Θεραπεία ἀπὸ ὀξεία λευχαιμία

Γράφει ὁ Πάν. Ζουπίδης (πάρ. Δήμητρας, Καλλιθέα Ἀλεξ/πόλης): Πάσχα τοῦ 2003 μοναχοπαίδι τότε ἡ 4ετής Ἰωάννα μᾶς ἀρρώστησε μὲ ὑψηλὸ πυρετὸ καὶ ὠτίτιδα. Μὲ τὰ δυνατὰ ἀντιβιοτικὰ σὲ δύο δόσεις ἔπεσε ἡ ἄμυνα τοῦ ὀργανισμοῦ. Στὶς 23/5 μᾶς ξύπνησε μὲ κλάματα, διπλωμένη στὰ δύο στὸ κρεβατάκι της. Μετὰ ἀπὸ ἀλλεπάλληλες ἐξετάσεις μᾶς παρέπεμψαν στὸ Νοσοκομεῖο, κι ἀπὸ ἐκεῖ στὴ Θεσσαλονίκη ἢ τὴν Ἀθήνα, διότι μόνο σὲ ὀργανωμένα νοσοκομεῖα τῶν δύο πόλεων θὰ μποροῦσαν νὰ τῆς κάνουν μυελόγραμμα. Στὶς 2.6.03 ἔγινε εἰσαγωγὴ στὸ αἱματολογικὸ-ὀγκολογικό του ΑΧΕΠΑ. Φρικτὸ τὸ θέαμα τόσων παιδιῶν! Τῆς ἔκαναν ἀλλεπάλληλες αἱμοληψίες καὶ τελικὰ μυελόγραμμα. Τὴν ἑπομένη ἡ Διευθύντρια-Καθηγήτρια κ. Φανῆ Ἀθανασιάδου μᾶς ἐνημέρωσε ὅτι τὸ παιδὶ μᾶς ἔχει διπλότυπη ὀξεία λεμφοβλαστικὴ λευχαιμία μεικτῶν τύπων- πληθυσμῶν (Τ καὶ Β) μὲ κυριαρχία τῶν (Β), σπάνια περίπτωση. Ἔπρεπε νὰ ὑπογράψουμε, νὰ ἀρχίσει χημειοθεραπεία, ποὺ ἴσως δὲ θὰ τὴν ἄντεχε….

Ὑπογράψαμε. Τὴν πρώτη κιόλας μέρα ἡ μικρή μας εἶπε:

–Μπαμπά εἶδα τὸν παππούλη.

–Ποιόν παππούλη;

–Είδα τὸν παππούλη τὸν Νικόλαο.

 –Ποιόν Νικόλαο;

–Τον Ἅγιο Νικόλαο. Φοροῦσε μαῦρα ροῦχα καὶ μοῦ εἶπε μπαμπά, νὰ πᾶς στὸ Μοναστήρι νὰ μοῦ φέρεις ἕνα εἰκονάκι τοῦ Ἁγίου Ραφαὴλ νὰ τὸ βάλω στὸ κεφάλι μου κάτω ἀπὸ τὴν εἰκόνα τοῦ Χριστούλη νὰ… μὲ κάνει καλά, (κι ἐκείνη τὴν στιγμὴ σηκώνει τὰ χεράκια της καὶ μᾶς δείχνει τὴν εἰκόνα τοῦ Χριστούλη ποὺ ἦταν καρφωμένη στὸν τοῖχο πάνω ἀπὸ τὸ προσκέφαλό της).

Θεέ μου τί νοιώσαμε! Μοναδικὴ ἐμπειρία: ἡ λύπη νὰ γίνεται χαρά, ἡ ἀγωνία δύναμη, τὸ δάκρυ πίστη, κι ὁ πόνος ἐλπίδα.

Σημειωτέον ὅτι αὐτὰ ἦταν λόγια ἑνὸς τετράχρονου παιδιοῦ ποὺ δὲν εἶχε ἀκούσει ποτὲ τίποτε μέχρι ἐκείνη τὴ στιγμὴ γιὰ Ἁγίους. Καὶ τὸ σημαντικότερο ὅτι κι ἐμεῖς κι ἡ μητέρα μου ἀκόμη μόνο τὸν Ἅγιο Νικόλαο τὸν θαλασσινὸ γνωρίζαμε ὁ ὁποῖος εἶναι καὶ προστάτης πολιοῦχός μας.

Πετάχτηκα μὲ λαχτάρα στὸ διάδρομο καὶ ἄρχισα νὰ ρωτάω ποιὸς εἶναι αὐτὸς ὁ Ἅγιος καὶ ποὺ ὑπάρχει μοναστήρι ἐκεῖ κοντά.

Καὶ ὤ!!! τοῦ Θεοῦ σημεῖο μέγα. Στὸ διπλανό μας θάλαμο στὸ (Νὸ 7) νοσηλευόταν ἕνα 3χρονο ξανθὸ χαριτωμένο ἀγοράκι (σὰν ἀγγελάκι) ὁ Βασιλάκης στὸ ὁποῖο, μία μέρα πρίν, οἱ γιατροὶ εἶχαν διαγνώσει ὄγκο στὴν μύτη καὶ ἑτοιμάζονταν γιὰ θεραπεῖες.

Οἱ γονεῖς ἐνημέρωσαν ἀμέσως τὴ θεία του ἡ ὁποία γνώριζε προφανῶς τὸ μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Ραφαὴλ στὴ Γρίβα Γουμένισσας καὶ ἡ ὁποία μὲ μεγάλη πίστη τοὺς εἶπε:

–Να μὴν πειράξει κανεὶς τὸ παιδί, μέχρι νὰ ἀνεβῶ στὸ Μοναστήρι, νὰ φέρω λαδάκι καὶ Ἁγίασμα νὰ τὸ σταυρώσουμε.

Ἔτσι κι ἔγινε. Ἡ θεία ἀνέβηκε στὸ μοναστήρι τῆς Γρίβας, παρακάλεσε μέσα ἀπὸ τὴν ψυχὴ τῆς τοὺς Ἁγίους, πῆρε ἀπὸ ἕνα μπουκαλάκι λαδάκι καὶ ἁγιασμό. Ὅταν ἔφτασε στὸ ΑΧΕΠΑ, σταύρωσε μὲ τὸ λαδάκι τὸν μικρούλη καὶ τοῦ ’δωσε νὰ πιεῖ ἀπὸ τὸ ἁγίασμα. Συγχρόνως διάβαζε καὶ τὸν παρακλητικὸ κανόνα τῶν Ἁγίων.

Τὴν ἑπομένη τὸ πρωὶ ξανακάνουν ἐπαναληπτικὲς ἐξετάσεις στὸ παιδὶ καὶ ὅλες βγαίνουν ἀρνητικές, τὸ παιδὶ ἦταν ὁλοκάθαρο, δὲν ὑπῆρχε κανένας ὄγκος πουθενά. Τὴν ὥρα ποὺ πανηγύριζαν λοιπὸν γονεῖς καὶ θεία τοῦ παιδιοῦ τοῦ θαλάμου Νὸ 7, ἐκείνη τὴν στιγμὴ εἶναι ποὺ βγαίνει καὶ ἡ μητέρα μου ἀπὸ τὸ δικό μας δωμάτιο Νὸ 6 καὶ σχεδὸν πέφτει πάνω τους βλέποντάς τους σχεδὸν νὰ χορεύουν ἀπὸ τὴν χαρά τους. Τῆς ἐξιστοροῦν τὸ θαῦμα τοῦ Ἁγίου στὸν μικρούλη, καὶ μὲ φωνάζει νὰ τὸ ἀκούσω κι ἐγὼ μὲ τὰ αὐτιά μου καὶ νὰ μᾶς ποῦνε πὼς θὰ μπορούσαμε νὰ πᾶμε κι ἐμεῖς στὸ μοναστήρι αὐτό. Ὁ πατέρας τοῦ μικροῦ μου ἔκανε ἕνα σχεδιάγραμμα τῆς διαδρομῆς Θεσσαλονίκη-Γρίβα καὶ ἀποχαιρετιστήκαμε.

Χωρὶς δεύτερη κουβέντα, φεύγουμε μὲ τὴ μητέρα μου γιὰ τὸ μοναστήρι. Ὅταν φτάσαμε ἦταν γύρω στὶς 3.30΄ μ.μ. περίπου. Ἐκεῖ βλέπουμε κάποιον καλόγερο, τοῦ ἐξηγήσαμε τὴν κατάσταση τῆς μικρῆς, καὶ μᾶς πέρασε στὸν μικρὸ ναὸ ὅπου βρίσκονται τὰ ὀστᾶ τῶν Ἁγίων καὶ ἄρχισε νὰ διαβάζει τὴν Παράκληση. Μέχρι ἐκείνη τὴν στιγμὴ δὲν εἶχε κανεὶς μᾶς καταλάβει τί ἀκριβῶς γινότανε, ποὺ καὶ πὼς βρισκόμασταν καὶ γιατί.

Δὲν ἄργησε νὰ ξεδιπλωθεῖ τὸ νῆμα ποὺ ὁδηγοῦσε στὴ λύση τοῦ μυστηρίου, ὅταν κατὰ τὴν Παράκληση τὸν ἄκουσα νὰ μνημονεύει τὰ ὀνόματα τῶν Ἁγίων (Ραφαήλ, Νικολάου καὶ Εἰρήνης). Ἀρχίσαμε νὰ κοιταζόμαστε στὰ μάτια μὲ τὴ μητέρα μου. Σήκωσα τὰ μάτια μου καὶ ἀντίκρισα τὴν εἰκόνα τῶν τριῶν Ἁγίων καὶ ἄρχισα νὰ διαβάζω τὰ ὀνόματά τους δίπλα ἀπὸ τὴν ἁγιογραφία τοῦ καθενός.

Τότε κατάλαβα ὅτι «ὁ παππούλης ὁ Νικόλαος» ποὺ εἶδε ἡ μικρὴ ἦταν ὁ συγκεκριμένος Ἅγιος της συνοδείας τοῦ Ἁγίου Ραφαήλ, τοῦ Ἁγίου ποὺ ὅλοι ἐμεῖς δὲν γνωρίζαμε καν ποιὸς εἶναι, ἀποδείχτηκε ὅμως ὅτι ἐκεῖνος μᾶς γνώριζε καὶ ἔστελνε τὴν μεσιτεία του. Ξεσπάσαμε σὲ λυγμούς. Ἐμεῖς οἱ τόσο ἀνάξιοι νὰ ζοῦμε τέτοιο θαῦμα. Ἀγκαλιάζαμε καὶ φιλούσαμε τὰ πάνσεπτα ὀστᾶ τῶν Ἁγίων κλαίγοντας, κι ὅπως ἔπεφταν τὰ δάκρυά μας παρακαλούσαμε τοὺς Ἁγίους νὰ βοηθήσουν τὸ παιδί μας στὶς δύσκολες αὐτὲς ὧρες ποὺ περνοῦσε καὶ ποὺ ἐμεῖς πλέον ἤμασταν ἁπλοὶ θεατές.

Κατόπιν ὁ μοναχός μας ἔδωσε λαδάκια καὶ ἁγιασμό, νὰ σταυρώνουμε τὴν μικρούλα καὶ μᾶς παρότρυνε νὰ κάνουμε τρεῖς λειτουργίες στὸ ὄνομα τῆς Ἰωάννας, νὰ ἐξομολογηθοῦμε καὶ νὰ κοινωνήσουμε ἂν μποροῦμε. Μάλιστά μου τόνισε ὅτι καλὸ θὰ ἦταν, ἂν μποροῦσα, νὰ πήγαινα προσκύνημα στὴ Μυτιλήνη στὸν τόπο μαρτυρίου τῶν Ἁγίων. Τὸ παιδί μου γλίτωσε ἀπὸ τὸ ἀναπόφευκτο μὲ θαῦμα τῶν Ἁγίων (ἐκτένης περιγραφὴ καὶ φωτογραφίες τοῦ παιδιοῦ ἀπεστάλησαν πρόσφατα στὴ Μονή).