Βιογραφία τοῦ ἀειμνήστου Μητροπολίτου Φθιώτιδος

κυροῦ Καλλινίκου Καστόρχη (1789-1877) 

συνταχθεῖσα ὑπό τοῦ Σεβασμιωτάτου

Μητροπολίτου Φθιώτιδος κ.κ. Νικολάου.

Ἀρχιθύτης Φθιώτιδος

καί Ἑλλάδος ἁπάσης ρήτωρ μέγας,

ὁ Καλλίνικος ὤφθη.

Ὁ μακαριστός Μητροπολίτης Φθιώτιδος Καλλίνικος Καστόρχης ἐγεννήθη στή Δημητσάνα τό ἔτος 1789 ὑπό γονέων εὐσεβῶν, οἱ ὁποῖοι μετέδωσαν τόν σπόρο τῆς ἀρετῆς στή ψυχήν αὐτοῦ. Τά πρῶτα γράμ­μα­τα ἔμαθε στήν Σχολή τῆς Δημητσάνας, ἡ ὁποία στά χρόνια τῆς δου­λείας πολλά προσέφερε στούς ὑποδούλους Ἕλληνες.

Ἀποπερατώσας τίς σπουδές του ἐκεῖ ἐπιτυχῶς διορίσθηκε διδά­σκαλος στούς Γαργαλιάνους τῆς Τριφυλλίας καί κατόπιν στό Νησί τῆς Μεσση­νίας. Τότε συνεδέθη πνευματικά μέ τόν Ἐπίσκοπο Ἀνδρού­σης Ἰωσήφ, ὁ ὁποῖος τόν ἐχειροτόνησε διάκονον στήν Ἱ. Μονή Βουλκά­νου.

Ἀργότερον ἀνεχώρησε διά τήν Σμύρνην μέ διακαῆ τόν πόθον νά φοι­τήσει εἰς τό περίφημον Φιλολογικόν Γυμνάσιον, τό ὁποῖο διηύθηνε ὁ πολυ­μαθής Κληρικός Κωνσταντῖνος Οἰκονόμος ὁ ἐξ Οἰκονόμων.

Φλεγό­με­νος ὑπό τῆς μαθήσεως μετέβη στίς Κυδωνίες, ὅπου ἤκουσε μαθήματα ἀπό τούς σοφούς διδασκάλους Γρηγόριο Σαράφη καί Θεόφιλο Καΐρη.

Τό 1820 τόν προσεκάλεσε στήν Κωνσταντινούπολιν ὁ Οἰκουμε­νι­κός Πατριάρχης Γρηγόριος ὁ Ε΄, μετά τοῦ ὁποίου συνεδέετο μέ συγ­γέ­νειαν, διά νά τόν προτρέψει νά μεταβεῖ στήν Δημητσάνα καί νά διο­ρισθεῖ διδά­σκαλος ἐκεῖ. Εὑρισκόμενος στήν Κωνσταντινούπολιν ἐχει­ρο­τονήθη Pρε­σβύ­τερος ὑπό τοῦ Μητροπολίτου Ἀδριανουπόλεως Δω­ρο­θέ­ου Πρωΐου κατά σύστασιν τοῦ Πατριάρχου. Ὡς Πρεσβύ­τε­ρος μετέβη στή Χῖο διά νά σπουδάσει τήν ρητορικήν τέχνην πλησίον τοῦ διαπρε­ποῦς διδα­σκάλου Ἀρχιμανδρίτου Νεοφύτου Βάμβα.

Κηρυχθείσης τῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ 1821 μετά τοῦ διδασκάλου του μετέβη στήν Ὕδρα προτρέπων τούς προκρίτους εἰς τήν ἐξέγερσιν καί ἐπανάστασιν. Μετά τήν Ὕδρα μετέβη στίς Σπέτσες καί ἐν συνεχείᾳ στά Βέρβενα τῆς Ἀρκαδίας προτρέπων τούς τοπικούς ἄρχοντες καί τόν λαόν εἰς τήν ἐξέγερσιν.

Φιλόπατρις καί ἔξοχος ρήτωρ ἐσαγήνευε τά πλήθη καί ἐνίσχυε τό ἐθνικόν φρόνημά τους. Εἶχε τό χάρισμα τοῦ λόγου καί ὡμιλοῦσε στίς καρδιές τῶν στρατιωτῶν μέ φωνή βροντώδη, ἐνθουσιάζων τούς στρα­τιῶ­τες, ὥστε νά καθιερωθεῖ ὡς ὁ ρήτωρ τῶν μαχομένων Ἑλλήνων καί τῶν στρατοπαίδων.

Τό ἐνθουσιαστικό φρόνημά του ἐγοήτευσε τόν Γέρο τοῦ Μωριᾶ, ὁ ὁποῖος τόν προσέλαβε ἰδιαίτερο Γραμματέα του. Ἕνεκα τῆς ἀπηχήσεως τῶν κηρυγμάτων του ἡ Πελοποννησιακή Γερουσία τόν διώρισε Ἱερο­κή­ρυκα τῆς Πελοποννήσου μέ ἐπίσημο ἔγγραφο, τό ὁποῖο ὑπέγραψε ὁ Μινίστωρ τῆς Θρησκείας Ἀνδρούσης Ἰωσήφ ἀπό τήν Κόρινθο, τό 1822.

Εἰς τό προτρεπτικό πρός τούς κατοίκους τῆς Πελοποννήσου ἔγγραφόν του ὁ Ἀνδρούσης Ἰωσήφ ὀνομάζει τόν Καλλίνικο «ἄνδρα ἀρετῇ κεκοσμημένον, τό πιστόν τῆς ἀγωγῆς αὐτοῦ καί χρηστοηθείας μεθ᾿ ἑαυτοῦ φέροντα ἱκανόν διασαλπίσαι τήν ἱεράν τοῦ Εὐαγγελίου ἠθικήν…».

Ἀργότερον διωρίσθη διδάσκαλος στήν Τρίπολιν, ὅπου διετέλεσε μέχρι τῆς ἐπιδρομῆς τοῦ Ἰμβραΐμ, ὅταν ἀνεχώρησε σχεδόν γυμνός διά τό Ναύπλιον. Εἰς τό Ναύπλιο διωρίσθηκε δεύτερος Γραμματεύς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, μέ ὑπουργό τόν Ἐπίσκοπο Δαμαλῶν Ἰωνᾶ.

Τό 1826 ἀπεστάλη ἀπό τόν στρατάρχη Θεόδωρον Κολοκοτρώνην στή Ζάκυνθο διά νά ὑποστηρίζει τόν ἀγῶνα ὑπό τῆς Ἀγγλίας. Ὁ Κολοκοτρώνης ἐκτιμῶν τόν διδάσκαλον Καστόρχην ἀνέθεσε σ᾿ αὐτόν τήν ἀνατροφήν τοῦ υἱοῦ του Κωνσταντίνου μετά τοῦ ὁποίου ἀναχώρησε εἰς τήν Κέρκυρα μέ σκοπόν νά φθάση στήν Ἐλβετία. Ἀναγκάσθηκε ὅμως νά ἐπιστρέψει στήν Πελοπόννησο, διότι ἐπληροφορήθη τήν κοίμηση του πατρός του καί τόν θάνατο στά πεδία τῶν μαχῶν τοῦ ἀδελφοῦ του Παναγιώτου.

Τό 1829 διορίσθηκε ἀπό τόν Κυβερνήτην Ἰωάννην Καποδίστρια Γραμματεύς τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἐπιτροπείας, τήν ὁποία ἀποτελοῦσε ὁ Τριπόλεως καί Ἀμυκλῶν Δανιήλ, ὁ Ἀνδρούσης Ἰωσήφ καί ὁ Ταλαντί­ου Νεόφυτος.

Τότε διωρίσθηκε Σχολάρχης Τριπόλεως καί ἔπειτα τῶν Καλαμῶν, προσε­νε­γκών πολλάς ὑπηρεσίας στήν παιδεία τοῦ Γένους.

Τό 1836 διωρίσθηκε Ἱεροκήρυξ Ἀττικῆς καί διετέλεσε μέχρι τοῦ 1852, ὅταν ἐξελέγη Ἀρχιεπίσκοπος Φθιώτιδος.

Ἰδιαιτέραν ἀξίαν ἔχει τό ἡμερολόγιό του, εἰς τό ὁποῖον κατέγραφε τά τῶν περιοδειῶν του στήν Ἀττική, Βοιωτία, Εὔβοια, Φθιώτιδα.

Ἡ Πολιτεία καί ἡ Ἐκκλησία τοῦ ἀνέθεσαν κατά καιρούς εἰδικές ἀπο­στο­λές καταστολῆς ἐπαναστάσεων καί εἰρηνεύσεως τῶν περιοχῶν, διότι ὁ λόγος του καί ἡ ἐπιβολή του εἶχαν πάντοτε ἀποτελεσματικότητα.

Τό 1834 ἀπεστάλη στή Μεσσηνία ἕνεκα τῆς στάσεως ὑπό τοῦ Ἰωάννου Κρίνζαλη.

Τό 1840 ἀπεστάλη στήν Ἄνδρο δι΄ἐξέτασιν τῶν κακοδοξιῶν τοῦ Ἀρχι­μανδρί­του Θεοφίλου Καῒρη, ὁ ὁποῖος ἐδίδασκε  τόν θεοσεβισμόν.

Ἀπεστάλη στήν Εὔβοια διά τήν κατάπαυση τῆς στάσεως τοῦ στρα­τη­γοῦ Κριεζώτου κατά τῆς Κυβερνήσεως Ἰωάννου Κωλέττη. Μετά τήν ἐπιτυχία εἰρηνεύσεως τόν παρασημοφόρησε ἡ Κυβέρνηση μέ τόν «Χρυσοῦν Σταυρόν τοῦ Σωτῆρος».

Κυρίως ὅμως ἐργάσθηκε στή Λακωνία τό 1851, ὅπου ὁ Χρι­στο­­φό­ρος Πα­πουλάκος ἐξήγειρε τόν λαόν κατά τῆς Κυ­βερ­νή­σε­ως καί τοῦ Βασιλέως. Ὁ Καλλίνικος παρέμεινε πολύν χρόνον ἐκεῖ κηρύττων τήν ὀρθόδοξον διδασκαλίαν καί εἰρηνεύων τόν λαόν.

Τόν Ὀκτώβριο τοῦ 1852 ὁ Καλλίνικος, ὡς ὁ ἀξιώτερος τῶν Κλη­­ρι­κῶν τῆς Ἐκκλησίας, ἐξελέγη Ἀρχιεπίσκοπος Φθιώτιδος καί τήν 3η Ὀκτω­βρί­ου εἰς τόν Ἱερόν Ναόν τῆς Ἁγίας Εἰρήνης ἐχει­ρο­το­­νήθη Ἐπίσκοπος ὑπό τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν Νεοφύτου, Σύρου Τήνου Δανιήλ, Κο­ρίν­θου Ἰωνᾶ, Καλαβρύτων καί Αἰγια­λείας Βαρθολομαίου καί Οἰτύλου Προκοπίου.

Ὡς Ἀρχιεπίσκοπος Φθιώτιδος ἐργάσθηκε μετά ζήλου καί ἀφο­σιώσεως διδάσκων, περιοδεύων, οἰκοδομῶν τούς φιλοθρή­σκους Φθιῶτες καί παρέχων πᾶσαν ὑλικήν καί ἠθικήν βοήθειαν εἰς τούς πάσχοντας.

Ὡς Ἀρχιεπίσκοπος ἐδώρησεν πολλά βιβλία εἰς τήν γενέτειρά του καί εἰς τήν Ἀρχαιολογικήν Ἐταιρείαν Ἀθηνῶν ἐδώρησεν «τέσσαρας χαλκάς μορφάς μεθ᾿ ἑνός μέρους λαβῆς ἀγγείου ἤ ρόπτρου θύρας ἐπίσης χαλ­κοῦ, ἀρχαίας Ρωμαϊκῆς τέχνης ἀνασκαφέντα τῇ ἐνεργείᾳ αὐτοῦ ἐν τῇ κατά τήν ἐπαρχίαν Ἀταλάντης Ἱερᾷ Μονῇ τοῦ Ἁγίου Κωνστα­ντί­νου».

Τό ἔτος 1871, γέρων ἤδη, μετέβη στήν Ὀδησσό ὡς πρόεδρος Ἐπιτροπῆς διά τήν μεταφοράν στήν Ἀθήνα τῶν ἱερῶν λειψάνων τοῦ Ἱερομάρτυρος Γρη­γορίου τοῦ Ε΄, τά ὁποῖα ἐδέχθη ἡ Βουλή καί ἡ Ἱερά Σύνοδος μετά με­γάλης ἐπισημότητος καί ἀνεκφρά­στου ἐνθουσιασμοῦ.

Εἰς τόν Μητρο­πο­­λιτικόν Ἱερόν Ναόν, ὅπου ἐνα­πετέθησαν, ἐξεφώνησε βαρυ­σή­μα­ντον λό­γον ὁ καλλιρρήμων Ἀρχιεπίσκοπος Σύρου Τήνου Ἀλέξανδρος Λυ­κοῦρ­γος (+1882) ἀναπτύξας τά τρόπαια κατά γῆν καί θάλασσαν τοῦ Ἱεροῦ Ἀγῶνος, τοῦ ὁποίου μεγαλομάρτυς ἦταν ὁ Πατριάρχης Γρηγό­ριος ὁ Ε΄.

Τά τελευταῖα χρόνια, λόγῳ γήρατος παραμένων στήν Ἀθήνα δέν ἔπαυσε τίς ὑπηρεσίες του καί τίς συμβουλές του νά προσφέ­ρει στήν Πολιτεία καί στήν Ἐκκλησία.

Ὁ μέγας διδάσκαλος καί Ἱεροκήρυξ, Ἀρχιεπίσκοπος Φθιώ­τι­δος Καλλίνικος Καστόρχης ἐκοιμήθη στήν Ἀθήνα τήν 13 Αὐ­γού­στου τοῦ 1877 σέ ἡλικία 88 ἐτῶν.

Τήν ἑπομένη ἔγινε μεγαλοπρεπής ἡ κηδεία του μέ εἰδικό πρό­γραμμα, τό ὁποῖον ἐξέδωκε τό Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκ­κλη­σια­στικῶν.

Στόν Μητροπολιτικό Ναό ἐξεφώνησε τόν ἐπι­κή­δειον ὁ Ἱερο­κή­ρυξ Ἀττικῆς Ἀρχιμ. Χριστοφόρος Στα­μα­τιά­δης (κατόπιν Ἀρχιε­πί­σκο­πος Χαλκίδος) καί εἰς τόν τόπον τῆς ταφῆς ὁ Βου­λευ­τής Ἀττι­κῆς Τιμολέων Φιλήμων, ἐξάραντες καί οἱ δύο τίς ἀρετές καί τήν προσφο­ρά του στό Ἔθνος καί στήν Ἐκκλησία.

Λόγῳ δυσκολιῶν στήν μεταφορά τοῦ κεκοιμημένου Ἀρχιε­ρέ­ως στήν Λαμία, ἕδρα τῆς Μητροπόλεώς του, ἐτάφη εἰς τήν αὐλήν τῆς Μονῆς Πετράκη.

Ὁ τάφος του ὑπῆρχε ἐκεῖ πλησίον τοῦ τάφου τοῦ Κωνστα­ντί­νου Οἰκονόμου τοῦ ἐξ Οἰκονόμων μέχρι τό 1972, ὅταν ἐπί Ἡγουμενείας τοῦ Ἐπισκόπου Εὐρίπου Βασι­λείου ἐπραγματοποιήθησαν ἔργα ἀνα­πλά­σε­ως στήν Μονή καί τά ὁστᾶ τοῦ ἀειμνήστου Ἀρχιεπισκόπου Φθιώτιδος Καλ­λινίκου Καστόρχη μεταφέρθηκαν στήν γενέτειρά του Δημητσάνα, εἰς τόν Ἱερόν Ναόν τῆς Ἁγίας Βαρβάρας ἀπ΄ ὅπου μέ τήν εὐγενικήν ἔγκρι­σιν τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητρο­πο­λί­του Γόρτυνος καί Μεγα­λο­πό­λεως κ. Ἱερεμίου μετεφέρθησαν ἐδῶ, διά νά παραμείνει ἐσαεί ὁ ποιμήν μετά τοῦ ποιμνίου του.

Ὁ ἀείμνηστος Ἀρχιεπίσκοπος Φθιώτιδος κυρός Καλλίνικος Καστόρ­χης, ὑπῆρξε Κληρικός, ὁ ὁποῖος διέπρεψεν καί ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ καί ἐν τῇ Πολιτείᾳ. Ἦτο λόγιος, ἱκανός Ἐκκλησιαστικός ρήτωρ, φιλόπατρις, αὐ­στη­ρός εἰς τά ἤθη, φιλάνθρωπος. Συγκαταλέγεται μεταξύ τῶν μεγά­λων μορφῶν τοῦ Γένους καί τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, οἱ ὁποῖες φιλο­πό­νως ἐκαλλιέργησαν τήν ψυχή τοῦ λαοῦ καί ἔσπειραν ἀφθόνως τόν σπόρον τῆς εὐσεβείας καί τῆς φιλογενείας.

Ἄς εἶναι αἰωνία ἡ ἀνάπαυση τῆς ψυχῆς αὐτοῦ ἐν τῇ ἀγήρῳ μακαριότητι.

+ Ὁ Φθιώτιδος ΝΙΚΟΛΑΟΣ