ὁποία φαίνεται ὅτι ἀποδυνα­μώ­νει ὅλες τίς παραπάνω σταθερές θεολογικές βάσεις ἀντιμετώπισης τῶν πραγματικῶν ἐκκλησιολογικῶν προβλημάτων, ἀποπροσανατολίζοντας τόν Θεολογικό Διάλογο ἀπό τήν ἀρχική στοχοθεσία του καί δημιουργῶντας ἀφετέρου σύννεφα ἤ καί «παγετῶνες» στήν περαιτέρω πορεία του.

Τό ἀδιέκβατο ὡς πρός τήν μελλοντική θεματολογία καί μεθοδολο­γία τοῦ παρόντος Θεολογικοῦ Διαλόγου, κατά τήν συγκεκριμένη τέταρτη φάση του, καί ἀνε­ξάρ­τητα ἀπό τά συμφωνηθέντα καί ὑπογεγραμμένα στά «Μνημόνια» μεταξύ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρ­χείου καί τῶν λοιπῶν Αὐτοκέφαλων καί Αὐτόνομων Ἐκκλησιῶν,[20] θεωρῶ ὅτι ἀποτελεῖ τήν ἀπαρχή μιᾶς νέας περιόδου ἀκαρπίας, γιά τόν παρόντα Θεολογικό Διάλογο, ὅπως συνέβη καί μέ ἄλλους Θεολογικούς Διαλόγους (Ἀγγλικανῶν, Λουθηριανῶν, Παλαιοκαθο­λι­κῶν, Ἀντιχαλκη­δονίων), γεγονός τό ὁποῖο ἐξυπηρετεῖ μέν, στή συγκεκριμένη δύσκολη καί ἀνυπέρβλητη φάση τοῦ Διαλόγου, τούς Ρωμαιοκαθολικούς συνομιλητές μας, ὡς πρός τό θέμα τοῦ «πρωτείου» τοῦ ἐπισκόπου Ρώμης καί μάλιστα ὡς πρός τίς «δικαιοδοσίες» του, συγχρόνως ὅμως καί ὁρισμένες ἀπό τίς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες, οἱ ὁποῖες θεωροῦν ὅτι ἡ ὕπαρξη ἑνός «βελούδι­νου» Διαλόγου ἀπό μία διακοπή του θά ἦταν πολλαπλῶς χρήσιμη γι’ Αὐτές, μέ σκοπό τήν ἀνάπτυξη καί ἐνίσχυση τῶν δικῶν τους διμερῶν σχέσεων.

Ἡ ἀξιολόγηση αὐτή ἐπιβεβαιώνεται καί ἀπό τήν θεματολογία ἀλλά καί ἀπό τήν μεθοδολογία πού υἱοθετήθηκε στή Συνάντηση τῆς Λέρου (Σεπτέμβριος 2017).

α) Ὁ συγκεκριμένος Διάλογος διέρχεται μία  «κρίση ταυτότητας». Ἐάν θά συνεχίσει δηλαδή νά εἶναι Θεολογικός Διάλογος μεταξύ Ἐκκλησιῶν ἤ θά μετεξελιχθεῖ σέ ἀκαδημαϊκό διάλογο, ὅπως καί πολλοί ἄλλοι. β)  Ὁ κατάλογος τῶν θεμάτων πού θά πρέπει νά συμπεριληφθοῦν στό κείμενο μέ τίτλο : «Πρός τήν ἑνότητα τῆς πίστεως : Θεολογικά καί Κανονικά Θέματα», θά ὁδηγήσει σέ ἀδιέξοδο τίς συζητήσεις.

γ) Ἡ θεματολογία τοῦ δευτέρου κειμένου, μέ τίτλο :  «Πρωτεῖο καί Συνοδικότητα στή δεύτερη χιλιετία;καί σήμερα» εἶναι ἀλυσιτελής καί ἀτελέσφορη γιατί δέν ὑπάρχει ἡ κοινή παράδοση τῆς Ἀρχαίας Ἐκκλη­σίας, ὡς βάση συζήτησης καί διαλόγου οὔτε καί οἱ ἐκκλησιολογικές προϋποθέσεις γιά μία τέτοια συζήτηση.

δ)  Τό θέμα τῆς οὐνίας χωρίς τήν ἐκκλησιολογική ἀντιμετώπισή του θά συνεχίζει νά παραμένει ἄλυτο ὡς ἕνα  ἐκκλησιολογικό μόρφωμα καί μία «ἐκκλησιαστική ἀνωμαλία»,  καί μόνο ὡς ἐπικοινωνιακό τεκμήριο θά προβάλλεται στήν ἐπικαιρότητα.

Μακαριώτατε,

Πρό ἑνός τοιούτου ἀδιεξόδου θεωρῶ ὅτι εἶναι ἀπαραίτητη μία    ἐπα­ν­­αξιολόγηση τῆς πορείας τοῦ συγκεκριμένου Θεολογικοῦ Διαλόγου, μέ εἰλικρίνεια καί μέ ἐπιδίωξη τήν «ὑπέρ τῆς ἀληθείας» διακονία καί ὄχι τήν «κατά τῆς ἀληθείας» (Β΄ Κορ. 13, 8) συνέχιση τοῦ παρόντος Διαλόγου.

Ἡ ἐφαρμογή τῆς ἀπόφασης τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας,[21] σχετικά μέ τήν διαδικασία ἐπαναξιολόγησης καί ἐπανεκτίμησης τῶν μέχρι σήμερα ἀποτελε­σμάτων του καί τῆς μελλοντικῆς του πορείας θά ἦταν χρήσιμη, ὥστε νά προληφθοῦν τά ἀδιέξοδα καί νά συνεχίσουμε τόν παρόν­τα Θεολογικό Διάλογο «ἐν ἀγάπῃ καί ἀληθείᾳ».

Σᾶς εὐχαριστῶ γιά τή προσοχή σας καί τήν ὑπομονή σας.

Καλαμάτα 20 Φεβρουαρίου 2017

*Εἰσήγηση στή Συνεδρία τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, τῆς 5ης Ὀκτωβρίου 2017 (ἀριθ. πρωτ. 3307/1423/4-7-2017), κατόπιν ἀποφάσεως τῆς Δ.Ι.Σ. (ἀριθμ. πρωτ. 3021/1313/19-6-2017).

[1] Βιβλιογραφική ἀναφορά γιά τόν σκοπό καί τίς προοπτικές τοῦ συγκεκριμένου Διαλόγου βλέπε ἀναλυτικότερα Χρυσοστόμου – Γερασίμου, Ζαφείρη (Μητροπολίτη Περιστερίου), «Ὀρθοδοξία καί Ρωμαιοκαθολικισμός. Ὁ ἀρξάμενος Θεολογικός Διάλογος. Γεγονότα καί σκέψεις», ΘΕΟΛΟΓΙΑ 53 (1982), 63-90, 430-459, 587-611, 850-893, Γ. Μαρτζέλου, Ὀρθοδοξία καί σύγχρονοι διάλογοι, Θεσσαλονίκη 2008, σελ. 193-321.

[2] Βλ. Ἰωάν. Καρμίρη, «Ἡ Γ΄ Πανορθόδοξος Διάσκεψις τῆς Ρόδου», ΕΚΚΛΗΣΙΑ 41 (1964), 635.

[3] «Ἡ ἐν Ρόδῳ Πανορθόδοξος Σύσκεψις», ΕΚΚΛΗΣΙΑ 40 (1963), 517.

[4] Βλ. Ἰωάν. Καρμίρη, «Ἡ Ε΄ (sic) Πανορθόδοξος Διάσκεψις», ΕΚΚΛΗΣΙΑ 45 (1968), 408.

[5] Βλ. Χρυσοστόμου – Γερασίμου Ζαφείρη (Μητροπολίτου Περιστερίου), Ἔνθ’ ἀνωτ., 431 κ.ἑξ. Γ. Μαρτζέλου – P. Hofrichter, Ὁ ἐπίσημος θεολογικός διάλογος Ὀρθόδοξης καί Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας, Σειρά «Οἰκουμένη», τεῦχ. 3 (ἐκδ. Παρατηρητής), Θεσσαλονίκη 1998, σελ. 55 κ.ἑξ. Γρ. Λιάντα, Διορθόδοξος Διακονία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος καί ἡ συμβολή τῶν δύο Ἐκκλησιῶν στούς διμερεῖς θεολογικούς διαλόγους μέ τή Ρωμαιοκαθολική Ἐκκλησία καί τήν Ἐκκλησία τῶν Παλαιοκαθολικῶν, (Διδακτορική Διατριβή), Ἐκδ. Κορνηλία Σφακιανάκη, Θεσσαλονίκη 2005, σελ. 147 κ.ἑ.

[6] Γιά τίς ἐπιφυλάξεις καί τίς σχετικές συζητήσεις, βλ. Χρυσοστόμου – Γερασίμου Ζαφείρη (Μητροπολίτη Περιστερίου), Ἔνθ’ ἀνωτ., 589 κ.ἑξ. Γρ. Λιάντα, Ἐνθ’ ἀνωτ., σελ. 149 κ.ἑξ.

[7] Πρβλ. Χρυσοστόμου – Γερασίμου Ζαφείρη (Μητροπολίτη Περιστερίου), Ἔνθ’ ἀνωτ., 442 κ.ἑξ.

[8] Ἔνθ’ ἀνωτ., 445 κ.ἑξ.

[9] Γ. Γαλίτη, «Μία θεολογική ἀποτίμηση τοῦ κειμένου τοῦ Μονάχου», Σύναξη 11 (1984), 34-40. G. Mantzaridis, «Betractungen über den Text von München», Les dialogues œcuméniques hier et aujourdhui (Les études théologiques de Chambésy 5), Chambésy 1985, σελ. 253 ἑξ.

[10] Πρβλ. Γ. Μαρτζέλου, Ἐνθ’ ἀνωτ., σελ. 206-207.

[11] Πρβλ. Ἰω. Παναγόπουλου, «Ὁ θεολογικός διάλογος τῶν Ἐκκλησιῶν Ὀρθοδόξου καί Ρωμαιοκαθολικῆς. Κριτική ἐκτίμηση τῶν ἐπισήμων κειμένων του», Ἐπιστημονική Παρουσία Ἑστίας Θεολόγων Χάλκης, τόμ. Γ΄, Ἀθήνα 1994, σελ. 523. Γ. Μαρτζέλου, Ἐνθ’ ἀνωτ., σελ. 216-217.

[12] Βλ. τήν ἄποψη ἐπί τοῦ προκειμένου τοῦ Κ. Κωτσιόπουλου, Ἡ Οὐνία στήν ἑλληνική θεολογική βιβλιογραφία. Ἱστορική, θεολογική καί κοινωνιολογική διερεύνηση, Ἐκδ. Βρυέννιος, Θεσσαλονίκη, 1993, σελ. 68. Θ. Ζήση, Οὐνία. Ἡ καταδίκη καί ἡ ἀθώωση (στό Freising καί στό Balamand), Ἐκδ. Βρυέννιος, Θεσσαλονίκη 2002, σελ. 68 κ.ἑ.

[13] Πρβλ. Εὐ. Θεοδώρου, «Οὐσιώδεις διαφωνίες μεταξύ Ὀρθοδόξων καί ΡΚαθολικῶν στή Βαλτιμόρη τῶν ΗΠΑ», ΕΚΚΛΗΣΙΑ 77 (2000), 952.

[14] Βλ. τό Ἀνακοινωθέν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου «ἐπί τῇ καταργήσει ὑπό τοῦ Πάπα Ρώμης Βενεδίκτου τοῦ ΙΣΤ΄ τοῦ τίτλου “Πατριάρχης τῆς Δύσεως”» (8 Ἰουνίου 2006), www.ec-patr.gr/docdisplay.php, καθώς καί τήν Ἐπιστολή τοῦ Μακαριωτάτου Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν κ. Χριστοδούλου «Πρός τόν Πάπαν Βενέδικτον 16ον, Περί τοῦ τίτλου Πατριάρχης τῆς Δύσεως (17-3-2006)», ΕΚΚΛΗΣΙΑ 83 (2006), σ. 420. Βλ. ἐπίσης Βλ. Ἰω. Φειδᾶ, «Πατριάρχης τῆς Δύσεως καί παπικός θεσμός. Μιά ὀρθόδοξη προσέγγιση», Ἐπίσκεψις 660 (2006), 18 κ.ἑ.

[15] Θεολογική ἀνάλυση τοῦ Κειμένου τῆς Ραβέννας, βλ. Χρυσοστόμου Σαββάτου Μητροπολίτη Μεσσηνίας, «Ἡ θεολογική προσέγγιση τοῦ Κειμένου τῆς Ραβέννας», ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΠΣΤ΄ (2009), 544-548 καί Γ. Μαρτζέλου, Ἔνθ’ ἀνωτ., σελ. 245-268. Γιά τήν προβληματική ὡς πρός τήν πορεία τοῦ συγκεκριμένου Διαλόγου μετά τό Κείμενο τῆς Ραβέννας, βλ. Χρυσοστόμου Σαββάτου Μητροπολίτη Μεσσηνίας, «Ἡ πορεία καί τά προβλήματα τοῦ ἐπίσημου Θεολογικοῦ Διαλόγου μεταξύ Ὀρθοδόξων καί Ρωμαιοκαθολικῶν μετά τό Κείμενο τῆς Ραβέννας (2007)», Ἐπιστημονική Ἐπετηρίς Θεολογικῆς Σχολῆς Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν ΜΘ΄ (2014), 155-168.

[16] Πρωτ. Θεοδώρου Ζήση, Οὐνία. Ἡ καταδίκη της, Θεσσαλονίκη 1993, σελ. 15-16.

[17] Χρυσοστόμου Κωνσταντινίδου (Μητροπολίτη Ἐφέσου), Ἡ ἀναγνώριση τῶν μυστηρίων τῶν ἑτεροδόξων στίς διαχρονικές σχέσεις Ὀρθοδοξίας καί Ρωμαιοκαθολικισμοῦ, Ἐκδ. Ἐπέκταση, Κατερίνη 1995 σελ. 36 ἑξ.

[18] Πρβλ. Χρυσοστόμου Σαββάτου (Μητροπολίτη Μεσσηνίας), «Ἡ προβληματική τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἀποδοχῆς τῶν κοινῶν Κειμένων τοῦ Θεολογικοῦ Διαλόγου τῆς Ὀρθοδόξου μέ τήν Ρωμαιοκαθολική Ἐκκλησία», Ἐπιστημονική Ἐπετηρίς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν ΜΓ΄ (2008), 361-366.

[19] Σ. Σπυροπούλου, Ἀπομνημονεύματα, V, 28, ἔκδ. V. Laurent, Les «memoires» du Grand Ecclésiastique de l’ Èglise de Constantinople Sylvestres Syropoulos sur le concile de Florence (1438-1432), (Concilium Florentium Documenta et Scriptores. Editum Consilio et Impensis Pontificii Instituti Orientalium Studiorum, Series B), vol IX, Rome 1971, σελ. 282.

[20] Ἡ Συνοδική Ἀπόφαση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος (13ης Ἰανουαρίου 2005) ἦταν: «πρός διευκόλυνση τῆς πορείας τοῦ Διαλόγου ἡ συζήτησις αὐτή (περί τῆς Οὐνίας) δύναται νά διεξαχθῇ ἐντός τῶν πλαισίων τῆς ἐκκλησιολογίας ὑπό τό πρῖσμα τοῦ Πρωτείου». Παρόμοιες θέσεις διατυπώθηκαν καί ἀπό τίς ἄλλες Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες στά ἀντίστοιχα «Μνημόνια» πού ὑπεγράφησαν σχετικά μέ τήν ἐπανέναρξη τοῦ συγκεκριμένου Θεολογικοῦ Διαλόγου.

[21] Κείμενο «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τόν λοιπόν Χριστιανικόν κόσμον», §10 : «Τά προβλήματα, τά ὁποῖα ἀνακύπτουν κατά τάς θεολογικάς συζητήσεις τῶν Μεικτῶν Θεολογικῶν Ἐπιτροπῶν δέν συνιστοῦν πάντοτε ἐπαρκῆ αἰτιολόγησιν μονομεροῦς ἀνακλήσεως τῶν ἀντιπροσώπων αὐτῆς ἤ καί ὁριστικῆς διακοπῆς τῶν συμμετοχῆς αὐτῆς ὑπό τινος κατά τόπον Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ἡ ἀποχώρησις ἐκ τοῦ διαλόγου Ἐκκλησίας τινός δέον ὅπως κατά κανόνα ἀποφεύγηται, καταβαλλομένων τῶν δεουσῶν  διορθοδόξων προσπαθειῶν διά τήν ἀποκατάστασιν τῆς ἀντιπροσωπευτικῆς ὁλοκληρίας τῆς ἐν τῷ διαλόγῳ τούτῳ ὀρθοδόξου Θεολογικῆς Ἐπιτροπῆς. Ἐάν τοπική τις Ἐκκλησία ἤ καί ἄλλαι τινές Ὀρθόδοξοι Ἐκκλησίαι ἀρνῶνται νά συμμετάσχουν εἰς τάς συνελεύσεις τῆς Μεικτῆς Θεολογικῆς Ἐπιτροπῆς ὡρισμένου διαλόγου, ἐπικαλούμεναι σοβαρούς ἐκκλησιολογικούς, κανονικούς, ποιμαντικούς ἤ ἠθικῆς φύσεως λόγους, ἡ Ἐκκλησία ἤ αἱ Ἐκκλησίαι αὗται κοινοποιοῦν ἐγγράφως τήν ἄρνησιν αὐτῶν εἰς τόν Οἰκουμενικόν Πατριάρχην καί εἰς πάσας τάς Ὀρθοδόξους Ἐκκλησίας κατά τά πανορθοδόξως ἰσχύοντα. Κατά τήν πανορθόδοξον διαβούλευσιν ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης ἀναζητεῖ τήν ὁμόφωνον συναίνεσιν τῶν λοιπῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν διά τά ἐφεξῆς δέοντα γενέσθαι, συμπεριλαμβανομένης καί τῆς ἐπαναξιολογήσεως τῆς πορείας τοῦ συγκεκριμένου Θεολογικοῦ Διαλόγου, ἐφ’ ὅσον τοῦτο κριθῇ ὁμοφώνως ἀναγκαῖον».