Κάθε Θεομητορική ἑορτή εἶναι μιά μεγάλη πανήγυρη γιά τήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, διότι  ἔτσι μᾶς δίνεται ἡ δυνατότητα νά δοῦμε ὅλο τό κεφάλαιο τῆς σωτηρίας μας. Στό Μηναῖον τοῦ Νοεμβρίου διαβάζουμε:     «‘Εν Ναῷ τοῦ Θεοῦ τρανῶς ἡ Παρθένος δείκνυται».  Προβάλλεται τό γεγονός τῆς Εἰσόδου τῆς Θεοτόκου στόν Ναό τοῦ Κυρίου, τό ὁποῖο εἶναι ἕνα προοίμιο τοῦ μεγίστου καί φρικτοῦ μυστηρίου τῆς Ἐνανθρωπήσεως τοῦ Θεοῦ Λόγου, πού ἔμελλε νά τελεστεῖ διά μέσου τῆς Θεοτόκου.

Στό συναξάρι τῆς ἡμέρας τῆς ἑορτῆς, ἀναφέρεται ὅτι σύμφωνα μέ τήν παράδοση, ἡ παναοίδιμος Ἄννα ἐπειδή ἦταν στεῖρα, παρακαλοῦσε μαζί μέ τό σύζυγό της Ἰωακείμ τόν Κύριο νά τούς χαρίσει τέκνο.

Οἱ ἄτεκνοι Θεοπάτορες μαζί μέ τήν προσευχή τους γιά νά ἀποκτήσουν παιδί ἔκαναν καί ἕνα τάμα: ὑποσχέθηκαν στό Θεό πώς ἄν τούς ἔδινε παιδί, θά τό ἀφιέρωναν σ’ Αὐτόν. Καί θαυματουργικῶς γεννήθηκε ἡ πρόξενος τῆς σωτηρίας τοῦ γένους τῶν ἀνθρώπων, ἡ καταλλαγή καί συμφιλίωση τοῦ Θεοῦ μετά τῶν ἀνθρώπων, ἡ αἰτία τῆς ἀναπλάσεως τοῦ πεσόντος Ἀδάμ καί τῆς τούτου ἐγέρσεως καί θεώσεως, ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος.

Οἱ Θεοπάτορες, ὅταν ἡ κόρη τους Μαρία συμπλήρωσε τά τρία χρόνια, ἔκριναν ὅτι ἦταν πιά καιρός νά ἐκπληρώσουν τό τάμα τους, νά ἀφιερώσουν δηλαδή τήν μικρή Παρθένο Μαρία στόν Κύριο. Ἔτσι τήν ὁδήγησαν στό Ναό τοῦ Θεοῦ, ὅπου τήν παρέδωσαν στή φροντίδα καί τήν φύλαξη τῶν Ἱερέων. Ὁ πρῶτος καί κύριος λόγος τῆς εἰσαγωγῆς τῆς μικρῆς Παρθένου στό Ναό ἦταν ἡ ἐκπλήρωση τῆς ὑποσχέσεως τῶν γονέων της γιά ἀφιέρωση. Οἱ ὕμνοι ὅμως τῆς Ἐκκλησίας προσθέτουν καί ἕναν ἄλλο λόγο: τό «ἱερῶς ἀναστρέφεσθαι», ὅτι δηλαδή ἡ μικρή Μαριάμ παρεδόθη στούς ἱερεῖς γιά ἱεροπρεπῆ μόρφωση καί ἀνατροφή.

Κατά τήν παράδοση, τήν Παρθένο Μαρία  ὑπεδέχθη ὁ ἀρχιερέας Ζαχαρίας, καί τήν ὁδήγησε στά Ἅγια τῶν Ἁγίων. Τήν εἴσοδο τῆς Θεοτόκου στά Ἅγια τῶν Ἁγίων  σχολιάζει ὁ Ἁγ. Νικόλαος ὁ Καβάσιλας ὡς ἑξῆς: » Καί τό ἑξῆς εἶναι σημεῖο φανερό ὅτι ἡ μακαρία Παρθένος ἦταν ἀπηλλαγμένη ἀπό κάθε κακία, ἀφοῦ εἶχε  εἰσέλθει στό ἁγιώτατο τμῆμα τοῦ Ναοῦ, τά  Ἅγια τῶν Ἁγίων, πού ἦταν ἄβατα καί γιά τόν ἴδιο τόν Ἀρχιερέα».

Στά Ἅγια τῶν Ἁγίων ἡ Θεοτόκος ἔζησε τό πλήρωμα τῆς μυστικῆς κοινωνίας μέ τόν Ἅγιο Τριαδικό Θεό. Ἐκεῖ ζοῦσε μιά ζωή ἀφρόντιστη, ἀπερίσπαστη, λύπης ἀμέτοχη, ἀνωτέρα τῶν παθῶν καί ὑψηλοτέρα πάσης ὀδυνηρᾶς ἠδονῆς. Πρός τόν Θεό μόνο  ἔβλεπε, εἰς τόν Θεό μόνο πρόσεχε καί εἰς τόν Θεό μόνο ἦταν ἀφιερωμένη. Γι’ αὐτό οἱ ἄνθρωποι πού εἶχαν διακρίνει στήν Παρθένο τά πιό θαυμαστά πράγ-ματα, τήν τιμοῦσαν μέ ὅ,τι καλύτερο εἶχαν, προσφέροντάς της  γιά κατοικία, τόν πιό ἱερό χῶρο πού ὑπῆρχε. Ἔτσι τό χῶρο ἐκεῖνο πού εἶχαν ξεχωρίσει καί ἀφιερώσει σάν δῶρο ὅλης τῆς γῆς ἀποκλειστικά  στόν Θεό, αὐτόν ἔδωκαν σάν κατοικία καί στήν Παρθένο.

Τά  Ἅγια τῶν Ἁγίων  ἦταν προτύπωση τῆς Θεοτό-κου. Ἡ Θεομήτωρ ἦταν τά  πραγματικά Ἅγια τῶν Ἁγίων, ἀφού δέχθηκε μέσα της ὄχι ἄνθρωπο Ἀρχιερέα, ἀλλά αὐτόν τόν «μέγαν Ἀρχιερέαν», τόν Κύριο Ἰησοῦ. Ἑπομένως, ὅταν λέμε Ἅγια τῶν Ἁγίων ἐννοοῦμε τό ἴδιο πρᾶγμα, εἴτε ἀναφερόμαστε στόν εἰδικό χῶρο τῆς Σκηνῆς τοῦ Μαρτυρίου και τοῦ Ναοῦ, εἴτε στόν ἔμψυχο χῶρο πού ἔγινε ναός καί κατοικητήριον τοῦ Θεοῦ, τήν Θεοτόκο.

Αὐτό τό «παγκόσμιον θαῦμα» δορυφοροῦν ἄλλες παρθένες, πού κρατοῦν στά χέρια τους  ἀναμμένες λαμπάδες: «Αἱ νεάνιδες χαίρουσι καί λαμπάδας κατέχουσαι τῆς Λαμπάδος σήμερον προπορεύονται». Μέσα στά Ἅγια τῶν Ἁγίων ἡ Παναγία θά παραμείνει δώδεκα χρόνια. Μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου προοδεύει ἀκόμα περισσότερο σέ ἁγιότητα.  Θέτει ἐλεύθερα ὅλες τίς σωματικές καί πνευ-ματικές δυνάμεις της στόν ἀγῶνα τῆς τελειότητος, ὥστε νά ἀναδειχθεῖ «σκήνωμα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος». Ὁ Ἄγγελος Γαβριήλ Τήν ὑπηρετεῖ καί Τῆς φέρνει οὐράνιο ἄρτο. Καί ὁ προφητάναξ Δαβίδ τήν προβλέπει ἀνεβασμένη στό θρόνο τῆς Τρισηλίου Θεότητος: «Παρέστη ἡ βασίλισσα ἐκ δεξιῶν σου».

Οἱ ὑμνογράφοι μᾶς προσκαλοῦν: «Ἑορτάσωμεν, πιστοί, ἑορτήν πνευματικήν» (Ὠδή α΄, κανὼν β΄). Σήμερα «ἄγγελοι καί ἄνθρωποι τῆς Παρθένου τήν εἴσοδον τιμήσωμεν». Συμμετέχει στήν ἑορτή ὅλη ἡ κτίσις: «Δορυφορείτωσαν σήμερον τά σύμπαντα». Λοιπόν, ἄς μή μείνουμε καί ἐμεῖς ἔξω καί ἄς γίνουμε οἱ νοητές πνευματικές λαμπάδες σ’ αὐτή τήν ἑορτή, πού συντελοῦνται «τά παράδοξα μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ» , προγευόμενοι ἀπό σήμερα τή χαρά τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ. Ἡ Παναγία μας ἔγινε διάκονος γιά τή λύτρωσή μας  μέ τό νά γίνει «οἶκος χάριτος»  καί ἀναδείχθηκε ὡς «καθαρώτατος ναός τοῦ Σωτῆρος, πολυτίμητος παστάς καί ἱερόν θησαύρισμα τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ».

Ἑπομένως, γεμάτοι εὐγνωμοσύνη καί λατρεία καί «ἡμεῖς μεγαλοφώνως βοήσωμεν· Χαῖρε, τῆς οἰκονομίας τοῦ Κτίστου ἡ ἐκπλήρωσις».

Προτάσεις γιά Βιβλία

Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία τοποθετεῖ τήν «Μητέρα τοῦ Θεοῦ» στό κέντρο τῆς εὐσέβειάς της. Τήν θεωρεῖ τόν τύπο καί τό  ὑπόδειγμα τῆς πρός τόν Χριστό ἀφοσιώσεως καί ἀγάπης της.

Ὁ λαός ὅμως ζεῖ πολλές φορές χωρίς νά ἐρμηνεύει καί ἡ λατρεία ὑμνεῖ χωρίς νά δικαιολογεῖ. Αὐτή τήν ἀνάγκη ἔρχονται νά καλύψουν οἱ Πατέρες καί Διδάσκαλοι τῆς Ἐκκλησίας μας, οἱ ὁποῖοι φωτίζουν μέ τή θεολογία τους καί καθιστοῦν «λογική» τήν πίστη καί τήν προσευχή τοῦ λαοῦ. Ἔτσι ἀποτρέπεται  ὁ κίνδυνος νά μετατραπεῖ ἡ πίστη σέ δεισιδαιμονία, ἡ εὐλάβεια σέ συναισθηματισμό καί οἱ λειτουργικές πράξεις σέ ἁπλά τυπικά ἔθιμα.

Τά σχετικά μέ τήν Παρθένο Μαρία ὅμως, πατερικά κείμενα εἶναι δυστυχῶς ἄγνωστα  καί ἀρκετές φορές δυσεύρετα στήν Ἑλλάδα. Στήν ἀνάγκη αὐτή καλοῦνται νά ἀνταποκριθοῦν δύο βιβλία ἀπό τίς ἐκδόσεις τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας, πού τιτλοφοροῦνται: «Ἡ Θεοτόκος» τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ καί «Ἡ Θεομήτωρ» τοῦ Ἁγίου Νικολάου τοῦ Καβάσιλα.

Πηγή : Δεκαπενθήμερο φυλλάδιο Ἁγίου Νικολάου Νικαίας Τεῦχος 8 24-11-2002