Γιά χάρη της δικής μας σωτηρίας Εκείνος τιμωρήθηκε καί στίς πληγές του βρήκαμε εμείς τήν γιατρειά.

«Ἄκου ἕνα βιβλίο»
μέ τόν ἀρχιμανδρίτη Ἰάκωβο Κανάκη

Ὁ μεγαλύτερος ἐκ τῶν προφητῶν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης μέ βάση τήν ἔκταση τῶν κειμένων του εἶναι ὁ Ἠσαΐας. Τό βιβλίο του ἀποτελεῖται ἀπό 66 κεφάλαια καί εἶναι τό μεγαλύτερο βιβλίο σέ ὅλη τήν Ἁγία Γραφή. Τόσο σέ ἔκταση ὅσο καί σέ περιεχόμενο εἶναι ἀξεπέραστο. Ἡ σημαντικότερη ἀναφορά πού μπορεῖ νά γίνει περί τοῦ βιβλίου εἶναι ἡ χρήση του ἀπό τόν ἴδιο τόν Χριστό στήν γνωστή περικοπή τῆς Καινῆς Διαθήκης: «ἐπεδόθη αὐτῷ βιβλίον τοῦ προφήτου Ἠσαΐου, καί ἀνοίξας τό βιβλίον εὗρεν τόν τόπον οὗ ἦν γεγραμένον <πνεῦμα Κυρίου ἐπ᾽ἐμέ, οὗ εἵνεκεν ἔχρισέ με…>». (Μρκ.4, 10-12). Ἐκτός αὐτοῦ στό βιβλίο ἀναφέρονται καί τά σχετικά μέ τήν ἔλευση τοῦ Μεσσία, τά χαρακτηριστικά τοῦ Προσώπου Του καί ἡ βαρύτητα τοῦ ἔργου Του. Τό πολύ σημαντικό εἶναι ὅτι τό πρόσωπο τοῦ «Ἐμμανουήλ» πού ἐμφανίζεται στό πρῶτο μέρος τοῦ βιβλίου καί ὁ «Πάσχων δοῦλος» στό δεύτερο μέρος του ταυτοποιοῦνται μέ τόν Ἰησοῦ Χριστό, κατά τούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας.

Μερικά στοιχεῖα γιά τήν προσωπικότητά του.

Τό ὄνομά του ἀρχικά σημαίνει «ὁ Θεός σώζει» ἤ «εἶναι ἡ σωτηρία». Ἀπό τό ἴδιο τό βιβλίο λαμβάνουμε πληροφορίες ὅτι ἦταν μορφωμένος γιός τοῦ Ἀμώτς καί γόνος οἰκογενείας εὐγενῶν καί ἔτσι μποροῦσε καί συναναστρεφόταν τούς ἄρχοντες τῆς ἐποχῆς του. Γεννήθηκε τό 770 π.Χ. περίπου καί καταγόταν ἀπό τήν φυλή τοῦ Ἰούδα, διέμενε δέ στήν Ἱερουσαλήμ. Ἦταν ἔγγαμος καί εἶχε ἀποκτήσει δύο ἀγόρια, στά ὁποῖα ἔδωσε ὀνόματα, πού περιέγραφαν μελλοντικά γεγονότα, ὅπως συνηθιζόταν στήν ἐποχή του. Ἔτσι τό ὄνομα τοῦ πρώτου λεγόταν «τό ὑπόλοιπο θά ἐπιστρέψει» (7,3) καί τό δεύτερο «ταχέως σκύλευσον» (8,3).

Αὐτό πού ἔχει ἰδιαίτερη ἀξία εἶναι ὁ τρόπος κλήσης του στό προφητικό ἀξίωμα. Σύμφωνα μέ τό ὅραμα πού περιγράφεται στό 6 κεφάλαιο τοῦ βιβλίου ἀξιώνεται νά δεῖ τήν δόξα τοῦ Θεοῦ. Εἶναι αὐτό ἕνα συγκλονιστικό γεγονός πού θά τόν ἀκολουθεῖ στήν ὑπόλοιπη ζωή του καί πιθανόν θά εἶναι αὐτό πού θά τόν ἐνισχύει στίς δύσκολες καταστάσεις που θά ἀντιμετώπιζε.

Θά δράσει ἴσως στήν χειρότερη ἐποχή τῶν Ἰουδαίων, ἀφοῦ οἱ ἐξωτερικοί κίνδυνοι ὑφίστανται, ἀλλά καί ἡ κοινωνική κατάσταση περιγράφεται μέ μελανά χρώματα. Περιγράφει τήν ζωή τῶν χρόνων πρό καί μετά τήν αἰχμαλωσία, ὅπου φαίνεται νά στηρίζει τόν λαό. Μάλιστα θέλοντας τήν πρόοδο του συμβουλεύει ἀκόμα καί τούς βασιλεῖς πού ἀσκοῦσαν τήν ἐξουσία. Κύριο μέλημά του εἶναι ἡ τήρηση τῶν Ἱερῶν Παραδόσεων τῶν Πατέρων τους, τῶν Πατριαρχῶν καί τῶν Δικαίων, καί ἡ μή προσχώρηση σέ ἄλλους θεούς πού λάτρευαν οἱ εἰδωλολάτρες. Ἐναντιώνεται στόν συγκριτισμό, τήν μίξη δηλαδή τῶν διαφόρων θεοτήτων μέ τόν Ἔνα καί μοναδικό Θεό.

Ἡ περιγραφή πού κάνει περί τοῦ προσώπου Του Κυρίου διαζωγραφίζει μέ τρόπο περιγραφικό τό Πάθος Του εἰδικά στά 52 καί 53 κεφάλαια του βιβλίου ἀπό τά ὁποῖα καί χαρακτηρίζεται ὡς «Εὐαγγελιστής προφήτης». Ὑπάρχουν ἐκφράσεις πού ἔχει διατυπώσει οἱ ὁποῖες δηλώνουν τό μέγεθος καί τό εὗρος τῆς θυσίας του μεσσία, ὅπως: «τῷ μώλωπι αὐτοῦ ἡμεῖς ἰάθημεν…». ( 53,5 ). Παρόμοια μέ αὐτό τό χωρίο ὑπάρχουν πολλά. Ὑποστήριξαν ὅτι αὐτά ἀναφέρονται στόν Μεσσία, ὅσα δηλαδή περιγράφονται στήν Παλαιά Διαθήκη, στηριζόμενοι στίς ἑρμηνευτικές προσεγγίσεις τῶν Πατέρων, ἀλλά δέν κάνουν τό ἴδιο ἀρκετοί ξένοι ἑρμηνευτές, οἱ ὁποῖοι βλέπουν τά κείμενα καθαρά ἱστορικά ἤ ἐφαρμόζουν νέες μεθόδους ἑρμηνείας μέ σκοπούς κοινωνικούς ἤ ἄλλους. Μιά ἐπιστημονική προσέγγιση ἀσφαλῶς καί χρειάζεται νά γνωρίζει καί νά λαμβάνει ὑπόψη της κάθε ξεχωριστή θέση.

Ἐκτός τῆς προαναγγελίας γιά τόν ἐρχομό τοῦ Ἰησοῦ καί τοῦ ἔργου του, ὁ Προφήτης ἀναφέρεται σέ πολλά θέματα, πού ἀποτελοῦν τήν βάση τῆς περαιτέρω ἀνάπτυξης τους ἀπό τούς συγγραφεῖς τῆς Καινῆς Διαθήκης. Μποροῦν νά ἀναφερθοῦν γιά παράδειγμα: α) τό ἄγγελμα τῆς λύτρωσης τῶν ἰουδαίων ἀπό τήν βαβυλώνια αἰχμαλωσία σέ σχέση μέ τό ἀποστολικό κήρυγμα (Ρωμ. 10,15ἑξ. πρβλ.Ἠσ.53,1), β) ἡ ἀναφορά στό «ἐκλεκτό» ὑπόλειμμα σέ σχέση μέ τήν ἐπαγγελία τοῦ Θεοῦ πρός τόν Ἰσραήλ (Ρωμ.9,27-29. πρβλ. Ἠσ.10,22 ἑξ), γ) τόν πνευματικό χαρακτήρα τῆς λατρείας (Μτθ.15, 3-9. Μρκ.7,6-7. πρβλ. Ἠσ.29,13), κ.ἄ.

Ὡς πρός τήν δομή τοῦ Προφητικοῦ βιβλίου ἔχουμε δύο κατά βάση ἀπόψεις. Ἡ πρώτη θέλει ἕναν συγγραφέα ὡς συντάκτη ὅλων τῶν κεφαλαίων του βιβλίου καί ἄλλους πού θεωροῦν ὅτι ἄλλος ἔγραψε τά κεφ.1-39, ἄλλος τά 40-55 καί πιθανόν κάποιος τρίτος τά κεφ.56-66. Ἔχει ἀναπτυχθεῖ μιά μεγάλη «διαμάχη» ὡς πρός τό θέμα αὐτό πού δέν ἔχει λυθεῖ μέχρι καί σήμερα. Ἄλλοι ὑπερασπίζονται τήν ἑνότητα τοῦ κειμένου καί ἄλλοι τήν ἀπορρίπτουν. Πάντως, εἶναι φανερό ὅτι τά τμήματα τοῦ βιβλίου πού ἀναφέραμε, προϋποθέτουν διαφορετικές περιόδους τῆς ἱστορίας. Τό πρῶτο (1-39) ἀφορᾶ στήν προαιχμαλωσιακή περίοδο, τό δεύτερο (40-55) στήν αἰχμαλωσιακή καί τό τρίτο (56-66) στήν μεταιχμαλωσιακή περίοδο. Χρονικά πρόκειται γιά τήν παρέλευση διακοσίων χρόνων. Εὔλογα τίθεται τό ἐρώτημα πῶς εἶναι δυνατόν ἕνα πρόσωπο νά συνέγραψε ὅλο τό βιβλίο; Ἡ πιό γνωστή ἀπάντηση θέλει τόν προφήτη νά βυθίζει τό προφητικό του ὄμμα στό μέλλον καί νά βλέπει αὐτά πού θά συμβοῦν. Οἱ ἀνακαλύψεις στό Κουμράν δείχνουν ὅτι στό σημαντικό χειρόγραφο 1Q Isa περιέχεται ὁλόκληρο τό βιβλίο τοῦ Προφήτη καί αὐτό θεωρεῖται ἐπιχείρημα ὑπέρ τῆς ἑνότητας τοῦ βιβλίου. Ἀπό τήν ἄλλη, οἱ περισσότεροι σήμερα ὑποστηρίζουν ὅτι ὁ Ἠσαΐας συνέγραψε τό πρῶτο μέρος, ἐνῶ κάποιοι μαθητές του τό δεύτερο (Δευτεροησαΐας) καί τό τρίτο (Τριτοησαΐας). Μάλιστα θεωροῦν ὅτι ὁ Προφήτης εἶχε δημιουργήσει προφητική σχολή, μαθητές τῆς ὁποίας πιθανόν νά συνέχισαν τό συγγραφικό του ἔργο. Αὐτό δέν προβληματίζει τόν ἀναγνώστη ὡς πρός τήν θεοπνευστία τοῦ κειμένου καθῶς ὅπως ἀναφέρει καί ὁ καθηγητής Β.Βέλλας: «…ἀρκεῖ βεβαίως νά δεχθοῦμε ὅτι οἱ συγγραφεῖς αὐτοί φέρουν τά χαρακτηριστικά τῆς θεοπνευστίας καί ἡ Ἐκκλησία τούς ἔχει περιβάλλει μέ τό κύρος τῶν θεοπνεύστων ἀνδρῶν». Καί συμπληρώνει: «Ἄλλωστε ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία οὐδέποτε καθόρισε ἐπισήμως ὅτι τά βιβλία τῆς Ἁγ.Γραφῆς ἐγράφησαν ἀπό τήν ἀρχή ὥς τό τέλος ἀπό τούς παραδοθέντες συγγραφεῖς». ( Β.Βέλλα, Κριτική τῆς Βίβλου καί ἐκκλησιαστική αὐθεντία» ΕΕΘΣΑ 3 [1936-37], 154).

Ἡ διδασκαλία του
Ὅπως σέ κάθε προφήτη ἡ διδασκαλία ἀποτελεῖ ἀπαύγασμα τῆς πνευματικότητάς του. Ὁ προφήτης βλέπει τόν Θεό καί μπορεῖ μετά νά μιλήσει γι᾽Αὐτόν. Ἔτσι τά ὅσα διδάσκει δέν εἶναι ἁπλά σοφά λόγια ἀλλά ἀποτέλεσμα ἑνός φωτισμένου νοῦ. Δέν εἶναι σκέψεις ἑνός λογίου, ἀλλά κατάθεση ψυχῆς ἑνός ἁγίου. Θά ἀναφερθοῦν βασικά θέματα τοῦ κηρύγματός του σέ ἑνότητες.

Α) Τό σημαντικό μέρος τῆς διδασκαλίας του ἀφορᾶ στήν ἰδέα ὅτι ὁ Θεός εἶναι Ἕνας καί παγκόσμιος καί ἄρα εἶναι Θεός ὅλων τῶν ἀνθρώπων. Αὐτός νοιάζεται γιά τούς ἐκτός τοῦ Ἰσραήλ καί μάλιστα βρίσκεται κύριος τῆς παγκόσμιας ἱστορίας. Εἰναι «οἰκουμενικός Θεός».

Β) Σέ ἄλλο σημεῖο τῆς διδασκαλίας του ἀναφέρεται στήν ἁγιότητά Του. Εἶναι Ἅγιος ὄχι μόνο μέ τήν ἠθική ἔννοια τοῦ ὅρου δηλαδή ἀναμάρτητος, ἀλλά καί μέ τήν ἔννοια τῆς παντοδυναμίας.

Γ) Ἀναφέρεται καί τονίζει τήν ἔννοια τοῦ Μεσσία, ὡς τοῦ προσώπου πού ἔρχεται καί σώζει. Αὐτό γίνεται εἴτε μέ τήν ἔννοια τοῦ «Ἐμμανουήλ», εἴτε μέ τήν ἔννοια τοῦ «πάσχοντος δούλου».

Δ) Ἡ δικαιοσύνη ἔχει βασική θέση στήν διδασκαλία του. Ἡ ἴδια ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου εἶναι μιά πράξη δικαιοσύνης πού πραγματοποιεῖται μέσω τῆς θυσίας τοῦ μεσσία. Δέν πρόκειται μόνο γιά τήν ἀπονομή τοῦ δικαίου ἀλλά «δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ σημαίνει εὐσπλαγχνία (ἔλεος καί χάρις), ἡ ὁποία ἐκδηλώνεται ἄλλοτε ὡς εὐεργετική ἤ σωτηριώδης πράξη, πού συνιστᾶ θεῖο δῶρο, καί ἄλλοτε ὡς μόνιμη κατάσταση τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου ἤ ὡς ἐσωτερική ἀνανέωση καί πνευματική μεταμόρφωσή του. Ἡ τελευταία αὐτή παρέχεται ὡς χάρις τοῦ Θεοῦ διά μέσου τοῦ Μεσσία-Δούλου του κατά τήν ἐσχατολογική ἐποχή».

E) Ἕνα ἀκόμα σημαντικό θέμα τῆς διδασκαλίας τοῦ Προφήτη εἶναι ἡ πίστη τοῦ ἀνθρώπου. Γιά τόν Ἠσαΐα πίστη σημαίνει ὅτι ἐμπιστεύομαι ἀπόλυτα τήν ὕπαρξή μου στόν Θεό. Ἐνῶ ἁμαρτία εἶναι μιά πράξη «ἀνταρσίας» ἔναντί Του.

Στ) Τονίζει στά κείμενά του τήν ἀξία τῆς πραγματικῆς λατρείας τοῦ Θεοῦ. Δέν ἀποδέχεται τήν «τυπική» λατρεία, πιστεύει καί προτρέπει στήν καρδιακή λατρεία. Ὁ Θεός δέν ἀρέσκεται σέ θυσίες καί προσφορές ἐπειδή πρέπει νά γίνουν, τίς θεωρεῖ μάταιες (1,13). Ὑπολογίζει καί εὐλογεῖ ὅταν ἡ προσφορά γίνεται μέ ταπεινό φρόνημα.

Ζ) Θεωρεῖ ὅτι ἄν καί οἱ πολλοί θά ἀποστατήσουν ἀπό Ἐκεῖνον πάντα θά παραμένει ἕνα πιστό «ὑπόλειμμα» πού θά ἀγαπᾶ τόν λόγο Του καί θά τόν τηρεῖ μέ εὐλάβεια καί προσοχή. Αὐτό τό μικρό «ὑπόλειμμα» θά ἀποτελέσει τήν ζύμη γιά μιά καινούργια ἀρχή, γιά ἕνα «νέο Ἰσραήλ». «Αὐτό θά ἀποτελέσει τό φύραμα γιά τήν ἀνασύσταση τοῦ νέου Ἰσραήλ».

Η) Τά παραπάνω θά λάβουν χώρα τότε πού θά κυριαρχήσει ἡ πραγματική εἰρήνη στόν Ἰσραήλ. Τότε, κάτω ἀπό δική του πρόνοια θά συνυπάρχουν εἰρηνικά ὅλοι οἱ λαοί τῆς γῆς. Πρόκειται γιά μιά ἐλπίδα πού στήριξε τόν λαό τῆς ἐποχῆς του, ἀλλά στηρίζει καί κάθε πιστό κάθε ἐποχῆς. Εἶναι ἡ μεσσιακή ἐποχή ἀλλά καί ἡ ἐποχή τῶν ἐσχάτων. Ἔσχατα γιά τήν Παλαιά Διαθήκη εἶναι ἡ περίοδος τῆς Καινῆς Διαθήκης, ἀλλά καί ἡ ἐποχή τῆς Δεύτερης Παρουσίας τοῦ Χριστοῦ.

Τό ἀδιαμφισβήτητο κύρος τοῦ ἱεροῦ κειμένου φανερώνεται ἐκτός ἀπό τήν ἀναφορά του σέ ἐκατό περίπου χωρία τῆς Καινῆς Διαθήκης καί ἀπό τήν χρήση του στήν λατρεία τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως καί ἀπό τόν ὑπομνηματισμό του ἀπό τούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας καί τούς Ἐκκλησιαστικούς Συγγραφεῖς.

Ἔτσι, τό περιεχόμενο τοῦ βιβλίου χρησιμοποιεῖται σχεδόν ἐξ ὁλοκλήρου στά ἀναγνώσματα τῆς λατρείας καί παράλληλα τό ἑρμήνευσαν οἱ Ὠριγένης (PG 13,219-254), Θεόδωρος Ἡρακλείας(PG 18, 1307-78 ), Εὐσέβιος Καισαρείας ( PG 24, 89-528 ),Βασίλειος Καισαρείας ( PG 30, 117-667 ), Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος (PG 56, 11-94. 97-142 ), Κύριλλος Ἀλεξανδρείας (PG 70, 9-1450 ), Θεοδώρητος Κύρου ( PG 81, 215-494), Προκόπιος Γάζης (PG 87, 1817-2718 ) καί ὁ Ἠσύχιος Ἰεροσολύμων ( PG 93, 1369-86).